Reading view

There are new articles available, click to refresh the page.

Από τον Όμηρο και τη θεωρία των Ιδεών στην απαξίωση των ανθρωπιστικών σπουδών – Οδεύοντας ξανά πίσω στο Σπήλαιο (Μαρία Παπαπαναγιώτου, φιλ

Υπάρχουν ειδήσεις που δεν τις διαβάζεις με τα μάτια. Τις διαβάζεις με την ψυχή και με τη μνήμη. Μελετώντας με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τις βάσεις του 2026, όχι απλά από επαγγελματική «διαστροφή», αλλά ως ένας άνθρωπος του χώρου που βιώνω την αγωνία των παιδιών κάθε χρόνο και παρακολουθώ τα όσα συμβαίνουν στο χώρο της παιδείας με αδηφάγο ενδιαφέρον και πάθος, ασυναίσθητα βρέθηκα πάλι πίσω στο καλοκαίρι του 1989.

Ήμουν δεκαοκτώ χρονών. Παρακολουθούσα με κομμένη την ανάσα τα αποτελέσματα των βάσεων στην τηλεόραση, – αυτή ήταν για εμάς τότε ο πρώτος κρουνός ενημέρωσης, κι ενώ είχα συγκεντρώσει βαθμολογία που, αν μεταφερόταν στα σημερινά δεδομένα, αντιστοιχεί περίπου σε 19.210 μόρια, αγωνιούσα για το τελικό αποτέλεσμα. Ρίγος και συγκίνηση στη συνειδητοποίηση ότι είμαι πλέον πρωτοετής της Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Δεν ένιωσα ότι κέρδισα μια θέση. Ένιωσα ότι μου εμπιστεύονταν μια παράδοση. Ένιωσα ότι καλούμουν να υπηρετήσω τον ελληνικό πολιτισμό με χρέος και ευθύνη.

Εκείνα τα χρόνια η Φιλολογία Αθηνών ήταν η κορυφαία επιλογή της Θεωρητικής Κατεύθυνσης. Οι Νομικές ακολουθούσαν. Η Ψυχολογία ως αυτόνομη πανεπιστημιακή σχολή δεν υπήρχε ακόμη. Οι άριστοι μαθητές κατευθύνονταν προς τη Φιλολογία, γιατί εκεί οδηγούσε, σχεδόν αυτονόητα, η αγάπη για τη γνώση, για τη γλώσσα, για τον άνθρωπο. Επαγγελματική ανασφάλεια στο χώρο υπήρχε και τότε. Ίσως και περισσότερη από ό,τι σήμερα. Η εγγραφή στην επετηρίδα των Φιλολόγων το 1993, το έτος αποφοίτησης μου, μου έδινε δυνατότητα για διορισμό 60 χρόνια μετά. Στην ουσία ισοδυναμούσε με το ποτέ, αλλά αυτό δεν μείωνε ούτε τη δική μου περηφάνια ούτε την αδιαμφισβήτητη αξία της σχολής.

Σήμερα όλα αυτά μοιάζουν σχεδόν αδιανόητα. Δεν με θλίβει το ότι αλλάζουν οι εποχές. Οι εποχές πάντοτε αλλάζουν.
Με θλίβει γιατί κάθε κοινωνία αποκαλύπτει τι πραγματικά πιστεύει όχι από αυτά που διακηρύσσει, αλλά από αυτά που επιλέγει να επιβραβεύει. Και η δική μας κοινωνία μοιάζει να έχει πάψει να επιβραβεύει την καλλιέργεια, την παιδεία, το στοχασμό, την ιστορική μνήμη, την ευαισθησία, το συναίσθημα, τις υψηλές αξίες.

Δεν είναι μόνο οι βάσεις που κατρακυλούν. Είναι η θέση που κατέχει ο λόγος μέσα στη ζωή μας.

Ζούμε σε μια εποχή που παράγει αδιάκοπα πληροφορία, αλλά ολοένα λιγότερη σοφία. Που εκπαιδεύει ανθρώπους να χρησιμοποιούν εργαλεία, αλλά δυσκολεύεται να τους διδάξει γιατί αξίζει να είναι άνθρωποι. Που μιλά ασταμάτητα για δεξιότητες και σχεδόν ποτέ για παιδεία. Και ίσως εκεί βρίσκεται η μεγαλύτερη ευθύνη της Πολιτείας.

Υποβάθμισε σταδιακά τη λογοτεχνία, αποδυνάμωσε τη θέση των κλασικών γραμμάτων, απαξίωσε το μάθημα της ιστορίας με συνεχείς αποσπασματικές αλλαγές και άφησε τους εκπαιδευτικούς να λειτουργούν χωρίς ένα σταθερό εκπαιδευτικό όραμα, ανερμάτιστους και επικίνδυνους για το ίδιο το αντικείμενο πολλές φορές, αφού δεν έμαθαν να το αγαπούν, αλλά μόνο να το επιβάλλουν στους μεταβαλλόμενους νέους μας. Για δεκαετίες η εκπαίδευση αντιμετωπίζεται ως διοικητικό πρόβλημα. Ως ζήτημα ωρολογίων προγραμμάτων, εξετάσεων, διορισμών και μεταρρυθμίσεων που αλλάζουν πριν προλάβουν να ριζώσουν. Σπάνια η Πολιτεία μίλησε για τον σκοπό του σχολείου. Κι όμως, κάθε εκπαιδευτικό σύστημα οφείλει πρώτα να απαντήσει σε μία μόνο ερώτηση:
Τι άνθρωπο θέλει να διαμορφώσει;

Αν η απάντηση είναι έναν άνθρωπο που θα μπορεί μόνο να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της αγοράς, τότε ίσως πράγματι ο φιλόλογος να περισσεύει.

Η δεύτερη ευθύνη ανήκει σε όλους μας. Ζούμε σε μια ολοένα πιο χρησιμοθηρική κοινωνία. Αξιολογούμε κάθε επιστήμη με μία μόνο ερώτηση: «Τι δουλειά θα βρεις;». Αν μια σχολή δεν υπόσχεται γρήγορη οικονομική απόδοση, θεωρείται σχεδόν αποτυχημένη. Μόνο που η Παιδεία δεν μπορεί να λειτουργήσει με τους κανόνες του χρηματιστηρίου. Ο φιλόλογος δεν είναι απλώς ο καθηγητής που θα διδάξει γραμματική ή Αρχαία Ελληνικά. Είναι εκείνος που θα μάθει σε ένα παιδί να σκέφτεται με ακρίβεια, να γράφει με σαφήνεια, να διαβάζει κριτικά, να αναγνωρίζει την προπαγάνδα, να σέβεται τον δημόσιο διάλογο, να κατανοεί την ιστορία του και να εκφράζεται με επιχειρήματα αντί με συνθήματα. Είναι ο άνθρωπος που μπορεί να ακούει, να σκέφτεται, να αμφιβάλλει, να επιχειρηματολογεί, να κατανοεί τον άλλον και να υπερασπίζεται τη δημοκρατία, να δημιουργεί γέφυρες, να καλλιεργεί αξίες, να αγγίζει ευαίσθητες χορδές, να παντρεύει το χθες με το σήμερα και το αύριο. Αν όλα αυτά ισχύουν, τότε ο φιλόλογος πρέπει να εξακολουθεί να βρίσκεται στον πυρήνα του σχολείου.

Γιατί ο φιλόλογος δεν διδάσκει μόνο κείμενα. Διδάσκει επιβίωση και ανθεκτικότητα στο χρόνο. Διδάσκει συνέχεια. Διδάσκει πολιτισμό. Μαθαίνει στο παιδί ότι πριν από εμάς έζησαν άλλοι άνθρωποι που αγωνίστηκαν με τα ίδια ερωτήματα. Ίσως δεν πήραν κι αυτοί απαντήσεις. Όμως δεν έπαψαν να αγωνίζονται. Όχι μόνο με τα όπλα, αλλά με την πένα και το συναίσθημα. Κι ο λόγος τους αποκτούσε δύναμη κι άνοιγε δρόμους για τους επόμενους που έρχονταν να διεκδικήσουν ακόμα περισσότερα και να θέσουν νέες βάσεις πάνω στις ήδη κεκτημένες. Μαθαίνει στα παιδιά ότι ο Θουκυδίδης δεν είναι μια σελίδα εξετάσεων, αλλά ένας τρόπος να καταλάβεις πώς λειτουργεί η εξουσία. Ότι ο Σοφοκλής μιλά ακόμη για τα όρια του ανθρώπου και το σεβασμό των ηθικών αξιών. Ότι ο Παπαδιαμάντης σε μαθαίνει να κοιτάζεις τον αδύναμο με έλεος. Ότι ο Σεφέρης σου υπενθυμίζει πως υπάρχουν πληγές που ταξιδεύουν μέσα στην ιστορία.

Αυτός είναι ο λόγος που στις μεγάλες εκπαιδευτικές παραδόσεις της Ευρώπης οι ανθρωπιστικές σπουδές δεν αντιμετωπίστηκαν ποτέ ως διακοσμητικό στοιχείο του σχολείου. Διότι γνώριζαν πως η δημοκρατία δεν επιβιώνει μόνο χάρη στους νόμους της. Επιβιώνει χάρη στη γλώσσα και τα υψηλά ιδανικά των πολιτών της.

Κι εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη ελληνική ειρωνεία. Η χώρα που χάρισε στην ανθρωπότητα τη φιλοσοφία, τη ρητορική, την τραγωδία και τον διάλογο αντιμετωπίζει σήμερα σχεδόν με αδιαφορία εκείνους που καλούνται να τα διδάξουν.

Δεν γράφω αυτές τις σκέψεις επειδή κάποτε ήμουν από τους πρώτους της Φιλολογίας. Γράφω γιατί θυμάμαι ακόμη τη λάμψη στα μάτια των συμφοιτητών μου. Θυμάμαι αμφιθέατρα γεμάτα παιδιά που πίστευαν ότι η επιστήμη αυτή μπορεί να αλλάξει τον άνθρωπο. Ότι ένα ποίημα, ένα αρχαίο κείμενο, μια ιστορική πηγή δεν ήταν απλώς ύλη εξετάσεων, αλλά τρόπος ζωής.

Φοβάμαι πως σήμερα αυτή η λάμψη σβήνει. Και αυτό είναι που με πονά. Όχι επειδή έπεσαν οι βάσεις. Αλλά επειδή πέφτει η αξία που αποδίδουμε στην Παιδεία. Γιατί, τελικά, οι βάσεις δεν μετρούν μόνο τις επιδόσεις των υποψηφίων. Μετρούν και τις φιλοδοξίες ενός λαού.

Και ένας λαός που παύει να επενδύει στους ανθρώπους που θα διδάξουν τη γλώσσα του, την ιστορία του και τον πολιτισμό του, κινδυνεύει να χάσει κάτι πολύ περισσότερο από μία πανεπιστημιακή σχολή. Κινδυνεύει να χάσει τη μνήμη του. Και ένας λαός χωρίς μνήμη δύσκολα μπορεί να έχει μέλλον. Οδεύουμε άραγε χωρίς επιστροφή στο Σπήλαιο της αμάθειας, εκούσιοι δεσμώτες και θιασώτες των αλγορίθμων;

Καμία κοινωνία δεν παρακμάζει, επειδή λείπουν οι τεχνοκράτες. Παρακμάζει όταν αρχίζει να θεωρεί περιττούς εκείνους που της θυμίζουν ποια είναι. Γιατί οι φιλόλογοι δεν φυλάσσουν μόνο τα βιβλία. Είναι οι θεματοφύλακες της μνήμης και του πολιτισμού μας.

Μην αναρωτηθείτε αύριο γιατί δεν υπάρχει Παιδεία, γιατί υποχωρεί ο ελληνικός πολιτισμός, γιατί αυξάνει η κοινωνική παθογένεια. Το έχουμε χτίσει πετραδάκι-πετραδάκι όλοι μαζί αυτό το κάστρο της Λήθης. Και ο δρόμος της επιστροφής δε θα είναι καθόλου εύκολος.

 

 

(Πηγή: facebook.com)

Economist: «Επικό λάθος» – Πώς η Οδύσσεια του Νόλαν μετατρέπει το σπουδαιότερο έπος της Δύσης σε καθρέφτη σύγχρονων εμμονών

Μία καυστική κριτική του Economist όχι μόνο για την πολυσυζητημένη κινηματογραφική μεταφορά της Οδύσσειας, αλλά συνολικά για την εποχή μας

Η Οδύσσεια του Κρίστοφερ Νόλαν ήταν ήδη πεδίο μάχης πριν ακόμη προβληθεί στις αίθουσες. Και, σύμφωνα με τον Economist, αφού τη δει κανείς, καταλαβαίνει ότι η μεγαλύτερη διαμάχη δεν αφορά ούτε το χρώμα της πανοπλίας ούτε τις επιλογές του καστ.

Αφορά τον τρόπο με τον οποίο ο σύγχρονος κόσμος ξαναγράφει τα μεγάλα κλασικά έργα στα δικά του μέτρα.

Λίγες ημέρες πριν από την πρεμιέρα της ταινίας στις 17 Ιουλίου, οι αντιδράσεις είχαν ήδη πάρει διαστάσεις. Κάποιοι διαμαρτυρήθηκαν επειδή η ηθοποιός που υποδύεται την Ελένη είναι μαύρη. Άλλοι επειδή το λοφίο του κράνους του Οδυσσέα είναι κόκκινο αντί για ιστορικά ακριβές. Άλλοι για τις μαύρες πανοπλίες που θυμίζουν περισσότερο Batman παρά Μυκηναίους πολεμιστές. Ακόμη και η λέξη «Dad», που χρησιμοποιεί σε μία σκηνή ο Τηλέμαχος, προκάλεσε ειρωνικά σχόλια.

Όμως, όπως σημειώνει ο Economist, όλα αυτά είναι σχεδόν ασήμαντα μπροστά στο πραγματικό πρόβλημα της ταινίας.

Ο Οδυσσέας του Ομήρου είναι μια σύνθετη προσωπικότητα: ευφυής αλλά αλαζόνας, γενναίος αλλά συχνά σκληρός, ένας άνθρωπος που πληρώνει διαρκώς το τίμημα των επιλογών του.

Στην ταινία του Νόλαν, υποστηρίζει ο Economist, αυτή η πολυπλοκότητα εξαφανίζεται. Ο ήρωας μετατρέπεται σε έναν σχεδόν άμεμπτο σύγχρονο πρωταγωνιστή, ενώ κάθε σκοτεινή πλευρά του ερμηνεύεται είτε ως αποτέλεσμα χρήσης ουσιών είτε ως σύμπτωμα ενός σχεδόν… μετατραυματικού στρες.

«Η σύγχρονη τάση υπερδιάγνωσης φαίνεται πως έφτασε ακόμη και στις ακτές της αρχαίας Ιθάκης», σχολιάζει σκωπτικά το περιοδικό.

Ακόμη πιο υπερβολικό χαρακτηρίζει το φινάλε, όπου ο Οδυσσέας καταλήγει διάτρητος από βέλη, σε μια σκηνή που θυμίζει περισσότερο τον Άγιο Σεβαστιανό παρά τον ήρωα της ελληνικής επικής ποίησης.

 

Πολυτελές θέρετρο αντί για μυκηναϊκό κόσμο

Ανάλογη είναι και η κριτική για την αισθητική της ταινίας.

Οι στρατιώτες, με τις μεταλλικές γκρι πανοπλίες τους, μοιάζουν περισσότερο με φιγούρες επιτραπέζιου παιχνιδιού παρά με αρχαίους πολεμιστές. Τα παλάτια, φωτισμένα με ζεστά χρώματα, θυμίζουν πολυτελή boutique ξενοδοχεία αντί για κατοικίες πολεμάρχων.

Ακόμη και οι σκηνές στο νησί της Καλυψώς, με τον Ματ Ντέιμον και τη Σαρλίζ Θερόν ντυμένους με λινά ρούχα μέσα σε εξωτικά τοπία, μοιάζουν περισσότερο με πολυτελείς διακοπές στην Καραϊβική παρά με τη βασανιστική εξορία του Οδυσσέα.

Για τον Κύκλωπα, ο Economist αρκείται σε μία δηλητηριώδη φράση: «Όσο λιγότερα ειπωθούν, τόσο το καλύτερο».

 

Κάθε εποχή ξαναγράφει τον Όμηρο

Παρά τη σκληρή κριτική, ο Economist αναγνωρίζει ότι κάθε διασκευή ενός αρχαίου έργου αντανακλά περισσότερο την εποχή που τη δημιουργεί παρά την εποχή που περιγράφει.

Οι αρχαίοι Αθηναίοι μετέτρεψαν τα ομηρικά έπη σε τραγωδίες.

Ο Αλεξάντερ Πόουπ, τον 18ο αιώνα, παρουσίασε έναν Οδυσσέα που έμοιαζε περισσότερο με ποιητή του Διαφωτισμού παρά με βασιλιά-πολεμιστή.

Ο Τζέιμς Τζόις έκανε την «Οδύσσεια» σύγχρονο μυθιστόρημα, γεμάτο εσωτερικούς μονολόγους και καθημερινότητα.

Με αυτή την έννοια, ο Νόλαν απλώς συνεχίζει μια παράδοση αιώνων.

Η διαφορά, σύμφωνα με το περιοδικό, είναι ότι η δική του εκδοχή κουβαλά όλες τις αγωνίες της σημερινής Δύσης.

Οι γυναίκες εκφωνούν σχεδόν φεμινιστικούς λόγους.

Ο Τρωικός Πόλεμος παρουσιάζεται κυρίως ως σύγκρουση για εμπορικές οδούς, μετατρέποντας τον Αγαμέμνονα από βίαιο ηγεμόνα σε σχεδόν… υπέρμαχο του ελεύθερου εμπορίου.

 

Ένα έργο που αντιστέκεται στις κινηματογραφικές μεταφορές

Ο Economist υπενθυμίζει ότι η «Οδύσσεια» δεν είναι ένα εύκολο έπος για τον κινηματογράφο.

Η αφήγησή της είναι περίπλοκη και μη γραμμική. Ο ίδιος ο Οδυσσέας εμφανίζεται μόνο μετά τα τέσσερα πρώτα βιβλία του έπους, ενώ πολλές από τις πιο διάσημες περιπέτειές του τις μαθαίνουμε εκ των υστέρων, μέσα από αναδρομές.

Γι’ αυτό και πολλές προηγούμενες κινηματογραφικές απόπειρες απέτυχαν, από την ταινία με τον Ρέιφ Φάινς το 2024 μέχρι την εκδοχή του 1954 με τον Κερκ Ντάγκλας.

Ο ίδιος ο Νόλαν είχε χαρακτηρίσει την «Οδύσσεια» «την πρώτη μη γραμμική αφήγηση της ιστορίας», ενώ η κλασική φιλόλογος Έμιλι Γουίλσον τη συνοψίζει με μία μόνο λέξη: «περίπλοκη».

 

Στην πραγματικότητα δεν διαφωνούμε για τον Όμηρο

Το πιο ενδιαφέρον συμπέρασμα του Economist έρχεται στο τέλος.

Ναι, υπάρχουν ιστορικές ανακρίβειες. Ο Όμηρος περιγράφει την Ελένη ως «λευκώλενο». Οι αρχαίοι Έλληνες φορούσαν χάλκινες πανοπλίες, όχι μαύρες μεταλλικές στολές. Και, φυσικά, ο Τηλέμαχος δεν αποκαλούσε ποτέ τον Οδυσσέα «Dad».

Ωστόσο, σύμφωνα με το περιοδικό, αυτές οι διαμάχες αποκαλύπτουν κάτι βαθύτερο.

Σήμερα οι άνθρωποι δεν διαφωνούν πραγματικά για την «Οδύσσεια». Διαφωνούν για τη φυλή, την ταυτότητα, τον αμερικανισμό, τον φεμινισμό, τον ανδρισμό και τις σύγχρονες πολιτισμικές συγκρούσεις.

Με άλλα λόγια, χρησιμοποιούν τον Όμηρο για να συζητήσουν τον εαυτό τους.

«Κάθε γενιά ξαναφτιάχνει την “Οδύσσεια” σύμφωνα με τη δική της εικόνα», καταλήγει ο Economist.

«Οι αρχαίοι Αθηναίοι τη μετέτρεψαν σε τραγωδία. Οι μοντερνιστές σε σύγχρονη λογοτεχνία. Ο σημερινός, απλοϊκός και απολύτως οπτικός κόσμος τη μετέτρεψε σε καβγάδες στα social media και σε έναν γελοίο Κύκλωπα. Και αυτή είναι, τελικά, η δική μας τραγωδία.»

 

 

 

(Πηγή: naftemporiki.gr)

Η ενδυμασία ως μαρτυρία σώματος και ψυχής (π. Ηλίας Γ. Διακουμάκος, Πρεσβύτερος)

Θεολογική, κοινωνική και ψυχολογική προσέγγιση για τον καλλωπισμό, τη σεμνότητα και την απλότητα

 

«Δεν κερδίζεις υπόληψη φορώντας πολυτελή ενδύματα,

αλλά φορώντας ενδύματα αγάπης και φιλανθρωπίας».

Ιωάν. Χρυσόστομος

Πρόλογος

Το ένδυμα ως ορατή γλώσσα του ανθρώπου

Η ενδυμασία δεν είναι ένα ουδέτερο περίβλημα του σώματος. Είναι μια ορατή γλώσσα, ένας τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος παρουσιάζεται στον κόσμο, συνομιλεί με τους άλλους και φανερώνει, άλλοτε συνειδητά και άλλοτε ασυνείδητα, κάτι από την εσωτερική του κατάσταση.

Το ένδυμα μπορεί να υπηρετήσει

* την τάξη και την αξιοπρέπεια,

* την ευπρέπεια και την ομορφιά.

Μπορεί όμως, όταν αποκοπεί από το μέτρο, να γίνει μέσον

* ματαιοδοξίας,

* λαγνείας,

* επίδειξης,

* κοινωνικής υπεροχής,

* σεξουαλικού εκχυδαϊσμού ή

* ψυχολογικής αναπλήρωσης.

Η Ορθόδοξη χριστιανική πίστη δεν περιφρονεί το σώμα, ούτε διδάσκει μια άκοσμη αδιαφορία για την ανθρώπινη παρουσία. Αντίθετα, βλέπει τον άνθρωπο ως ενιαία ύπαρξη, ψυχή και σώμα, και ζητά να αγιαστεί ολόκληρος ο τρόπος της ζωής. Γι᾽ αυτό η ενδυμασία οφείλει να έχει

* μέτρο και καθαρότητα,

* ευπρέπεια και διακριτικότητα.

Η εξωτερική φροντίδα είναι θεμιτή όταν γίνεται διακονία της αξιοπρέπειας και όχι λατρεία της εικόνας.

Ο λόγος του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, ότι «η υπόληψη δεν κερδίζεται με πολυτελή ενδύματα, αλλά με ενδύματα αγάπης και φιλανθρωπίας», θέτει το κέντρο του θέματος. Η κοινωνία μπορεί να θαυμάσει πρόσκαιρα το λαμπρό ένδυμα, όμως τελικά σέβεται τον άνθρωπο που φορά τον χαρακτήρα της καλοσύνης. Η αληθινή τιμή

* δεν κατοικεί στο ύφασμα, αλλά στο ήθος·

* δεν πηγάζει από το κόστος του ενδύματος, αλλά από το βάθος της καρδιάς που το φοράει.

 

Θεολογική θεμελίωση της ευπρέπειας

Κατά τη χριστιανική ανθρωπολογία, ο άνθρωπος είναι εικόνα Θεού. Το σώμα δεν είναι αντικείμενο προς εμπορική προβολή ούτε εργαλείο εντυπωσιασμού, αλλά

* ναός,

* πρόσωπο,

* τόπος σχέσης και

* ευχαριστίας.

Η ενδυμασία, επομένως, δεν αφορά απλώς την κοινωνική εμφάνιση· αφορά τη στάση του ανθρώπου απέναντι στο μυστήριο της ίδιας του της ύπαρξης. Όταν ο άνθρωπος ντύνεται με σεβασμό προς τον εαυτόν του, ομολογεί χωρίς λόγια ότι το σώμα του δεν είναι κτήμα της αγοράς, ούτε αντικείμενο της λάγνας ματιάς, αλλά δώρο που ζητά ευθύνη.

Η Θεολογία της Εκκλησίας δεν ζητά από τον άνθρωπο να αρνηθεί την ομορφιά. Η ομορφιά είναι δωρεά του Θεού, όταν δεν μετατρέπεται σε είδωλο. Η ευπρέπεια

* δεν σημαίνει ασχήμια, αλλά καθαρή μορφή·

* δεν σημαίνει μιζέρια, αλλά ελευθερία από την τυραννία της επιδεικτικής πολυτέλειας.

Ο καλλωπισμός μπορεί να είναι έκφραση ευγνωμοσύνης για τη ζωή και για το σώμα, όταν όμως παραμένει ενταγμένος

* στο μέτρο,

* στην απλότητα και

* στην εσωτερική ειρήνη.

Η προκλητικότητα, αντίθετα, είναι συχνά το σημείο μιας βαθύτερης σύγχυσης: Ο άνθρωπος ζητά να γίνει αντιληπτός όχι ως πρόσωπο αλλά ως εντύπωση. Όμως, η χριστιανική θεώρηση καλεί τον άνθρωπο

* να είναι πρόσωπο και όχι θέαμα·

* να είναι κοινωνία και όχι αντικείμενο·

* να είναι παρουσία με βάθος και όχι επιφάνεια χωρίς ρίζα.

 

 

Ο καλλωπισμός με τάξη και όχι ως υπερβολή

Ο καλλωπισμός, όταν είναι μέτρο και τάξη, δεν είναι καταδικαστέος. Η καθαριότητα, η επιμέλεια, η αρμονία, η ευπρεπής ενδυμασία αποτελούν σεβασμό προς τον εαυτό και προς τον πλησίον. Ο άνθρωπος, που εμφανίζεται με φροντίδα, δεν το πράττει αναγκαστικά από φιλαυτία· μπορεί να το πράττει από διάθεση

* ευγένειας,

* κοινωνικής ευαισθησίας και

* πολιτισμού.

Η αμέλεια δεν είναι αρετή όταν γίνεται περιφρόνηση των άλλων ή έλλειψη σεβασμού προς το δώρο του σώματος.

Η υπερβολή, όμως, αλλοιώνει τον σκοπό της φροντίδας. Όταν το ένδυμα γίνεται κέντρο της προσωπικής αξίας, τότε ο άνθρωπος χάνει την ελευθερία του και αρχίζει να μετρά τον εαυτόν του με τα βλέμματα των άλλων. Η πολυτέλεια, όταν γίνεται ανάγκη αναγνώρισης, φανερώνει μια εσωτερική πείνα και ψυχική ανασφάλεια, που δεν θεραπεύεται

* με υφάσματα,

* με χρώματα και

* με επώνυμα σημεία.

Η ψυχή δεν χορταίνει με την επιβεβαίωση της εικόνας· ζητά

* νόημα και αγάπη,

* αποδοχή και αλήθεια.

Η Εκκλησία δεν ζητά από τον άνθρωπο να εξαφανιστεί αισθητικά, αλλά να ελευθερωθεί πνευματικά. Η αρετή δεν είναι άρνηση της μορφής, αλλά μεταμόρφωση της μορφής. Η απλότητα δεν είναι φτώχεια του γούστου, αλλά πλούτος εσωτερικής ισορροπίας.

 

 

Η σεμνότητα ως ελευθερία και όχι ως καταπίεση

Η σεμνότητα συχνά παρεξηγείται ως περιορισμός, ενώ στην πραγματικότητα είναι μορφή ελευθερίας. Σεμνός δεν είναι ο άνθρωπός που φοβάται το σώμα του, αλλά εκείνος που δεν επιτρέπει στο σώμα να αποσπαστεί από το πρόσωπο. Η σεμνότητα δεν είναι άρνηση της θηλυκότητας ή της αρρενωπότητας, ούτε περιφρόνηση της ανθρώπινης ομορφιάς. Είναι η πνευματική ικανότητα να μην υποβιβάζεται η ύπαρξη σε εξωτερική διέγερση και στιγμιαίο εντυπωσιασμό.

Η σεμνή ενδυμασία δεν κατηγορεί τους άλλους, ούτε μεταθέτει την ευθύνη του ήθους σε ξένα βλέμματα. Είναι προσωπική στάση εσωτερικής ευγένειας.

* Δεν γεννά ηθικό έλεγχο, αλλά αυτοσεβασμό·

* Δεν ζητά από τον άνθρωπο να γίνει αόρατος, αλλά να γίνει αναγνώσιμος ως πρόσωπο.

Η σεμνότητα προστατεύει την εσωτερικότητα, διότι ό,τι είναι πολύτιμο δεν εκτίθεται άκριτα στο θόρυβο της επιφάνειας.

Από κοινωνική άποψη, η σεμνότητα δημιουργεί έναν χώρο αμοιβαίου σεβασμού. Το ένδυμα που

* δεν προκαλεί,

* δεν φωνάζει,

* δεν επιδιώκει να αιχμαλωτίσει το βλέμμα,

επιτρέπει στον άνθρωπο να συναντήσει τον άλλο μέσα

* από τον λόγο,

* από την προσωπικότητα,

* από τη σκέψη,

* από την καλοσύνη και

* από την αλήθεια του.

 

 

Η κοινωνική διάσταση της ενδυμασίας

Κάθε κοινωνία έχει

* κώδικες,

* τρόπους και

* σιωπηρές συμβάσεις.

Η ενδυμασία μετέχει σ᾽ αυτούς τους κώδικες. Δεν είναι απόλυτα ιδιωτική υπόθεση, διότι ο άνθρωπος

* ζει με άλλους,

* εργάζεται με άλλους,

* προσεύχεται με άλλους,

* χαίρεται και πενθεί με άλλους.

Το ένδυμα μεταφέρει μηνύματα:

* σεβασμού,

* σοβαρότητας,

* διακριτικότητας,

* επαγγελματικότητας,

* πένθους,

* χαράς ή

* γιορτής.

Γι᾽ αυτό η κοινωνική ωριμότητα δεν βρίσκεται στην αδιαφορία για το πώς εμφανιζόμαστε, αλλά στη διάκριση·

* άλλο είναι η ευπρεπής παρουσία σ᾽ έναν ναό,

* άλλο σε μια εργασία,

* άλλο σε μια εορταστική σύναξη,

* άλλο στην καθημερινή οικιακή ζωή.

Η διάκριση αυτή δεν είναι υποκρισία· είναι αναγνώριση ότι κάθε τόπος και κάθε σχέση έχουν τον δικό τους σεβασμό.

Ο άνθρωπος που ζει μόνο για την εντύπωση γίνεται ευάλωτος στην κοινωνική σύγκριση. Ο άνθρωπος, όμως, που έχει εσωτερικό άξονα δεν χρειάζεται να προκαλεί για να υπάρξει, ούτε να επιδεικνύεται για να αγαπηθεί. Η κοινωνία έχει ανάγκη από ανθρώπους με αισθητική, αλλά ακόμη περισσότερο έχει ανάγκη από ανθρώπους με ήθος.

 

 

Ψυχολογικές αναγνώσεις της εμφάνισης

Η ψυχολογία έχει δείξει, με διαφορετικές σχολές και γλώσσες, ότι η εξωτερική εικόνα συνδέεται

* με την αυτοαντίληψη,

* με την ανάγκη αποδοχής και

* με την κοινωνική ταυτότητα.

Ο Carl Rogers μίλησε για την ανάγκη αυθεντικότητας και συμφωνίας ανάμεσα στον αληθινό εαυτό και την εξωτερική συμπεριφορά. Όταν η ενδυμασία εκφράζει τον άνθρωπο με ειλικρίνεια, χωρίς να γίνεται μάσκα, τότε μπορεί να υπηρετεί την αυτογνωσία. Όταν, όμως, γίνεται προσωπείο για να κρυφτεί η ανασφάλεια, τότε βαθαίνει την απόσταση του ανθρώπου από τον εαυτό του.

Ο Viktor Frankl τόνισε ότι ο άνθρωπος δεν θεραπεύεται μόνο με ευχαρίστηση ή επιτυχία, αλλά με νόημα. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για την ενδυμασία και τον καλλωπισμό. Όποιος αναζητά την αξία του μόνο στην εξωτερική επιβεβαίωση, κινδυνεύει να χάσει το νόημα της προσωπικής του ύπαρξης. Το ένδυμα τότε δεν είναι απλώς ύφασμα· γίνεται μηχανισμός αγωνίας. Η ψυχή ρωτά: «Με βλέπουν; Με θαυμάζουν; Με αποδέχονται;». Όμως η βαθύτερη ερώτηση είναι άλλη: «Ποιος είμαι όταν δεν με χειροκροτούν;».

Ο Erich Fromm, αναλύοντας τον άνθρωπο της κατανάλωσης, έδειξε ότι ο σύγχρονος άνθρωπος συχνά συγχέει το είναι με το έχειν. Στο θέμα της ενδυμασίας, αυτό σημαίνει ότι μπορεί να πιστέψει πως αξίζει επειδή

* κατέχει,

* αγοράζει και

* επιδεικνύει.

Η χριστιανική και η ψυχολογική σοφία συναντώνται στο ότι η αξία του ανθρώπου δεν αγοράζεται. Η αξιοπρέπεια προηγείται του ενδύματος και δεν παράγεται από αυτό.

Η υπερβολική ενασχόληση με την εμφάνιση μπορεί να γίνει σύμπτωμα

* εσωτερικού κενού,

* ανάγκης ελέγχου,

* φόβου απόρριψης ή

* εξάρτησης από το βλέμμα των άλλων.

Αυτό δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται με σκληρότητα, αλλά με κατανόηση. Πίσω από την υπερβολή μπορεί να υπάρχει ένας άνθρωπος που ζητά να αγαπηθεί. Η πνευματική αγωγή δεν τον γελοιοποιεί· τον καλεί απαλά να ανακαλύψει ότι είναι πολύ περισσότερο από την εικόνα του.

 

 

Πατερικές αναφορές και πνευματική διάκριση

Οι Πατέρες της Εκκλησίας αντιμετωπίζουν την ενδυμασία όχι ως μικρό ηθικολογικό ζήτημα, αλλά ως μέρος της θεραπείας της καρδιάς. Για τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, η αληθινή λαμπρότητα δεν βρίσκεται στο εξεζητημένο και στην πολυτέλεια, αλλά

* στην ελεημοσύνη,

* στην αγάπη και

* στη φιλανθρωπία.

Το ένδυμα της αρετής είναι ανώτερο από κάθε εξωτερικό στολισμό, διότι συνοδεύει τον άνθρωπο και όταν όλα τα υλικά σημεία χάσουν την αξία τους.

Ο Μέγας Βασίλειος προβάλλει σε όλη την ηθική του διδασκαλία

* το μέτρο,

* την εγκράτεια και

* την απλότητα

ως δρόμους ελευθερίας.

Δεν ζητά έναν άνθρωπο άμορφο και σκυθρωπό, αλλά έναν άνθρωπο απαλλαγμένο από την τυραννία των παθών. Η πολυτέλεια γίνεται πρόβλημα, όταν η ψυχή υποδουλώνεται στην απόλαυση της επίδειξης και χάνει την ευαισθησία

* προς τον φτωχό,

* προς τον ασθενή,

* προς τον ταπεινό.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος υπενθυμίζει με τον τρόπο της Θεολογίας του ότι η αληθινή ευγένεια του ανθρώπου είναι πνευματική. Δεν μετριέται

* με το γένος,

* με τα αξιώματα,

* με τα πράγματα ή

* με τα εξωτερικά γνωρίσματα,

αλλά με την καθαρότητα της καρδιάς και την κίνηση προς τον Θεό.

Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, μιλώντας για τα πάθη, βοηθά να κατανοήσουμε ότι κάθε υλικό πράγμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά φύσιν ή παρά φύσιν:

το ένδυμα κατά φύσιν

καλύπτει,

θερμαίνει,

κοσμεί με μέτρο·

το ένδυμα παρά φύσιν γίνεται όργανο υπερηφάνειας και αισθησιακής προβολής.

Ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος οδηγεί την καρδιά στην ησυχία και στην απλότητα. Όσο ο άνθρωπος βαθαίνει στην εσωτερική ζωή, τόσο λιγότερο έχει ανάγκη από θορυβώδεις εξωτερικές βεβαιώσεις. Η απλότητα δεν είναι απώλεια ομορφιάς, αλλά ομορφιά που ησυχάζει. Είναι ο τρόπος της ψυχής που δεν φωνάζει, διότι έχει ήδη ακούσει μέσα της τον λόγο της αγάπης του Θεού.

 

 

Η ένδυση της αγάπης και της φιλανθρωπίας

Η φράση του Χρυσοστόμου περί «ενδυμάτων αγάπης και φιλανθρωπίας» μεταφέρει το θέμα από την εξωτερική επιφάνεια στο κέντρο της χριστιανικής ζωής. Υπάρχει ένα ένδυμα που δεν φαίνεται αμέσως, αλλά γίνεται αισθητό σε όλους:

* η ευγένεια,

* η πραότητα,

* η ελεημοσύνη,

* η λεπτότητα,

* η διακριτική παρουσία.

Ο άνθρωπος που είναι ντυμένος με αγάπη δεν χρειάζεται να επιβληθεί. Η ίδια του η παρουσία αναπαύει.

Η φιλανθρωπία αποκαλύπτει την αλήθεια της ενδυμασίας.

* Αν το ένδυμα είναι πολυτελές ενώ η καρδιά είναι σκληρή, η εικόνα γίνεται άδεια.

* Αν το ένδυμα είναι απλό αλλά η καρδιά ευρύχωρη, τότε ο άνθρωπος ακτινοβολεί αξιοπρέπεια.

Η Εκκλησία δεν διδάσκει μια αισθητική χωρίς κοινωνική ευθύνη. Η δική της αισθητική είναι ευχαριστιακή: ο άνθρωπος

* λαμβάνει,

* ευχαριστεί και

* μοιράζεται.

Όταν η ντουλάπα γίνεται βωμός, ο φτωχός γίνεται αόρατος. Όταν όμως η καρδιά φωτίζεται, η ενδυμασία μπαίνει στη θέση της: υπηρετεί τη ζωή, δεν την αντικαθιστά. Τότε ο άνθρωπος μπορεί

* να ντύνεται όμορφα, χωρίς να γίνεται δούλος της ομορφιάς·

* να φροντίζει την εμφάνισή του, χωρίς να χάνει την ψυχή του·

* να έχει αισθητική, χωρίς να θυσιάζει τη φιλανθρωπία.

 

 

Η προκλητικότητα ως απώλεια του προσώπου

Η προκλητικότητα δεν είναι απλώς ζήτημα υφάσματος ή μόδας. Είναι κυρίως ζήτημα νοήματος. Όταν η ενδυμασία επιδιώκει να αιχμαλωτίσει το λάγνο βλέμμα, μετατοπίζει το κέντρο από το πρόσωπο στο (σεξουαλικό) αντικείμενο της θέασης. Ο άνθρωπος, τότε, κινδυνεύει να παρουσιαστεί όχι ως ελεύθερη προσωπικότητα, αλλά ως επιφάνεια προς κατανάλωση.

Η θεολογική σκέψη οφείλει εδώ να είναι βαθιά και όχι επιφανειακή. Δεν πρέπει να μετατρέπει τη σεμνότητα σε εργαλείο κατηγορίας, ούτε να φορτώνει σ᾽ έναν άνθρωπο την αταξία της επιθυμίας των άλλων. Η ευθύνη του βλέμματος ανήκει στον καθένα. Παράλληλα, όμως, ο άνθρωπος καλείται να αναρωτηθεί τι είδους μήνυμα θέλει να εκπέμπει και τι είδους σχέση θέλει να προκαλεί. Η ενδυμασία είναι πρόσκληση σε έναν τρόπο συνάντησης· γι᾽ αυτό χρειάζεται διάκριση.

Η σεμνότητα

* δεν σβήνει την ομορφιά, αλλά την προστατεύει·

* δεν καταργεί το σώμα, αλλά το εντάσσει στην πληρότητα του προσώπου·

* δεν μειώνει την αυτοπεποίθηση, αλλά την καθαρίζει από την ανάγκη πρόκλησης.

Η αληθινή αυτοπεποίθηση δεν κραυγάζει· στέκεται ηρέμα. Δεν εκβιάζει την προσοχή· την εμπνέει.

 

 

Απλότητα, καθαρότητα και εσωτερική αρχοντιά

Η απλότητα είναι πνευματική αρχοντιά. Δεν είναι έλλειψη, αλλά πληρότητα που δεν χρειάζεται να επιδειχθεί. Ο απλός άνθρωπος δεν είναι πρόχειρος· είναι ελεύθερος. Μπορεί να ντυθεί

* με γούστο,

* με καθαρότητα,

* με ευπρέπεια,

χωρίς να μετατρέψει την εμφάνιση σε καθημερινό άγχος.

Η απλότητα δεν είναι εχθρός της κομψότητας· είναι ο φύλακας της κομψότητας από την υπερβολή.

Η καθαρότητα στην ενδυμασία έχει και συμβολική σημασία:

* Το καθαρό ένδυμα θυμίζει την ανάγκη της καθαρής καρδιάς.

* Η ευπρέπεια θυμίζει την ανάγκη της εσωτερικής τάξης.

* Η διακριτικότητα θυμίζει την ανάγκη του σεβασμού.

Έτσι το εξωτερικό μπορεί να γίνει παιδαγωγός του εσωτερικού, όχι ως υποκρισία αλλά ως άσκηση συνέπειας.

Η εσωτερική αρχοντιά φαίνεται, όταν ο άνθρωπος δεν χρησιμοποιεί το ένδυμα για να μειώσει τον άλλον.

Η πολυτέλεια, που ταπεινώνει τον φτωχό, δεν είναι ομορφιά.

Η μόδα, που γεννά περιφρόνηση, δεν είναι πολιτισμός.

Η κομψότητα που συνοδεύεται

* από αγάπη,

* από μέτρο και

* από ευγένεια

μπορεί να γίνει ευχαριστιακή στάση ζωής.

 

 

Η νεωτερική εποχή, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και η εικόνα

Η σύγχρονη εποχή έχει ενισχύσει την εξουσία της εικόνας. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δημιουργούν ένα διαρκές βλέμμα, μια αίσθηση ότι ο άνθρωπος πρέπει να είναι πάντοτε

* εκθέσιμος,

* αξιολογήσιμος και

* επιθυμητός.

Η ενδυμασία μετατρέπεται συχνά

* σε περιεχόμενο,

* σε εικόνα προς κατανάλωση,

* σε ψηφιακή ταυτότητα,

σε σεξουαλικό αντικείμενο (res).

Έτσι η ψυχή κινδυνεύει να ζει μπροστά σε έναν καθρέφτη, που δεν σιωπά ποτέ.

Η ψυχολογική συνέπεια αυτής της κατάστασης είναι η αύξηση της σύγκρισης και της ανασφάλειας. Ο άνθρωπος βλέπει σώματα, ρούχα, πρόσωπα και ζωές

* επιλεγμένες,

* επεξεργασμένες,

* σκηνοθετημένες.

Συγκρίνει την καθημερινότητά του με την επιμελημένη εικόνα των άλλων και νιώθει ελλιπής. Η πνευματική απάντηση δεν είναι η εχθρότητα προς την τεχνολογία, αλλά η καλλιέργεια εσωτερικού κριτηρίου.

Το κριτήριο αυτό λέει:

δεν είμαι η φωτογραφία μου,

δεν είμαι το ρούχο μου,

δεν είμαι η εντύπωση που προκαλώ.

Είμαι πρόσωπο με κλήση, ευθύνη, ελευθερία και δυνατότητα αγάπης.

* Η ενδυμασία μου μπορεί να είναι όμορφη, αλλά δεν είναι η ταυτότητά μου.

* Η εικόνα μου μπορεί να είναι προσεγμένη, αλλά δεν είναι το μέτρο της αξίας μου.

 

 

Παιδαγωγική της ενδυμασίας στην οικογένεια και στην κοινότητα

Η αγωγή γύρω από την ενδυμασία χρειάζεται λεπτότητα. Η σκληρή απαγόρευση χωρίς διάλογο συχνά γεννά αντίδραση, ενώ η πλήρης αδιαφορία αφήνει τον άνθρωπο χωρίς κριτήριο. Η οικογένεια και η πνευματική κοινότητα καλούνται να διδάξουν όχι απλώς τι επιτρέπεται και τι απαγορεύεται, αλλά

* γιατί η σεμνότητα είναι όμορφη,

* γιατί το μέτρο είναι ελευθερία,

* γιατί η απλότητα δεν μειώνει αλλά υψώνει.

Οι νέοι έχουν ανάγκη να ακούσουν ότι η ομορφιά τους δεν είναι ενοχή, αλλά δώρο. Έχουν, όμως, εξίσου ανάγκη να μάθουν ότι το δώρο αυτό δεν πρέπει να γίνει εμπόρευμα ή μέσον χειραγώγησης. Η παιδαγωγική της Ποιμαίνουσας Εκκλησίας οφείλει να μιλά με αγάπη,

* χωρίς ειρωνεία,

* χωρίς φόβο,

* χωρίς περιφρόνηση.

Να δείχνει ότι η σεμνότητα δεν είναι παλαιά συνήθεια, αλλά σύγχρονη ανάγκη προστασίας του προσώπου.

Ο καλός παιδαγωγός δεν ταπεινώνει τον άνθρωπο για το ντύσιμό του. Τον βοηθά να δει βαθύτερα. Τον καλεί να αναρωτηθεί:

* Ντύνομαι για να εκφράσω την αξιοπρέπειά μου ή για να κερδίσω ένα βλέμμα;

* Ντύνομαι με ελευθερία ή από φόβο ότι δεν θα με προσέξουν;

* Ντύνομαι με μέτρο ή από ανάγκη να αποδείξω κάτι;

Αυτά τα ερωτήματα δεν συντρίβουν, αλλά θεραπεύουν.

 

 

Πρακτικά κριτήρια πνευματικής διάκρισης

Πρώτο κριτήριο είναι η καθαρότητα: Το ένδυμα να φανερώνει σεβασμό προς το σώμα και προς τους ανθρώπους που συναντούμε.

Δεύτερο κριτήριο είναι το μέτρο: Να αποφεύγεται η υπερβολική πολυτέλεια, που μετατρέπει την εμφάνιση σε πεδίο υπερηφάνειας.

Τρίτο κριτήριο είναι η καταλληλότητα: Κάθε τόπος ζητά τη δική του ευπρέπεια και κάθε περίσταση τη δική της σοβαρότητα.

Τέταρτο κριτήριο είναι η ελευθερία: Να μη γινόμαστε δούλοι

* της μόδας,

* των εμπορικών πιέσεων και

* της αγωνίας για επιβεβαίωση.

Πέμπτο κριτήριο είναι η αγάπη: Να μη χρησιμοποιούμε την ενδυμασία

* για να προκαλούμε,

* για να πληγώνουμε,

* για να μειώνουμε ή

* για να επιδεικνυόμαστε.

Έκτο κριτήριο είναι η εσωτερική ειρήνη: Αν η φροντίδα της εμφάνισης καταβροχθίζει

* τον χρόνο,

* τον νου και

* την καρδιά,

τότε έχει πάψει να είναι φροντίδα και έχει γίνει δεσμός.

Η διάκριση αυτή δεν οδηγεί σε ενιαία στολή, αλλά σε προσωπική ωριμότητα. Άλλος άνθρωπος έχει

* άλλο ύφος,

* άλλη ηλικία,

* άλλη εργασία και

* άλλη κοινωνική πραγματικότητα.

Το ζητούμενο δεν είναι η εξωτερική ομοιομορφία, αλλά η εσωτερική ενότητα: Το ένδυμα να συμφωνεί

* με την πίστη,

* με την αξιοπρέπεια,

* με την ευγένεια και

* με την αγάπη.

 

 

Επίλογος

 

Το ωραιότερο ένδυμα

Το ωραιότερο ένδυμα του ανθρώπου, κατά τον ιερό Χρυσόστομο, είναι η αγάπη. Όλα τα άλλα, όσο χρήσιμα και αν είναι, παραμένουν δεύτερα. Το ύφασμα παλιώνει, η μόδα αλλάζει, η πολυτέλεια χάνει τη λάμψη της. Η καλοσύνη, όμως, αφήνει ίχνος.

* Η φιλανθρωπία γίνεται μνήμη ευλογημένη.

* Η σεμνότητα γίνεται αέρας καθαρός γύρω από το πρόσωπο.

* Η απλότητα γίνεται φως που δεν κουράζει.

Ο άνθρωπος καλείται

* να φροντίζει την εμφάνισή του, χωρίς να λατρεύει την εικόνα του·

* να αγαπά την ομορφιά, χωρίς να γίνεται αιχμάλωτός της·

* να είναι κόσμιος, χωρίς να γίνεται σκληρός κριτής των άλλων·

* να είναι σεμνός, χωρίς να γίνεται φοβικός·

* να είναι απλός χωρίς να γίνεται αμελής·

* να είναι καλλωπισμένος, χωρίς να ξεχνά ότι ο αληθινός καλλωπισμός αρχίζει από την καρδιά.

Έτσι ο λόγος του Χρυσοστόμου γίνεται όχι απλώς ηθική υπόμνηση, αλλά πρόγραμμα ζωής: Να μην επιδιώκουμε την υπόληψη με την πολυτέλεια, αλλά με τα ενδύματα της αγάπης και της φιλανθρωπίας. Διότι η κοινωνία μπορεί να εντυπωσιαστεί από το εξωτερικό, αλλά θεραπεύεται μόνον από το εσωτερικό. Και ο άνθρωπος, όταν ντυθεί

* με ταπεινότητα και με ευγένεια,

* με καθαρότητα και με αγάπη,

γίνεται πραγματικά όμορφος ενώπιον Θεού και ανθρώπων.

 

Ψυχολογική απόδοση: Η αυθεντική προσωπικότητα δεν χρειάζεται να σκηνοθετεί διαρκώς τον εαυτό της, διότι αντλεί την αξία της από βαθύτερη αυτογνωσία, και όχι από πρόσκαιρη επιβεβαίωση.

Στοχαστική κατακλείδα: Η ενδυμασία είναι ωραία, όταν υπηρετεί το πρόσωπο· γίνεται δεσμός, όταν το πρόσωπο υπηρετεί την ενδυμασία.

 

 

Κυριακή Η’ Ματθαίου: Ερμηνεία του Ευαγγελίου (Αρχιεπίσκοπος Αστραχάν και Σταυρουπόλεως Νικηφόρος Θεοτόκης)

(Ματθ. 14, 14-22)

– Ο απ. Ματθαίος αναφέρει ότι οι μαθητές είπαν στον Ιησούν, να απολύσει το πλήθος, ενώ ο απ. Ιωάννης αναφέρει ότι ο Ιησούς είπε προς τον Φίλιππον, από που να αγοράσουν άρτους για να φάει το πλήθος. Είναι αυτά τα ιστορούμενα υπό των αποστόλων αντίθετα;

– Γιατί ο Ιησούς λέγει στους μαθητές του να μοιράσουν αυτοί τις τροφές και δεν την δίνει ο Ίδιος;

– Όπου υπάρχει αδυναμία φύσεως εκεί ενεργεί η δύναμις και η τελειότης της χάριτος.

– Γιατί ο Ιησούς ζήτησε να του πάνε τους πέντε άρτους και τους δύο ιχθύες και δεν πραγματοποίησε το θαύμα Του με έναν Του μόνο λόγο;

– Γιατί ο Ιησούς προσέταξε να καθίσει ο λαός στο χορτάρι κατά ομάδες;

– Αφού ο ίδιος έχει την εξουσία να πράξει το θαύμα γιατί κοιτάζει προς τον ουρανόν πριν την πραγματοποίησή του;

– Τι διδασκόμαστε από την ευλογία των τροφών υπό του Ιησού;

– Γιατί ο Ιησούς κόβει τους άρτους πριν τους δώσει στους μαθητές Του, για να τους δώσουν αυτοί με την σειρά τους στον λαό;

– Γιατί ενώ χόρτασε ο λαός επερίσσευσαν οι τροφές; Και γιατί δώδεκα κοφίνια και όχι λιγότερα ή περισσότερα;

***

 

Ἀρχιεπισκόπου Ἀστραχὰν & Σταυρουπόλεως Νικηφόρου Θεοτόκη

Ἐρμηνεία εἰς τὸ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιον τῆς Η΄ Κυριακῆς

 

Εἰς τυφλοὺς καὶ χωλούς, κυλλοὺς καὶ λεπρούς, ὑδρωπικοὺς καὶ παραλύτους, κωφοὺς καὶ ἀλάλους, ποῤῥέσοντας, αἱμοῤῥοῦντας, δαιμονιζομένους ἔδειξεν ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς τὴν θείαν Αὐτοῦ εὐσπλαγχνίαν, καὶ τὴν ἄπειρον Αὐτοῦ δύναμιν· ἐθεράπευσε πᾶσαν νόσον καὶ ἀσθένειαν, ἐδίωξε δαιμόνια, ἀνέστησε νεκρούς, ἐξήγειρε καὶ ἐκ τοῦ τάφου τὸν τεταρταῖον Λάζαρον· ἐποίησε θαυμάσια πολλά, μεγάλα καὶ ἐξαίσια. Καὶ ἄλλο δὲ εἶδος θαύματος ἐκήρυξε σήμερον τὸ ἱερὸν εὑαγγέλιον, μέγα ὁμοίως καὶ θαυμασιώτατον· διὰ πέντε ἄρτων, καὶ δύο ὀψαρίων ἐχόρτασε πεντακισχιλίους ἄνδρας χωρὶς τῶν ἐκεῖ εὑρεθεισῶν γυναικῶν καὶ τῶν παιδίων· ἐπερίσσευσαν δὲ ἄρτων κόμματα δώδεκα κοφίνου πλήρεις. Τοῦτο οὐ μόνον ἀποδεικτικόν ἐστι τῆς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ εὐσπλαγχνίας καὶ παντοδυναμίας, ἀλλὰι καὶ ἐνστάζει εἰς τὰς καρδίας τῶν εἰς Αὐτὸν πιστευόντων θάῤῥος πολὺ καὶ ἐλπίδα μεγάλην. Ὅστις μετὰ πίστεως ἀνοίξῃ τὴν ἀκοήν, καὶ μετὰ εὐλαβείας προσηλώσῃ τὸν νοῦν αὐτοῦ εἰς τὴν ἑρμηνείαν τῶν σημερινῶν λόγων, ἐκεῖνος βλέπει τοῦ Θεοῦ τὴν πρόνοιαν οὐ μόνον θεραπεύουσαν τὰς ἀσθενείας ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ προφθάνουσαν πᾶσαν χρείαν καὶ ἀπαλλάτουσαν ἡμᾶς πάσης ἀνάγκης. Διότι οὖν ἀκοήν, προσοχήν, πίστιν, εὐλάβειαν, ἵνα ἔλθῃ εἰς τὰς καρδίας ὑμῶν τοῦ Θεοῦ ἡ ἐλπὶς ἡ ἁγία καὶ σωτήριος.

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ εἶδεν ὁ Ἰησοῦς πολὺν ὄχλον, καὶ εὐσπλαγχνίσθη ἐπ’ αὐτούς, καὶ ἐθεράπευσε τοὺς ἀῤῥώστους αὐτῶν.1

Ἀκούσας ὁ Κύριος τὴν ἄδικον σφαγὴν τοῦ προδρόμου καὶ βαπτιστοῦ Ἰωάννου2, ἀνεχώρησεν ἀπὸ τῶν Ἱεροσολύμων, καὶ ἦλθεν εἰς τὴν ἔρημον τὴν πλησίον τῆς πόλεως Βηθσαϊδά, ἵνα μετὰ τῶν μαθητῶν Αὐτοῦ ἀναπαυθῇ ἐκεῖ κατὰ μόνας. Μαθὸν δὲ τὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ τῶν πέριξ πόλεων, ὅτι ἀνεχώρησεν ἀπὸ τῆς Ἱερουσαλήμ, εὐθὺς σὺν γυναιξὶ καὶ τέκνοις μετὰ τοσαύτης σπουδῆς ἔτρεξαν ὀπίσω Αὐτοῦ, καὶ ἦλθον εἰς τὴν ἔρημον ἐκείνην, ὥστε οὐδεμίαν τροφὴν μεθ’ ἑαυτῶν ἔλαβον. Ἰδὼν δὲ ὁ πολυεύσπλαγχνος τὴν τοσαύτην πίστιν καὶ προθυμίαν αὐτῶν, εὐσπλαγχνίσθη ἐπ’ αὐτούς, καὶ πρῶτον μὲν ἐδίδαξεν αὐτοὺς πολλά, ὡς λέγει ὁ εὐαγγελιστὴς Μάρκος, ἔπειτα, κἄν οὐδεὶς Αὐτὸν παρεκάλεσεν, ἰάτρευσε πάντας τοὺς ἀῤῥώστους, ὅσους ἐκεῖ ἔφερον. Ἐκ τούτου ἐλπὶς μεγάλη βλαστάνει εἰς τὰς καρδίας ἡμῶν· ἐὰν ὁ φιλάνθρωπος χωρίς τινας μεσιτείας διὰ μόνην τὴν πίστιν καὶ προθυμίαν τοῦ λαοῦ σπλαγχνισθεὶς ἐθεράπευσε τοὺς ἀῤῥώστους αὐτῶν, πολλῷ μᾶλλον σπλαγχνίζεται ἐφ’ ἡμᾶς, ὅταν ἡμεῖς, ἀσθενεῖς ὄντες, μετὰ πίστεως καὶ εὐλαβείας ἐκτείνοντας τὰς χεῖρας, παρακαλῶμεν Αὐτόν, ἵνα ἱατρεύσῃ τὰς ἀσθενείας ἡμῶν. Ὡς φαίνεται δὲ πολλὰς ὥρας παρέτειενεν ὁ Θεάνθρωπος τῆς διδασκαλίας τὸν λόγον, ἤ τοσοῦτον ἦν τὸ πλῆθος τῶν ἀῤῥώστων, ὥστε ἕως ἄν πλησιάσῃ ὁ καθεὶς εἰς Αὐτόν, καὶ λάβῃ τὴν ἴασιν, παρῆλθεν ἡ ἡμέρα καὶ ἔφθασε τὸ ἐσπέρας· διότι λέγει ὁ εὐαγγελιστής·

Ὀψίας δὲ γενομένης, προσῆλθον αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, λέγοντες· ἔρημος ἐστὶν ὁ τόπος, καὶ ἡ ὥρα ἤδη παρῆλθεν· ἀπόλυσον τοὺς ὄχλους, ἵνα, ἀπελθόντες εἰς τὰς κώμας, ἀγοράσωμεν ἑαυτοῖς βρώματα3.

Ἐπειδὴ ἔφθασε τὸ ἐσπέρας, βλέποντες οἱ θεῖοι ἀπόστολοι τοσοῦτον πλῆθος ἀνθρώπων, οἴτινες ἦσαν νήστεις, καὶ τὸν τόπον ἔρημον, δεικνύοντες τὴν πρὸς τὸν πλησίον ἀγάπην καὶ τὴν ποιμαντικὴν φροντίδα, ἐπλησίασαν πρὸς τὸν ἀρχιποίμενα Χριστόν, καὶ εἶπον αὐτῷ· ἐπειδὴ ὁ τόπος οὗτος ἐστὶν ἔρημος, καὶ ἡ ὥρα παρῆλθεν, οὐδεμίαν τροφὴν εὑρίσκει ὁ λαός· διὸ ἀπόλυσον αὐτούς, ἵνα ὑπάγωσιν εἰς τὰς πλησίον μικρὰς (πόλεις), καὶ ἀγοράσωσι τροφάς. Σημείωσαι δέ, ὅτι ὁ μὲν Ματθαῖος εἶπεν ὅτι οἱ μαθηταί, προσελθόντες πρὸς τὸν Ἰησοῦν Χριστόν, εἶπον αὐτῷ ταῦτα· ὁ δὲ Ἰωάννης λέγει, ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶπε πρὸς τὸν Φίλιππον, «Πόθεν ἀγοράσομεν ἄρτους, ἵνα φάγωσιν οὗτοι;» Καὶ μὴ νομίσῃς, ὅτι ἐναντία εἰσὶ τὰ ὑπὸ τῶν εὐαγγελιστῶν ἱστορούμενα· διότι ὁ Ἰωάννης ἔγραψε τὸ πρότερον γενόμενον καὶ ὑπὸ τοῦ Ματθαῖου σιωπηθέν· πρῶτον ὁ Ἰησοῦς, «Ἐπάρας τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ» καὶ ἰδὼν τὸ πολὺ πλῆθος τοῦ λαοῦ, εἶπε πρὸς τὸν Φίλιππον, «Πόθεν ἀγοράσομεν ἄρτους, ἵνα φάγωσιν οὗτοι;»4 ἔπειτα ἐλθόντες οἱ μαθηταί, εἶπεν αὐτῷ τὰ ὑπὸ τοῦ Ματθαίου ἱστορηθέντα. Καλῶς δὲ τοῦτο ἐσημείωσεν ὁ Ἰωάννης· διότι ἐκ τούτου πληροφορούμεθα, ὅτι ὁ Θεὸς καὶ πρὸ τῆς αἰτήσεως ἡμῶν βλέπει τὴν ἀνάγκην ἡμῶν, καὶ ὡς φιλάγαθος πατὴρ φροντίζει περὶ τῆς θεραπείας αὐτῆς· ἐκ τούτου δὲ ἀναζωοποιεῖται εἰς τὰς καρδίας ἡμῶν ἡ πρὸς τὸν Θεὸν ἐλπίς, καὶ ἐπιστηρίζεται, καὶ ἀναθάλλει. Τὶ δὲ ἀπεκρίθη ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὅτε ταῦτα εἶπον αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ;

Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· χρείαν ἔχουσιν ἀπελθεῖν· δότε αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν5.

Βλέπε τῶν λόγων τοῦ Θεανθρώπου τὴν ταπείνωσιν εἰπὼν «Οὐδεμίαν ἔχουσι χρείαν», ἵνα ἀπελθόντες ἀγοράσωσι τροφάς, οὐ λέγει Ἐγὼ δώσω, καὶ χορτάσω αὐτούς, ἀλλὰ «Δότε», λέγει, «ὑμεῖς αὐτοῖς φαγεῖν»· ὑμεῖς θρέψατε αὐτούς. Τοῦτο δὲ καὶ ἐγένετο· διότι αὐτὸς μέν, ὡς κατωτέρῳ διηγεῖται ὁ εὐαγγελιστής, διὰ τῆς εὐλογίας αὐτοῦ ἐπλήθυνε τοὺς ἄρτους καὶ τὰ ὀψάρια· οἱ δὲ μαθηταὶ αὐτοῦ ἔδωκαν αὐτὰ εἰς τὸν πεινῶντα λαὸν καὶ ἐχόρτασαν αὐτόν. Σὺ δὲ σημείωσον, ὅτι, ὅπου ἀπορία καὶ ἀδυναμία φύσεως, ἐκεῖ ἐνεργεῖ ἡ δύναμις καὶ ἡ τελειότης τῆς χάριτος, καθὼς διὰ στόματος τοῦ θεηγόρου Παύλου εἶπεν ὁ Θεός, «Ἡ γὰρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται»6. Διὰ τοῦτο πρῶτον ἐφανερώθη εἰς πάντας ἡ κατὰ φυσικὸν λόγον ἀπορία τῶν τροφῶν, ἔπειτα ἔλαμψε τῆς παντοδυνάμου δεξιᾶς ἡ χάρις· ἡ ἀπόκρισις τῶν ἀποστόλων ἐφανέρωσεν εἰς πάντας, ὅτι οὐδεὶς τρόπος εὑρίσκετο πρὸς τὸ θρέψαι εἰς τὴν ἔρημον ἐκείνην τόσας λαοῦ χιλιάδας.

Οἱ δὲ λέγουσιν αὐτῷ· οὐκ ἔχομεν ὧδε εἰμὴ πέντε ἄρτους καὶ δύο ἰχθύας.7

Εἰς ταύτην, λέγουσι, τὴν ἔρημον οὐκ ἔχομεν εἰμὴ πέντε ἄρτους καὶ δύο ὀψάρια. Ἐκ τούτου φαίνεται, ὅτι οἱ θεῖοι ἀπόστολοι προλαβὸν ἑρεύνησαν, ἐὰν ὁ λαὸς ἐκεῖνος ἔφερε τροφάς· πλατύτερον δὲ τοῦτο ἱστορεῖ ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, λέγων, ὅτι ὁ ἀπόστολος Ἀνδρέας ἀπεκρίθη τῷ Ἰησοῦ, «Ἕστι παιδάριον ἕν ὦδε, ὅ ἔχει πέντε ἄρτους κριθίνους καὶ δύο ὀψάρια· ἀλλὰ τί ἐστὶν εἰς τοσούτους»8; Αὕτη δὲ ἡ περιεστατωμένη ἀπόκρισις ἐφανέρωσεν οὐ μόνον τὴν προλαβοῦσαν ἀκριβῆ ἕρευναν, ἀλλὰ καὶ τὴν ποιμαντικὴν τῶν ἀποστόλων μέριμναν καὶ φιλόστοργον περιποίησιν ὑπὲρ τῶν πεινώντων. Πρὸς ταῦτα δὲ ἰδοὺ τί ἀποκρίνεται ὁ Ἰησοῦς.

Ὁ δὲ εἶπε· φέρετέ μοι αὐτοὺς ὦδε· καὶ κελεύσας τοὺς ὄχλους ἀνακλιθῆναι ἐπὶ τοὺς χόρτους, καὶ λαβὼν τοὺς πέντε ἄρτους καὶ τοὺς δύο ἰχθύας, ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανόν, εὐλόγησε, καὶ κλάσας, ἔδωκε τοῖς μαθηταῖς τοὺς ἄρτους, οἱ δὲ μαθηταὶ τοῖς ὄχλοις9.

Ἀκούσατε πόσα μαθήματα περιέχουσι ταῦτα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τὰ λόγια· πρῶτον «Φέρετέ μοι», λέγει, «αὐτοὺς ὦδε»· ἔπειτα προστίθησι «Καὶ λαβὼν τοὺς πέντε ἄρτους, καὶ τοὺς δύο ἰχθύας». Ἠθέλησεν ὁ φιλάνθρωπος οὐχὶ μόνον ἰδεῖν, ἀλλὰ καὶ ἰδίαις χερσὶ ψηλαφῆσαι τὴν τροφὴν τὴν εἰς τοὺς πεινῶντας δοθησομένην, ἵνα μάθῃς πόση προσοχὴ καὶ ἐπιμέλεια ἀναγκαία ἐστὶ διὰ τὴν ἐλεημοσύνην. Διὰ τοῦ ἔργου τούτου λέγει σοι ὁ Κύριος· Βλέπε καὶ ψηλάφα τὴν τροφὴν ἤ τὸ ἱμάτιον ἤ ὅ,τι ἄλλο δίδως εἰς τὸν πτωχόν· διότι, ἐὰν μηδὲ ἴδῃς μηδὲ ψηλαφήσῃς, ἀλλ’ ἐμπιστεύσῃς εἰς τὸν δοῦλον σου ἤ εἰς ἄλλον τινὰ τὸ ἔργον, ἐκεῖνος, ἐὰν τύχῃ κακότροπος, δίδωσι τῷ πτωχῷ ἤ ὀλίγον ἤ τὸ εὐτελέστερον καὶ ἄχρηστον. Δεύτερον «Καὶ κελεύσας λέγει τοὺς ὄχλους ἀνακλιθῆναι ἐπὶ τοὺς χόρους»· τοῦτο ἐκφράζει πλατύτερον ὁ θεηγόρος Μάρκος, λέγων, ὅτι προσέταξεν ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ἵνα πάντες οἱ λαοὶ καθίσωσιν ἐπάνω εἰς τὸν χλωρὸν χόρτον μεμερισμένοι ἀνὰ ἑκατὸν καὶ ἀνὰ πεντήκοντα, συμπόσια συστήσαντες, ὥσπερ ποιοῦσιν οἱ εἰς τὸν αὐτὸν μὲν τόπον, εἰς διάφορα δὲ τραπέζια καθήμενοι· «Καὶ ἐπέταξεν αὐτοῖς ἀνακλῖναι πάντας συμπόσια συμπόσια ἐπὶ τῷ χλωρῷ χόρτῳ. Καὶ ἀνέπεσον πρασιαὶ πρασιαὶ ἀνὰ ἑκατὸν καὶ ἀνὰ πεντήκοντα»10. Αὕτη ἡ διάταξις ἐποίησε τὸ μὲν θαῦμα ὁρατὸν εἰς πάντας, τὴν δὲ διανομὴν τῶν τροφῶν εὔκολον καὶ ἰσόμετρον· ἔπαυσε δὲ πάντα θόρυβον, ὥστε μετὰ εὐταξίας καὶ εὐσχημοσύνης καὶ ἡσυχίας ἔφαγον πάντες καὶ ἐχορτάσθησαν. Σὺ δέ, μαθὼν ἐκ τούτου, ὅτι ἡ εὐταξία ἀρεστή ἐστι τῷ Θεῷ καὶ ὠφέλιμος, πράττε πάντα τὰ ἔργα σου οὐχὶ ἀτάκτως καὶ μετὰ θορύβου, ἀλλ’ εὐτάκτως καὶ μεθ’ ἡσυχίας, καθὼς καὶ ὁ οὐρανοβάμων Παῦλος παραγγέλει σοι, λέγων, «Πάντα εὐσχημόνως καὶ κατὰ τάξιν γενέσθω»11. Τρίτον, καὶ βλέπει μὲν ἄνω εἰς τὸν οὐρανόν, ἵνα διδάξῃ, ὅτι ἐκ τοῦ οὐρανοῦ κατέβη, καὶ ὅτι οὐκ ἔστιν ἀντίθεος, ἀλλὰ πάντα ποιεῖ σὺν τῷ πατρὶ καὶ τῷ ἁγίῳ πνεύματι. Τέταρτον, εὐλογεῖ δὲ τοὺς ἄρτους καὶ τοὺς ἰχθύας, ὡς ὁ θεηγόρος Λουκᾶς ἐπιβεβαιοῖ, λέγων, «Λαβὼν τοὺς πέντε ἄρτους, καὶ τοὺς δύο ἰχθύας, ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανόν, εὐλόγησεν αὐτούς»12. – «Ἵνα ἡμεῖς τοῦτο μαθόντες», λέγει ὁ θεῖος Χρυσόστομος, «ἐπὶ τραπέζης τοῦτο ἀεὶ ποιῶμεν»13· ἤγουν, ἵνα καὶ ἡμεῖς κατὰ τοῦτο τὸ παράδειγμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ εὐλογῶμεν τὰς τροφὰς ἡμῶν πρὶν ἤ καθίσωμεν ἐν τῇ τραπέζῃ καὶ γευθῶμεν τῆς ἐν αὐτῇ προκειμένης βρώσεως καὶ πόσεως. Πέμπτον, κόπτει μετὰ ταῦτα τοὺς ἄρτους, καὶ δίδωσιν αὐτοὺς εἰς τῶν μαθητῶν τὰς χεῖρας. Ὥσπερ δὲ εἰς τὸν καιρὸν τοῦ προφήτου Ἠλιοὺ ἐπλήθυνεν ὁ Θεὸς τὴν δράκα τοῦ ἀλεύρου καὶ τὸ ἔλαιον τὸ ἐν τῷ καμψάκῃ εἰς τὰς χεῖρας τῆς Σαρεπτίας, οὕτω τότε ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἐπολλαπλασίασε τοὺς πέντε ἄρτους καὶ τοὺς δύο ἰχθύας εἰς τὰς χεῖρας τῶν ἀποστόλων. Καθὼς δὲ τὸ ὕδωρ ἐκ τῆς πηγῆς, οὕτως οἱ ἄρτοι καὶ οἱ ἰχθύες ἐκ τῶν χειρῶν αὐτῶν ἀνέβλυζον, καὶ ὑπ’ αὐτῶν διεμερίζοντο εἰς τὰς χιλιάδας τοῦ ἐκεῖ λαοῦ. Ἐκ τούτου μανθάνομεν, ὅτι εἴτι καὶ ἄν δώσωμεν εἰς τοὺς πτωχούς, δίδομεν ἐκ τῶν δοθέντων ἡμῖν ὑπὸ τοῦ Θεοῦ· ἔτι δέ, καὶ ὅτι ἡ ἐλεημοσύνη πολλαπλασιάζει εἰς τοῦ ἐλεήμονος τὰς χεῖρας τὰ ἀγαθὰ αὐτοῦ. Ἔδωκεν οὖν ὁ Ἰησοῦς τοὺς ἄρτους εἰς τῶν μαθητῶν τὰς χεῖρας, ἐμέρισε δὲ καὶ τὰ ὀψάρια, ὡς ἱστορεῖ ὁ ἱερὸς Μάρκος14· οἱ δὲ μαθηταὶ διένειμον αὐτὰ εἰς τὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ.

Καὶ ἔφαγον πάντες καὶ ἐχορτάσθησαν, καὶ ἦραν τὸ περισσεῦον τῶν κλασμάτων, δώδεκα κοφίνους πλήρεις· οἱ δὲ ἐσθίοντες ἦσαν ἄνδρες ὡσεὶ πεντακισχίλιοι χωρὶς γυναικῶν καὶ παιδίων15.

Μέγας εἶ, Κύριε, καὶ θαυμαστὰ τὰ ἔργα σου, καὶ οὐδεὶς λόγος ἐξαρκέσει πρὸς ὕμνον τῶν θαυμασίων σου! Κἄν εἰς μικρότατα καὶ σχεδὸν ἀόρατα ψιχία διαμερίσῃς τοὺς πέντε ἄρτους καὶ τοὺς δύο ἰχθύας, μόλις ἕν μόνον ψιχίον λαμβάνει ἕκαστος τῶν πέντε χιλιάδων· καὶ ὅμως τόσον ἔλαβεν ὁ κάθεὶς αὐτῶν, ἔτι δὲ καὶ αἱ γυναῖκες καὶ τὰ παιδία, ὥστε οὐ μόνον ἔφαγον πάντες καὶ ἐχορτάσθησαν, ἀλλὰ καὶ ἐπερίσσευσαν δώδεκα κόφινοι πλήρεις. Ἐπερίσσευσαν μὲν οἱ ἄρτοι καὶ οἱ ἰχθύες, ἵνα μὴ φάντασμα φανῇ τὸ θαῦμα· δώδεκα δὲ κόφινοι τὸ περίσσευμα, ἵνα ἕκαστος τῶν ἀποστόλων λάβῃ ἀνὰ ἕνα κόφινον· κλάσματα δέ, ἤγουν κομμάτια, καὶ οὐχὶ ἄρτοι καὶ ἰχθύες ὁλόκληροι ἐπερίσσευσαν, ἵνα ἐμφαίνωσιν, ὅτι λείψανα ἦσαν τῶν εὐλογηθέντων καὶ διατμηθέντων πέντε ἄρτων καὶ δύο ἰχθύων, ἤ πῶς οἱ ἄρτοι καὶ οἱ ἰχθύες ἐπληθύνοντο καὶ ἀνέβλυζον ἐκ τῶν χειρῶν τῶν ἀποστόλων, ἤ πῶς οὐδὲ ὀλιγώτερον, οὐδὲ περισσότερον, ἀλλὰ δώδεκα κόφινοι πλήρεις ἐπερίσσευσαν; Εἷς μόνος οἶδε τὸ πῶς, δηλαδὴ ὁ ταῦτα ποιήσας Θεός. Μόλις δὲ τὸ θαῦμα τέλος ἔλαβε·

Καὶ εὐθέως ἠνάγκασεν ὁ Ἰησοῦς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἐμβῆναι εἰς τὸ πλοῖον, καὶ προάγειν αὐτὸν εἰς τὸ πέραν, ἕως οὗ ἀπολύσῃ τοὺς ὄχλους16.

Μετὰ τὸ θαῦμα ἤθελεν ὁ Θεάνθρωπος, ὡς φαίνεται ἐκ τῶν κατωτέρῳ λόγων τοῦ αὐτοῦ εὐαγγελιστοῦ Ματθαίου, ἵνα ἀναβὰς μόνος εἰς τὸ ἐκεῖ ὄρος, προσευχηθῇ17· οἱ δὲ καλοὶ καὶ ἠγαπημένοι αὐτοῦ μαθηταὶ οὐκ ἤθελον χωρισθῆναι ἀπ’ αὐτοῦ· διὸ καὶ ἠνάγκασεν αὐτοὺς εὐθὺς ὁ σωτὴρ καὶ διδάσκαλος, ἵνα, ἕως οὗ αὐτὸς ἀπολύσῃ τοὺς ὄχλους, οἴτινες διὰ ξηρᾶς ἔμελλον ἐπιστρέψαι εἰς τὰ ἴδια, ἐκεῖνοι, ἐμβάντες εἰς τὸ πλοῖον, προπορευθῶσιν εἰς τὸ πέραν, ἤγουν εἰς τὸ περαιτέρω, ὅπου ἦν ἡ Βηθσαϊδά18. Ἐδίδαξε δὲ διὰ τούτου, ὅτι πρέπον ἐστίν, ἵνα καὶ περὶ τῆς ὠφελείας τῶν ἀδελφῶν διὰ παντὸς φροντίζωμεν, καὶ τῆς κατὰ μόνας προσευχῆς τὸ ἔργον μηδέποτε ἐγκαταλιμπάνωμεν.

 

_______________

Σημειώσεις:

  1. Ματ. ιδ΄, 1, 4.
  2. αὐτ. 14, 12, 13 & Μαρκ. στ΄, 32, 34.
  3. Ματ. ιδ΄, 15.
  4. Ἰωαν. στ΄, 5.
  5. Μαρ. ια΄, 16.
  6. Β΄ Κορ. ιβ΄, 9.
  7. Ματ. ιδ΄, 17.
  8. Ἰωαν. στ΄, 9.
  9. Ματ. ιδ΄, 18, 19.
  10. Μαρκ. στ΄, 29, 49.
  11. Α΄ Κορ. ιδ΄, 40.
  12. Λουκ. θ΄, 16.
  13. Ἐν τῇ εἰς τὸ κατὰ Ματθ. σειρᾶς.
  14. Μαρκ. στ΄, 41.
  15. Ματ. ιδ΄, 29.
  16. Ματ. ιδ΄, 22.
  17. αὐτ. ιδ΄, 23.
  18. Μαρκ. στ΄, 45.

 

Δείτε την ερμηνεία του Ευαγγελίου στο πρωτότυπο από το “Κυριακοδρόμιο των τεσσάρων Ευαγγελιστών”, του Νικηφόρου Θεοτόκη (τόμ. 1ος, σελ. 217 – Έκδοσις 1840), πατώντας εδώ (31/7/2014)

 

Κυριακή Η’ Ματθαίου: Ο θαυματουργικός χορτασμός († Μητροπολίτης Σουρόζ Αντώνιος Bloom)

Εἰς τὸ  ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Διαβάζουμε συνεχῶς γιὰ τὰ θαύματα τοῦ Χριστοῦ στὸ Ἅγιο Εὐαγγέλιο, καὶ ἀναρωτιόμαστε: «γιατὶ τέτοια θαύματα γινόντουσαν ἐκεῖνες τὶς ἡμέρες, καὶ στὶς μέρες μας βλέπουμε τόσα λίγα;» Νομίζω ὅτι ὑπάρχουν τρεῖς πιθανὲς ἀπαντήσεις.

Ἡ πρώτη εἶναι ὅτι δὲν βλέπουμε τὰ θαύματα ποὺ συμβαίνουν γύρω μας, θεωροῦμε τὰ πάντα δεδομένα, ἐντελῶς φυσικά. Παίρνουμε τὰ καλὰ ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Θεοῦ σὰν κάτι φυσιολογικὸ, καὶ δὲν βλέπουμε πλέον ὅτι ἡ ζωή εἶναι ἕνα θαυμάσιο, γεμάτο χαρὰ θαῦμα, ὅτι ὁ Θεὸς ἤθελε νὰ μᾶς δημιουργήσει, ὅτι μᾶς δημιούργησε ἀπὸ τὸ μηδὲν, ἅπλωσε μπροστά μας ὁλάκερο τὸ μυστήριο τῆς ὕπαρξης, δὲν κλείστηκε μέσα σ’ αὐτό. Μᾶς κάλεσε νὰ γίνουμε γιὰ πάντα φίλοι Του, νὰ ζήσουμε γιὰ πάντα τὴν αἰώνια, θεϊκὴ ζωή. Μᾶς ἀποκάλυψε τὸν Ἑαυτό Του· γνωρίζουμε ὅτι εἶναι Ἐκεῖνος, Τὸν γνωρίζουμε διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ὅπως τὸν Θεὸ τοῦ ὁποίου ἡ ἀγάπη δὲν κλονίστηκε οὔτε στὴν θέα τοῦ θανάτου Του γιὰ νὰ σώσει ἐκείνους ποὺ ἀγαπᾶ. Καὶ τὶ νὰ πεῖ κανεὶς γιὰ ἐκεῖνα τὰ θαύματα ποὺ εἶναι ἀκόμα πιὸ λίγο φανερὰ σ’ ἐμᾶς, ὅπως ἡ ὑγεία, ἡ εἰρήνη, ἡ φιλία, ἡ ἀγάπη; Εἶναι ὅλα γνήσια θαύματα – δὲν μπορεῖς νὰ τ’ἀγοράσεις, δὲν μπορεῖς νὰ βιάσεις κάποιον νὰ σοῦ δώσει τὴν καρδιά του· κι ὅμως γύρω μας ὑπάρχουν τόσες καρδιὲς ποὺ εἶναι ἀνοιχτὲς ἡ μία πρὸς τὴν ἄλλη, ὑπάρχει τόση φιλία, ἀγάπη. Καὶ ἡ ὕπαρξη μας ποὺ θεωροῦμε τόσο δεδομένη, δὲν εἶναι ἕνα θαῦμα;

Αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτο σημεῖο ποὺ ἤθελα νὰ θίξω: ὅτι ὁλάκερη ἡ ζωή εἶναι ἕνα θαῦμα. Γνωρίζω, φυσικά, ὅτι ὑπάρχει τόσος πολὺς πόνος καὶ τρόμος σ’αὐτό, ἀλλὰ τὴν ἴδια στιγμὴ ἕνα ἥσυχο, ἀδιατάρακτο φῶς λάμπει στὸ σκοτάδι: ἄν μοναχὰ μπορούσαμε νὰ πιστέψουμε στὸ φῶς, καὶ ἔτσι νὰ γίνουμε παιδιὰ τοῦ φωτὸς καὶ καθὼς λέει ὁ Χριστὸς, νὰ γίνουμε ἄγγελοι φωτός;

Ὑπάρχουν δύο ἀκόμα παρατηρήσεις ποὺ θὰ ἤθελα νὰ κάνω. Σήμερα διαβάζουμε ὅτι οἱ ἄνθρωποι βρίσκονταν σὲ ἀνάγκη, ὅτι οἱ ἀπόστολοι πρόσεξαν τὴν ἀνάγκη τους καὶ εἶπαν στὸν Κύριο: «Ἀπὸ σένα ἐξαρτᾶται νὰ ἀνακουφίσεις τὴν ἀνάγκη τους, νὰ ταϊσεις αὐτοὺς τοὺς πεινασμένους ἀνθρώπους». «Πῶς;» εἶπαν: «Ἔχουμε μόνο δύο ψάρια καὶ πέντε ψωμιά, εἶναι δυνατὸν νὰ φτάσουν γιὰ ἕνα τέτοιο πλῆθος;» Καὶ ὁ Χριστὸς εὐλόγησε ἐκεῖνα τὰ ψάρια καὶ τὰ ψωμιὰ καὶ ἔφτασαν γιὰ ὅλους.

Ἄρα, τὶ περιμένει ἀπὸ ἐμᾶς ὁ Θεὸς γιὰ νὰ μπορεῖ ἐλεύθερα, μὲ τὴν κυρίαρχη δύναμή Του, νὰ κάνει οὐράνια θαύματα στὴ γῆ; Πρῶτα, θὰ πρέπει νὰ δώσουμε προσοχὴ στὴν ἀνάγκη τοῦ ἄλλου ἀνθρώπου. Τόσο συχνὰ τὴν προσπερνᾶμε καὶ δὲν ἀνοίγουμε τὴν πόρτα στὸν Θεὸ γιὰ νὰ Τοῦ ἐπιτρέψουμε νὰ μπεῖ καὶ νὰ κάνει αὐτὸ ποὺ εἶναι ἀδύνατο σ’ἐμᾶς νὰ κάνουμε. Ἄς ἀνοίξουμε τὰ μάτια μας γιὰ νὰ δοῦμε τὶς ἀνάγκες τῶν ἀνθρώπων γύρω μας – ἀνάγκες ὑλικές, ψυχολογικές, πνευματικές, τὴν μοναξιὰ καὶ τὴν προσμονὴ κι ἀναρίθμητες ἄλλες.

Καὶ κάτι ἄλλο ποὺ ὁ Κύριος προτρέπει τοὺς μαθητές Του εἶναι, « δῶστε τὰ πάντα, καὶ θὰ τοὺς θρέψουμε ὅλους». Οἱ μαθητὲς δὲν ἄφησαν στὴν ἄκρη λίγο ψάρι καὶ λίγο ψωμὶ γιὰ τοὺς ἴδιους, τὰ ἔδωσαν ὅλα στὸν Κύριο. Κι ἐπειδὴ τὰ ἔδωσαν ὅλα, ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἡ Βασιλεία τῆς ἀγάπης ὅπου ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ ἐνεργεῖ ἐλεύθερα καὶ δίχως ἐμπόδια κυριάρχησε καὶ ὅλοι ἦταν εὐτυχισμένοι. Αὐτὸ τὸ κάλεσμα ἀπευθύνεται καὶ σ’ ἐμᾶς: ὅταν βλέπουμε νὰ ὑπάρχει ἀνάγκη, ἄς τὰ δίνουμε ὅλα, καὶ θὰ εἴμαστε πλῆροις.

Τώρα θὰ ἤθελα νὰ κάνω μιὰ τελευταία παρατήρηση: ὅταν ὁ παραλυτικὸς γιὰ τὸν ὁποῖο διαβάσαμε πρὶν μερικὲς ἑβδομάδες μεταφέρθηκε στὸν Κύριο, Ἐκεῖνος εἶδε τὴν πίστη τῶν ἀνθρώπων καὶ θεράπευσε τὸν ἄρρωστο ἄνδρα. Μποροῦμε νὰ ἐνδυναμώνουμε τὴν πίστη ποὺ λείπει ἀπὸ τοὺς γύρω μας, μποροῦμε νὰ τοὺς βαστάζουμε καὶ ἡ πίστη μας νὰ γίνει γι’ αὐτοὺς τὸ κρεβάτι ποὺ μετέφερε τὸν παραλυτικό. Ἀλλὰ ἡ πίστη δὲν ἀρκεῖ· στὴν περίπτωση τοῦ παραλυτικοῦ δὲν μπόρεσε νὰ τὸν θεραπεύσει ὁ Κύριος λόγω μόνο τῆς πίστης του, ἀλλὰ ὑπῆρχε μιὰ στοργικὴ ἀγάπη γιὰ τὸν ἀσθενῆ. Ἄν ὑπῆρχε τέτοια ἀγάπη μεταξύ μας θὰ εἶχε ἤδη ἐγκαθιδρυθεῖ ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ θὰ μποροῦσε νὰ ἐνεργεῖ ἐλεύθερα.

Ἄς τὸ λάβουμε ὑπ’ ὄψιν μας γιὰ κάθε ἕνα ἀπὸ τὰ θαύματα τοῦ Θεοῦ ποὺ γίνονται μὲ τὴ μεσολάβηση τοῦ ἀνθρώπου. Ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐμᾶς νὰ ἔλθει στὴ γῆ ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν ὁποία προσευχόμαστε καὶ ἀδημονοῦμε, αὐτὴ ἡ Βασιλεία ποὺ καλούμαστε νὰ οἰκοδομήσουμε μαζὶ μὲ τὸν Θεὸ καὶ στὸ δικὸΤου ὄνομα. Ἀμήν.

 

 

 

 

(Πηγή καιί Ἀπόδοση στὴν νεοελληνική: www.agiazoni.gr)

ΕΥΘΑΝΑΣΙΑ: Το φάντασμα του Μηδενισμού στοιχειώνει στη Δυτική Ευρώπη! (Michel Houellebecq)

Λέγεται ότι ο Γκάντι, όταν ρωτήθηκε τι πίστευε για τον δυτικό πολιτισμό, απάντησε μετά από λίγα δευτερόλεπτα: «Αυτός θα μπορούσε να είναι μια καλή ιδέα». Είναι αστείο, αλλά και άδικο, υπήρχε ένας δυτικός πολιτισμός. Αλλά το γεγονός είναι ότι έχει σε μεγάλο βαθμό περάσει πίσω μας. Το να μιλάμε για «πολιτισμό» για να περιγράψουμε την κατάσταση των πραγμάτων στην Ευρώπη δίνει την εντύπωση ότι ενδίδουμε σε μια μεγαλοπρεπή λέξη.

Προτεσταντισμός και Διαφωτισμός

Βαθιά μέσα μας, το νιώθουμε, ακόμα κι αν το παραδεχτούμε παραμένει δύσκολο, είναι κάτι που έχει λήξει. Οι διάδοχοί μας, αν υπάρξουν, και αν τύχει να μας σκεφτούν σε λίγους αιώνες, δεν θα νιώσουν ούτε αγανάκτηση ούτε θυμό. Δεν θα ανησυχούν πλέον. Πιθανότατα θα νιώσουν μια αόριστη αηδία και, πάνω απ’ όλα, μια τεράστια αμηχανία. Οι πιο μορφωμένοι ανάμεσά τους θα προσπαθήσουν να την μετριάσουν γράφοντας τεράστια έργα, από τα οποία η Ιστορία της Παρακμής και της Πτώσης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας παραμένει ένα κλασικό παράδειγμα. Μια απλοποιημένη περίληψη των θέσεων του Γίββωνα, που εξηγούν την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας μέσω της ανάπτυξης του Χριστιανισμού, εκτός από το ότι είναι πειστική και σαφής, έχει το πλεονέκτημα ότι επεκτείνεται εύκολα από τις θέσεις του Αυγούστου Κοντ για τη μετάβαση από τη θεολογική στη μεταφυσική κατάσταση, της οποίας η μόνη λειτουργία ήταν η καταστροφή. Η παρακμή της Δύσης βρίσκει έτσι τη φυσική της εξήγηση στην πτώση του Χριστιανισμού που ξεκίνησε ο προτεσταντισμός και ολοκληρώθηκε από τον διαφωτισμό. Ο Νίτσε λέει σχεδόν το ίδιο πράγμα*, προσθέτοντας διασκεδαστικά ειδικά εφέ με ακροβάτες και αετούς. Αυτό που δεν ταιριάζει απόλυτα, ωστόσο, είναι ότι τα πράγματα δεν είναι καλύτερα στην Ασία. Η δημογραφική παρακμή στις πιο τεχνολογικά προηγμένες χώρες – Ιαπωνία, Κορέα και πιο πρόσφατα Κίνα – είναι ακόμη πιο ραγδαία, σε σημείο που οι πληθυσμοί τους κινδυνεύουν να εξαφανιστούν στο όχι και τόσο μακρινό μέλλον. Είναι πράγματι η ίδια η νεωτερικότητα που αυτοκαταστρέφεται μπροστά στα μάτια μας.

«Τα πράγματα καταρρέουν· το κέντρο δεν αντέχει πλέον·/ ξεκάθαρη η αναρχία εξαπολύεται στον κόσμο», έγραψε ο Γέιτς το 1919, διαισθανόμενος ότι, για την Ευρώπη, ο πρόσφατα τερματισμένος πόλεμος θα ήταν απλώς ο προάγγελος άλλων, πιο σημαντικών καταστροφών. Ο πόλεμος γέννησε πόλεμο, ο ναζισμός άνοιξε μια σκοτεινή πόρτα που δεν έκλεισε ποτέ πλήρως, και οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι απλώς επιτάχυναν την αποσύνθεση των χωρών που διέπραξαν την τρέλα να εισέλθουν σε αυτούς.

Έναν αιώνα μετά το ποίημα του Γέιτς, το κέντρο δεν έχει αντέξει – και αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στην περίπτωση του ευρωπαϊκού πολιτικού κέντρου, των Βρυξελλών. Στο Βέλγιο, η ευθανασία, διαθέσιμη σε «άτομα που πάσχουν από ψυχικές ασθένειες» από το 2002, είναι διαθέσιμη και σε ανηλίκους από το 2014. Μερικές εστίες αντίστασης εξακολουθούν να αντέχουν, αλλά η μία μετά την άλλη τα εμπόδια σπάνε, και μας βυθίζει αυτή η «θάλασσα μαυρισμένη από αίμα», όπως την περιγράφει ο Γέιτς στον ακόλουθο στίχο.

 

«Προοδευτικότητα» και πρωτόγνωρη αλαζονεία

Η Γαλλία είναι πιθανό να είναι το επόμενο φράγμα που θα παρασυρθεί από αυτή τη θάλασσα· είναι ακόμα δυνατό να το αποφύγουμε, αλλά η ελπίδα εξασθενεί. Εδώ και αρκετά χρόνια, αγωνίζομαι να καταπολεμήσω την ευθανασία, και καθώς η πεποίθηση μεγαλώνει μέσα μου ότι δίνω μια μάχη που είμαι καταδικασμένος να χάσω, νιώθω σαν να έχω παίξει όλα μου τα χαρτιά, και μάλιστα άρχισα να κάνω απάτη. Για μια τελευταία φορά, πιστεύω ότι αξίζει να συστήσω σε εκείνους των οποίων η ψήφος θα έχει την ισχύ του νόμου να αναλογιστούν τους λίγους φιλοσόφους σε όλη την ιστορία που έχουν εγκρίνει την αυτοκτονία – είναι αρκετά εκπληκτικό, στην πραγματικότητα: ο «προοδευτισμός» απορρίπτει με περιφρόνηση, με ένα νεύμα του χεριού, όχι μόνο όλες τις υπάρχουσες θρησκευτικές παραδόσεις, αλλά σχεδόν όλα όσα έχουν σκεφτεί οι προηγούμενοι φιλόσοφοι. Τέτοια αλαζονεία, πιστεύω, δεν έχει ξαναδεί ποτέ στην ανθρώπινη ιστορία. Αλλά οι φιλοσοφίες, σε αντίθεση με τις θρησκείες, μιλούν πρωτίστως στην ανθρώπινη διάνοια, σπάνια αγγίζοντας αυτό που είναι ουσιώδες μέσα μας. Η καθολική θρησκεία, παρά, όπως φαίνεται, κάποιες πρόσφατες αναταραχές, υστερεί εδώ και καιρό στην Ευρώπη, και δεν είμαι στο σημείο να προτιμώ μια ισλαμική κοινωνία απλώς και μόνο επειδή η κοσμική κοινωνία αποκλίνει από τον ηθικό νόμο.

Δεν είμαι όμως σίγουρος ότι θέλω να ανήκω σε μια κοινωνία που νομιμοποιεί την ευθανασία. Η υπεράσπιση της Δύσης είναι καλή και ωφέλιμη, αρκεί να αξίζει να την υπερασπιστούμε. Αρκεί να εξετάσει κανείς τα επιχειρήματα των υποστηρικτών της ευθανασίας για να κατακλυστεί από αηδία, και από αυτήν την αηδία, εξαπολύεται μια ηθική εξέγερση. Αυτά τα επιχειρήματα, στην πραγματικότητα, καταλήγουν σε ένα μόνο: αξιοπρέπεια. Αλλά αυτή η λέξη έχει χρησιμοποιηθεί τόσο συχνά και με τόσο διεστραμμένο τρόπο, που η σημασία της έχει γίνει δύσκολο να κατανοηθεί. Όπως βλέπουν οι υποστηρικτές της ευθανασίας, η επιθυμία για αξιοπρέπεια που εκφράζει το ετοιμοθάνατο άτομο, όπως βεβαιώνεται από τα αγαπημένα του πρόσωπα, εκφράζεται γενικά με φράσεις όπως: «Δεν άντεχε να γίνει λαχανικό». Ο ισχυρισμός θα ήταν πιο πειστικός αν μπορούσαν να τον συμπληρώσουν ως εξής: «Δεν άντεχε να γίνει λαχανικό. Θα προτιμούσε να γίνει πτώμα». Επιπλέον, η μεταφορά του λαχανικού αποκαλύπτει μια οδυνηρά ρεαλιστική άποψη για τα ανθρώπινα όντα. Ιδανικά, τα ανθρώπινα όντα θα πρέπει να κινούνται, να εκτελούν πράξεις και τελικά να ζουν ενεργή ζωή. Και αν αυτό είναι οριστικά αδύνατο, θα έπρεπε τουλάχιστον να επικοινωνούν, να επιδεικνύουν την ικανότητα να αλληλεπιδρούν, τουλάχιστον λεκτικά, με την υπόλοιπη κοινωνία. Έτσι, οι άνθρωποι ανάγονται στην αξία χρήσης τους, δηλαδή στην αρχική τους αξία μείον έναν συντελεστή υποτίμησης. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς μια πιο άμεση αντίθεση στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια με την έννοια του Ιμμάνουελ Καντ, στην καντιανή ιδέα ότι η ανθρωπιά  (humanité), στο πρόσωπό της καθώς και σε αυτό των άλλων, πρέπει πάντα να θεωρείται αυτοσκοπός και ποτέ απλώς μέσο.

 

Βιώνουμε το φάντασμα του Μηδενισμού

Μια πρώτη αλλοίωση είχε ήδη συμβεί, και δυστυχώς, ήταν κατά τη διάρκεια του απολύτως δικαιολογημένου αγώνα κατά του πόνου των ζώων, όταν οι «antispécistes » ανέλαβαν να τον διεξάγουν στο όνομα της αμφίβολης έννοιας των «δικαιωμάτων των ζώων», όταν το μόνο που χρειαζόταν ήταν να συνεχίσουν να ακούν την μετριοπαθή αλλά πυρακτωμένη, αιώνια φωνή της συμπόνιας. Με την ευθανασία, δεν πρόκειται πλέον για αλλοίωση, αλλά για μια βουτιά στην άβυσσο. Για τον Καντ, για τους στοχαστές πιο αφελών αιώνων, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια ήταν απλώς συνδεδεμένη με το να είσαι άνθρωπος. Δεν βλέπουμε πλέον τα πράγματα με τον ίδιο τρόπο. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια αλλοιώνεται μέσα μας, η ζωή μας είναι η ίδια μια διαδικασία αλλαγής, και πρέπει να είμαστε έτοιμοι ανά πάσα στιγμή να τη δικαιολογήσουμε στα μάτια μας ή ακόμα και στα μάτια των άλλων (στο βαθμό που αυτό κάνει τη διαφορά).

Για σχεδόν δύο αιώνες, το φάντασμα του μηδενισμού στοιχειώνει τη Δυτική Ευρώπη. Τώρα είναι εδώ, το βιώνουμε. Δεν περιμέναμε μηδενισμό σε αυτή τη μορφή, δεν είναι ούτε σκοτεινός ούτε λυκόφως. Είναι μάλλον πολύχρωμος και χαρούμενος. Για να τον φανταστείτε, μην σκεφτείτε τον Ντοστογιέφσκι ή τον Νίτσε, αλλά μάλλον θυμηθείτε μια διαφήμιση για την Simons (μια καναδική αλυσίδα ρούχων) που υποτίθεται ότι απεικόνιζε μια χαρούμενη ευθανασία. Ήταν εκπληκτικά αξιοπρεπής. Γυρισμένη δίπλα στη θάλασσα, υπήρχαν κύματα και ένα τσέλο, ένα μεγάλο, ευχάριστο γεύμα με cheesecake και ξεσπάσματα γέλιου, ο τίτλος ήταν: «Όλα είναι ομορφιά», η γυναίκα που θα έφευγε σύντομα από τη ζωή ήταν νέα, συγκινητική και συμπαθητική. Ήταν καλλιτέχνιδα, την είδαν να σχεδιάζει σχήματα στην άμμο με ένα ξυλάκι. Η Simons απέσυρε το βίντεό της μετά από πάρα πολλά σαρκαστικά σχόλια στο διαδίκτυο που χλεύαζαν τη χρήση εικόνων από τη βιομηχανία πολυτελείας για την προώθηση της ευθανασίας. Πράγματι, έμοιαζε με διαφήμιση της Chanel ή του Saint Laurent.

Ας εμβαθύνουμε λίγο περισσότερο σε αυτό το ζήτημα της αξιοπρέπειας. Όταν έκανα έρευνα για την υπόθεση Βινσέντ Λαμπέρτ**, θυμάμαι μια «λευκή βίβλο» σχετικά με τη λειτουργία των κέντρων EVC-EPR, εκείνων που δημιουργήθηκαν με τον Νόμο Κουσνέρ, όπου ο Βίνσεντ Λαμπέρτ θα έπρεπε να είχε τοποθετηθεί αν το ιατρικό σύστημα λειτουργούσε σωστά. Ένα ανέκδοτο μου έκανε εντύπωση: μια γυναίκα που ήταν σιωπηλή για χρόνια άρχισε ξαφνικά να μιλάει ξανά κατά τη διάρκεια μιας απροσδόκητης επίσκεψης. Όταν ένας γιατρός εξέφρασε την έκπληξή του, επειδή προσπαθούσε ανεπιτυχώς για χρόνια να επικοινωνήσει μαζί της, εκείνη απάντησε: «Αυτό που λέγατε δεν ήταν και τόσο ενδιαφέρον». «Μια πολύ επιβαρυμένη κατάσταση υγείας μπορεί να δικαιολογήσει ορισμένες παραβιάσεις της ευγένειας, αλλά εξακολουθεί να είναι ένα μάθημα που αξίζει να θυμόμαστε: αν οι άνθρωποι δεν σας μιλούν, μερικές φορές είναι επειδή δεν έχουν τίποτα να σας πουν.

 

Αξιοπρέπεια και εγωισμός

Όποιος έχει γράψει ποτέ, ή έστω και απλώς επιχειρήσει να γράψει, γνωρίζει ότι μερικές φορές είναι δυνατό – είναι δύσκολο να εξηγηθεί, αλλά είναι αλήθεια – να εκφράσει γραπτώς πραγματικότητες απρόσιτες στον λόγο. Και όποιος έχει γράψει πραγματικά γνωρίζει κάτι άλλο, κάτι ακόμα πιο θλιβερό: ότι αυτό που έχει γράψει κανείς δεν θα είναι παρά ένα αμυδρό ίχνος αυτού που ονειρεύτηκε να γράψει. Ακόμα και κάποιος τόσο παραγωγικός στο λογοτεχνικό του έργο, όσο ο Μπαλζάκ, το παραδέχεται: τα βιβλία που έχει γράψει κανείς είναι λιγότερο όμορφα από αυτά που απλώς ονειρεύτηκε. Ο λόγος δεν είναι παρά ένα κλάσμα της γραφής, η οποία από μόνη της δεν είναι παρά ένα κλάσμα της εσωτερικής ζωής. Το να περιορίσει κανείς το μυαλό ενός ατόμου στις προφορικές του επικοινωνιακές δεξιότητες είναι απλώς ανόητο.

Από ηθική άποψη, η συμπεριφορά με αξιοπρέπεια θα σήμαινε την υιοθέτηση, απέναντι στα βάσανα και τις λύπες της ζωής, μιας στάσης ηρεμίας, αυτοσυγκράτησης και στωικότητας. Η αξιοπρέπεια, εν ολίγοις, δεν θα διέφερε πολύ από τη συναισθηματική σεμνότητα, η οποία ήδη δίνει αφορμή για υποψίες. Ενώ η σεμνότητα είναι σε όλες τις περιπτώσεις ένα μάλλον αμφίβολο συναίσθημα, κάπως πολύ στενά συνδεδεμένο με την ντροπή, η συναισθηματική σεμνότητα, υπό όλες τις μορφές της, είναι μακράν η πιο τοξική.

Έχω ακούσει τόσους επαίνους στα μέσα ενημέρωσης για την «αξιοπρέπεια» των θυμάτων αυτού ή εκείνου του τραγικού γεγονότος που έχω αρχίσει να αντιπαθώ τη λέξη αξιοπρέπεια. Αντιμέτωποι με μεγάλο πόνο, η πιο υγιής στάση είναι προφανώς να κλαίμε, να ουρλιάζουμε, να βογκάμε, να ικετεύουμε το θείο έλεος ή άλλων ανθρώπινων όντων. Ο Στωικός είναι ουσιαστικά απλώς μια θεωρητική μαριονέτα, απαλλαγμένη από κάθε πιθανολογία. Ο Στωικισμός είναι μια φιλοσοφία, που θα ήταν καλύτερα να μην συγκαταλέγεται στην φιλοσοφία.

Δεν είναι μόνο αυτό, όπως συνειδητοποιώ με έκπληξη, ότι στον σεξουαλικό τομέα είμαστε διαμετρικά αντίθετοι με την εποχή των χίπις που σημάδεψε τη νεότητά μου. Όταν ήμουν έφηβος, ήταν της μόδας να επικρίνουμε την παροιμία «τα αγόρια δεν κλαίνε» και αντ’ αυτού να ενθαρρύνουμε τα αγόρια να εκφράζουν ελεύθερα τα συναισθήματά τους. Η σημασία αυτής της παροιμίας, επιπλέον, είχε υπερεκτιμηθεί σε μεγάλο βαθμό: οι λογοτεχνικές αναφορές δείχνουν ξεκάθαρα ότι οι μεσαιωνικοί ιππότες έχυναν άφθονα δάκρυα στον θάνατο των συμπολεμιστών τους. Μόνο από τις αρχές του 20ού αιώνα, και ιδιαίτερα στις αγγλοσαξονικές χώρες, η εντολή για σεμνότητα κυριάρχησε, μαζί με την επιλογή να αποκρύψουν τον θάνατο, και για τους ίδιους λόγους.

Μισό αιώνα μετά την εποχή των χίπις, όλα έχουν αλλάξει και δεν είναι πλέον μόνο οι άνδρες που πρέπει να συγκρατούν τα δάκρυά τους. Το ίδιο κάνουν και οι γυναίκες, κατά προτίμηση. Μέσω της απόλυτης αξιοπρέπειας, μέσω της απόλυτης σεμνότητας στην έκφραση των συναισθημάτων κάποιου, άλλοι καταλήγουν να υποθέτουν ότι νιώθεις πολύ λίγα συναισθήματα και ότι μπορούν να ασχοληθούν ήρεμα με τις δουλειές τους. Η αξιοπρέπεια, στην ουσία, έχει μόνο έναν σκοπό: να νομιμοποιήσει τη συνεχή πρακτική του πιο τέλειου εγωισμού. Είναι ένας σημαντικός σκοπός.

Η σεμνότητα, μια πιο σαφής εκδοχή της αξιοπρέπειας, έχει ακόμη πιο δηλητηριώδεις συνέπειες όταν δεν αφορά πλέον μόνο τα συναισθήματα, αλλά επιτίθεται στο φυσικό σώμα – και αυτό είναι κάτι πολύ πιο σοβαρό, πολύ πιο θανατηφόρο και πολύ πιο επαχθές από τη σεξουαλική σεμνότητα. Ας δώσουμε τον λόγο στην αξιοπρέπεια. Είναι πραγματικά σεμνό και αξιοπρεπές, όταν κάποιος είναι τόσο κοντά σε ένα λαχανικό, όταν είναι τόσο σωματικά υποβαθμισμένος, να επιδεικνύεται δημόσια; Να επιδεικνύεται, ακόμη και, σε οποιονδήποτε; Είναι πραγματικά σεμνό και αξιοπρεπές, τελικά, να υπάρχει;

Τώρα που βρίσκεστε στο κέντρο του, ντρέπεστε για την ίδια σας την ύπαρξη, και η ευθανασία είναι προ των πυλών. Εγώ, που τόσο συχνά έχω διασκεδάσει τον εαυτό μου κοροϊδεύοντας τον Νίτσε – και δεν μπόρεσα να αντισταθώ ούτε αυτή τη φορά, είναι τόσο αστείος με το μουστάκι του – θα ήθελα ακόμα να του αποτίσω φόρο τιμής παραθέτοντας αυτούς τους στίχους από το Χαρούμενη Επιστήμη:

«Ποιον αποκαλείς κακό;»

«Αυτόν που θέλει πάντα να ντροπιάζει τους άλλους.»

«Τι είναι πιο ανθρώπινο για εσένα;»

«Να γλιτώσεις κάποιον από την ντροπή.»

 

Άνθρωπος και «ζωική σοφία»

Είναι οδυνηρό να το πω, ίσως να μην είμαστε πλέον εντελώς άνθρωποι. Μετά από μια παράκαμψη αρκετών χιλιετιών, η Δύση φαίνεται να έχει επιστρέψει σε εκείνη την αρχαία ζωική σοφία που, σχεδόν σε όλα τα κοινωνικά είδη, αναγκάζει το άρρωστο ζώο να αφήσει τη φυλή να πεθάνει μόνο του – γνωρίζοντας πολύ καλά ότι δεν έχει καμία συμπόνια να περιμένει από τους συνανθρώπους του, ότι είναι πιο πιθανό να σκοτωθεί, όπως τα πουλιά στο Μαγικό Βουνό του Τόμας Μαν, με τσιμπήματα. Πιστεύαμε εδώ και καιρό ότι είμαστε μια φυλή ανώτερης τάξης. Κάναμε λάθος, λένε οι ακτιβιστές για τα δικαιώματα των ζώων, και αυτή η επιστροφή στο δίκαιο των ζώων – και αυτό είναι το πιο παράξενο πράγμα – θα πρέπει να θεωρείται πρόοδος. Αυτό που είναι βέβαιο, σε κάθε περίπτωση, είναι ότι ο προοδευτισμός λειτουργεί ακριβώς σαν μηχανισμός καστάνιας. Όταν έχει συμβεί μια «κοινωνική πρόοδος» (έκτρωση, θανατική ποινή, γάμος ομοφυλοφίλων, εξωσωματική γονιμοποίηση, παρένθετη μητρότητα, οτιδήποτε), δεν υπάρχει θέμα επιστροφής, κανείς δεν το σκέφτεται καν. Αυτή η υπόθεση είναι αντιδημοκρατική: αυτό που έχει κάνει ένας νόμος, ένας άλλος νόμος μπορεί να αναιρέσει. Τουλάχιστον, αυτή είναι η δική μου κατανόηση του νόμου. Αλλά μας επιτρέπει να ταυτίσουμε τον προοδευτισμό με αυτό που πραγματικά είναι: το πεπρωμένο.

Ίσως έχουμε δίκιο να πιστεύουμε ότι είναι μάταιο να αγωνιζόμαστε ενάντια στο πεπρωμένο και ότι κάθε τραγωδία πρέπει να έχει τον κύκλο της. Δεν μπορώ παρά να σκεφτώ ότι απαιτώντας πρόσβαση στην ευθανασία για τους πολίτες της, η Γαλλία στην πραγματικότητα απαιτεί τη δική της ευθανασία. Μπορεί να φαίνεται περίεργο το γεγονός ότι είμαι εχθρικός προς αυτό το νομοσχέδιο, δεδομένου ότι συχνά έχω επιβαρυνθεί με έναν παράξενο νεολογισμό: υποτίθεται ότι είμαι απαισιόδοξος. Ας το πούμε απλώς. Είναι αλήθεια ότι έχω αφιερωθεί στην εξέταση των συμπτωμάτων της δυτικής αυτοκτονίας, της ανόδου του μηδενισμού. Αλλά δεν θυμάμαι ποτέ να έχω χαρεί γι’ αυτό. Μπαίνουμε σε έναν κόσμο όπου θα είναι πιο εύκολο να πεθάνει κανείς. Θα προτιμούσα έναν κόσμο που θα μπορούσαμε να ζήσουμε.

 

*«Ο Θεός είναι νεκρός! Ο Θεός παραμένει νεκρός! Και τον έχουμε σκοτώσει εμείς!…»

**Ο Βινσέντ Λαμπέρ  ήταν Γάλλος που το 2008 έπεσε, συνεπεία τροχαίου ατυχήματος,  σε επίμονη φυτική κατάσταση. Μετά από 11 χρόνια νομικής διαμάχης μεταξύ των δύο πλευρών της οικογένειάς του, τα δικαστήρια επέτρεψαν στον Λαμπέρτ να πεθάνει από πείνα στις 11 Ιουλίου 2019.

 

Οι υπότιτλοι είναι του επιμελητή.

Επιμέλεια: Ε.Δ.Νιάνιος

 

 

(Πηγή: https://www.lefigaro.fr/vox/societe/michel-houellebecq-les-arguments-des-partisans-de-l-euthanasie-devraient-declencher-une-insurrection-morale-20260709, antifono.gr)

Η οικογένεια ως ελπίδα, συνέχεια και νόημα: ένα πλεονέκτημα της χριστιανικής ζωής (Πέτρος Δ. Δαμιανός, Δρ. Φιλοσοφίας – Διδακτικό Προσωπικό

Ζούμε σε μια εποχή κατά την οποία ο άνθρωπος διαθέτει περισσότερες υλικές δυνατότητες από κάθε προηγούμενη γενιά, αλλά συχνά δυσκολεύεται να απαντήσει σε ένα απλό ερώτημα: «Γιατί ζω;». Η τεχνολογία προχωρά, η άνεση αυξάνεται, οι επιλογές πολλαπλασιάζονται, όμως η αίσθηση νοήματος δεν ακολουθεί πάντοτε την ίδια πορεία.

Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, η Ορθόδοξη χριστιανική παράδοση διατηρεί μια ιδιαίτερη κατανόηση του ανθρώπου και της οικογένειας, η οποία αποτελεί όχι μόνο πνευματική διδασκαλία αλλά και ένα βαθύ κοινωνικό και ανθρωπολογικό πλεονέκτημα.

Ο σύγχρονος πολιτισμός συχνά προβάλλει ως ύψιστο σκοπό την ατομική αυτοπραγμάτωση. Ο άνθρωπος καλείται να βρει την ταυτότητά του μέσα από την καριέρα, την κατανάλωση, τις εμπειρίες ή την προσωπική επιτυχία. Όμως οι δρόμοι αυτοί είναι εκ των πραγμάτων περιορισμένοι. Ελάχιστοι θα γίνουν διάσημοι καλλιτέχνες, μεγάλοι επιστήμονες ή πρόσωπα με ιστορική επιρροή. Ο μέσος άνθρωπος δύσκολα θα αφήσει πίσω του κάποιο έργο που θα μνημονεύεται μετά από αιώνες.

Η χριστιανική αντίληψη προτείνει κάτι διαφορετικό. Υπενθυμίζει ότι η αξία της ανθρώπινης ζωής δεν εξαρτάται από τη δημόσια αναγνώριση ούτε από την κοινωνική επιτυχία. Ο άνθρωπος αποκτά νόημα μέσα από την αγάπη, τη θυσία και τη σχέση. Και η οικογένεια αποτελεί ίσως το πιο φυσικό και βαθύ πεδίο άσκησης αυτών των αρετών.

Για τον χριστιανό, το παιδί δεν είναι απλώς μια βιολογική συνέχεια ούτε ένα προσωπικό εγχείρημα. Είναι πρόσωπο, εικόνα του Θεού, φορέας μιας αιώνιας προοπτικής. Η ανατροφή ενός παιδιού δεν είναι μόνο προσφορά προς την κοινωνία αλλά συμμετοχή στο έργο της ζωής που ο ίδιος ο Θεός χαρίζει στον κόσμο.

Αυτό προσφέρει κάτι που συχνά λείπει από τις πιο ατομοκεντρικές αντιλήψεις: μια βαθιά αίσθηση συνέχειας.

Ο άνθρωπος δεν βιώνει τον εαυτό του ως απομονωμένο άτομο που εμφανίζεται για λίγες δεκαετίες στη γη και κατόπιν εξαφανίζεται. Βιώνει τον εαυτό του ως κρίκο μιας αλυσίδας που συνδέει τους προγόνους με τους απογόνους, το παρελθόν με το μέλλον. Μέσα από την οικογένεια μεταδίδονται όχι μόνο γονίδια αλλά και τρόποι ζωής, αξίες, μνήμες, πίστη, ήθος και πολιτισμός.

Κάθε γενιά παραλαμβάνει έναν κόσμο και παραδίδει έναν κόσμο. Αυτή η συνείδηση δημιουργεί μια μορφή νοήματος που δύσκολα μπορεί να αντικατασταθεί από ατομικές επιτυχίες.

Επιπλέον, η χριστιανική κοινότητα λειτουργεί ως στήριγμα της οικογένειας. Η ενορία, οι συγγενικοί δεσμοί, η κοινή πίστη και η αλληλεγγύη μειώνουν το βάρος που διαφορετικά θα έπρεπε να σηκώσει μόνο του το κάθε ζευγάρι. Η οικογένεια δεν θεωρείται ιδιωτική υπόθεση δύο ατόμων αλλά κύτταρο ενός ευρύτερου σώματος.

Αυτό εξηγεί γιατί πολλές χριστιανικές οικογένειες κατορθώνουν να αντιμετωπίζουν με μεγαλύτερη ανθεκτικότητα δυσκολίες που για άλλους φαίνονται ανυπέρβλητες. Δεν σημαίνει ότι δεν αντιμετωπίζουν οικονομικές πιέσεις ή προσωπικές δοκιμασίες. Σημαίνει όμως ότι διαθέτουν ένα ισχυρότερο πλαίσιο νοήματος μέσα στο οποίο οι θυσίες αποκτούν σκοπό.

Ο άνθρωπος μπορεί να αντέξει πολλά όταν γνωρίζει γιατί τα υπομένει.

Η σύγχρονη κοινωνία συχνά αντιμετωπίζει τα παιδιά κυρίως ως κόστος: οικονομικό κόστος, κόστος χρόνου, κόστος προσωπικής ελευθερίας.

Η χριστιανική ματιά δεν αρνείται τις θυσίες, αλλά τις τοποθετεί μέσα σε μια διαφορετική ιεράρχηση αξιών. Βλέπει στα παιδιά όχι μόνο την ευθύνη αλλά και το δώρο· όχι μόνο την επιβάρυνση αλλά και την ελπίδα.

Ίσως εδώ βρίσκεται ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα του χριστιανού σήμερα. Σε μια εποχή όπου πολλοί αγωνίζονται να βρουν κάτι που να τους υπερβαίνει, η χριστιανική ζωή προσφέρει ήδη μια απάντηση: την αγάπη προς τον Θεό και τον πλησίον, τη συμμετοχή σε μια ζωντανή κοινότητα και τη δυνατότητα να μεταδώσει κανείς ζωή, πίστη και ήθος στις επόμενες γενιές.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η αξία ενός ανθρώπου εξαρτάται από το αν θα αποκτήσει παιδιά. Η Εκκλησία πάντοτε τίμησε και άλλες κλήσεις, όπως τη μοναχική ζωή ή την αφιέρωση στη διακονία των άλλων. Σημαίνει όμως ότι η οικογένεια δεν είναι απλώς μία από τις πολλές επιλογές της αγοράς των τρόπων ζωής. Είναι ένας από τους θεμελιώδεις δρόμους μέσα από τους οποίους ο άνθρωπος μαθαίνει να αγαπά, να θυσιάζεται και να συμμετέχει σε κάτι που θα συνεχιστεί πέρα από τον ίδιο.

Και ίσως αυτό να αποτελεί μια από τις πιο πολύτιμες υπενθυμίσεις της Ορθόδοξης παράδοσης προς τον σύγχρονο κόσμο: ότι η μεγαλύτερη κληρονομιά που μπορεί να αφήσει κανείς δεν είναι η φήμη ούτε ο πλούτος, αλλά οι άνθρωποι στους οποίους μετέδωσε ζωή, πίστη, αγάπη και ελπίδα.

 

 

(Πηγή: pemptousia.gr)

Ο πύρινος Προφήτης Ηλίας († Αρχ. Γεώργιος Καψάνης, Προηγούμενος Ι. Μ. Γρηγορίου Αγίου Όρους)

Ο άγιος Προφήτης Ηλίας έζησε στα χρόνια της Παλαιάς Διαθήκης. Εντούτοις είναι μία από τις μεγάλες μορφές, οι οποίες δεσπόζουν όχι μόνον στην ιστορία της Παλαιάς Διαθήκης αλλά και στην περίοδο της Χάριτος, στην μετά Χριστόν Οικονομία. Είναι όντως πύρινος στον ζήλο του προς τον Θεό, και τα έργα του για τη δόξα του Θεού είναι μοναδικά. Δεν έδινε «ύπνον τοις οφθαλμοίς του και τοις βλεφάροις του νυσταγμόν» ούτε «ανάπαυσιν τοις κροτάφοις του» (Ψαλμ. 131:4), εάν δεν διεκδικούσε τα δικαιώματα, τις εντολές, την αλήθεια, την δόξα του Κυρίου του Θεού του Παντοκράτορος.

Εκείνη η εποχή είχε πολλά κοινά σημεία με την σημερινή εποχή. Ήταν μία εποχή συγκρητισμού, δηλαδή αναμείξεως των θρησκευτικών πεποιθήσεων και των πολιτισμών. Οι Ισραηλίτες, θαμπωμένοι από τον πολιτισμό και την στρατιωτική και πολιτική δύναμη των λαών, οι οποίοι τους συμπεριέλαβαν, άρχισαν να δέχονται επιδράσεις από τους λαούς αυτούς, να δέχονται τον πολιτισμό τους, την θρησκεία τους, και να αρνούνται την δική τους παράδοση και την δική τους πίστη. Οι βασιλείς και άρχοντες έλαβαν γυναίκες των περιοίκων ειδωλολατρικών λαών, και αυτές ήλθαν στο Ισραήλ και έφεραν την θρησκεία τους, τα είδωλά τους, τον Βάαλ, τις ανθρωποθυσίες και όλα αυτά τα των ψευδών θεών. Όλοι άρχισαν να ερωτοτροπούν με την νέα θρησκεία, την ειδωλολατρική. Άρχισαν να απαρνούνται την πίστη τους. Ήθελαν, όπως συνηθίζεται σ’ αυτές τις περιπτώσεις, να πηγαίνουν με τους ισχυρούς, για να έχουν τα οφέλη της εξουσίας. Αλλά υπήρχαν και οι πιστοί στον Άγιο Θεό, οι οποίοι δεν δελεάστηκαν από τις προσφορές και τα οφέλη της εξουσίας, αλλά ήθελαν να μείνουν πιστοί στην πατροπαράδοτη ευσέβεια στον αληθινό Θεό. Αρχηγός αυτών ήταν ο προφήτης Ηλίας. Και όλοι οι αγώνες του Προφήτου ήταν αυτοί ακριβώς· να πείσει άρχοντες και λαό να μη εξωμόσουν, να μη προδώσουν, να μη αφήσουν τον αληθινό Θεό και πορευθούν οπίσω των ψευδών θεών.

 

***

 

Όπως σήμερα, έτσι και τότε, το να ακολουθήσει κανείς την ειδωλολατρία εθεωρείτο τρόπον τινά μοντερνισμός. Ότι όποιος ακολουθεί την πίστη των Πατέρων είναι ασυγχρόνιστος, ενώ όποιος πάει με την νέα θρησκεία, με την ειδωλολατρία, αυτός είναι άνθρωπος της εποχής, είναι σύγχρονος, είναι μοντέρνος άνθρωπος. Κάτι παρόμοιο γίνεται και σήμερα. Προβάλλεται ο αθεϊσμός ως σύγχρονος τρόπος ζωής και θεωρούνται αυτοί που μένουν πιστοί στην Αγία μας Εκκλησία και στην πίστη των Πατέρων μας ως καθυστερημένοι, ως οπισθοδρομικοί, ενώ οι άλλοι εμφανίζονται δήθεν ως προοδευτικοί και ως φιλελεύθεροι.

Αυτή την κατάσταση αντιμετώπιζε ο προφήτης Ηλίας. Οι πλείστοι – σχεδόν όλοι – είχαν προσκολληθεί στην ειδωλολατρία, με τους βασιλείς και τους άρχοντες, με τους κρατούντες. Ελάχιστοι είχαν μείνει με τον Προφήτη, και αυτοί κρύβονταν, φοβούνταν. Αλλ’ ο Προφήτης ήταν ατρόμητος.

Και καθώς έκανε τον αγώνα αυτό, πολλές φορές που έβλεπε να επικρατεί το ψέμα και να διώκεται η αλήθεια, και πονούσε αλλά και κατέφευγε στον Θεό με ένα παράπονο, και του έλεγε: «Θεέ μου, κοίταξε. Τόσο αγώνα κάνω, τόσους κινδύνους περνάω, κάθε λεπτό η ζωή μου κινδυνεύει από την φοβερή εκείνη βασίλισσα, την Ιεζάβελ, και τους αφοσιωμένους σ’ αυτήν στρατιωτικούς και ανακτορικούς. Δεν τα βλέπεις λοιπόν; Δεν επεμβαίνεις;». Έκανε τα παράπονά του στον Θεό. Έχει ο πιστός δούλος το δικαίωμα αυτό, αυτός που αγαπά τον Θεό, να του πει κάποτε και με υιϊκό τρόπο το παράπονό του. Έτσι του έλεγε και ο προφήτης Ηλίας, ως υιός γνήσιος του αληθινού Θεού. Κάποτε αισθανόταν ο Προφήτης ότι όλα απέτυχαν, ότι ανθρωπίνως δεν υπήρχε διέξοδος, ότι όλοι προσκύνησαν τον Βάαλ. Αλλά ακριβώς εκείνη την ώρα που ο Προφήτης αισθάνθηκε ότι τίποτε πια δεν έμεινε όρθιο και ότι μόνον αυτός έμεινε πιστός στον αληθινό Θεό, και έφυγε επάνω στο Όρος – εκεί που ο Μωυσής έλαβε από τον Θεό τον Νόμο – για να πει πάλι στον Θεό το παράπονό του και την προσευχή του, εκείνη την ώρα φανερώθηκε ο Θεός, και είδε ο Προφήτης την δόξα του Θεού, την Χάρη του Θεού, και πήρε δύναμη από τον Θεό. Και την ώρα που κατά τον Προφήτη όλα είχαν αποτύχει, εκείνη ήταν η ώρα που ενεργούσε ο Θεός και άρχιζε μία νέα εποχή για τον Ισραήλ. Και απέστειλε ο Θεός τον Προφήτη να χρίσει άλλον βασιλέα αντί του προσχωρήσαντος στην ειδωλολατρία και να χειροτονήσει, ας το πούμε έτσι, διάδοχό του, προφήτη τον Ελισσαίο.

Άρχισε πια να υποχωρεί η ειδωλολατρία και να επικρατεί πάλι η αληθινή πίστη στον Θεό των Πατέρων. Θυμάστε τότε, όταν ο Θεός επισκέφθηκε τον Προφήτη επάνω στο Όρος; Δεν ήταν ο Θεός ούτε εν τω σεισμώ – στον μεγάλο σεισμό που έγινε – ούτε εν τω πυρί – όταν μία φωτιά μεγάλη φανερώθηκε – ούτε στην πνοή του βιαίου ανέμου, αλλά ήταν στην πνοή της λεπτής αύρας (Γ’ Βασ. 19:11-12). Όταν πέρασε η πνοή της λεπτής αύρας και δρόσισε τον Προφήτη, τότε ο Προφήτης αισθάνθηκε ότι αυτή η αύρα είναι η Χάρη του Θεού. Και αναπαύθηκε, και παρηγορήθηκε, και ενδυναμώθηκε, και είδε την δόξα του Θεού.

 

 

***

 

Έτσι είναι και στην ζωή την δική μας, των Χριστιανών και των Μοναχών. Πολλές φορές νομίζουμε ότι όλα απέτυχαν, ότι δεν έχουμε από πουθενά να πιαστούμε. Αλλά τότε που φθάνουμε σ’ αυτήν την βαθειά ταπείνωση, εκείνη είναι η ώρα που θα έλθει η Χάρη του Θεού, αλλά απαλά, ταπεινά, και θα μας δροσίσει, θα μας παρηγορήσει και θα μας στηρίξει.

Ο προφήτης Ηλίας είναι τύπος κάθε πιστού ανθρώπου, αλλά είναι τύπος και κάθε Μοναχού. Διότι, αν μελετήσουμε την ζωή του Προφήτη, θα δούμε ότι ο Προφήτης είναι ένας Μοναχός αληθινός, πρόδρομος των Μοναχών, εκείνα τα πολύ απώτατα χρόνια, προ Χριστού στην Παλαιά Διαθήκη. Γι’ αυτό και σήμερα, και τον τιμούμε, και τον ευχαριστούμε, και τον αισθανόμαστε πάντοτε ζωντανό ανάμεσά μας, να μας οδηγεί στην πίστη και στην αγάπη του μόνου αληθινού Θεού. Και όπως πύρινη ήταν η ζωή του, παρελήφθη με πύρινο άρμα από τον Θεό. Έτσι και η ζωή του Χριστιανού και του Μοναχού πρέπει να είναι μέσα στο πυρ της αγάπης του Θεού. Μία φωτιά να είναι η καρδιά μας αγάπης προς τον Θεό.

Και ο θάνατός μας, και αυτός να είναι χαριτωμένος μέσα στην Χάρη του Θεού.

(1989)

 

(Από το βιβλίο: † Αρχιμανδρίτου Γεωργίου, Ομιλίες σε Εορτές Αγίων (των ετών 1981-1991) Β’. Έκδ. Ι.Μ. Οσίου Γρηγορίου, Άγιον Όρος 2016, σελ. 238)

 

 

(Πηγή ψηφ. κειμένου: koinoniaorthodoxias.org)

Κάνναβη στην εφηβεία: Μελέτη τη συνδέει με διπλάσιο κίνδυνο ψύχωσης

Μεγάλη μελέτη σε περισσότερους από 463.000 εφήβους στις ΗΠΑ συνδέει τη χρήση κάνναβης στην εφηβεία με αυξημένο κίνδυνο σοβαρών ψυχικών διαταραχών έως την πρώιμη ενήλικη ζωή. Ο κίνδυνος ψυχωσικών και διπολικών διαταραχών εμφανίστηκε περίπου διπλάσιος στους εφήβους που ανέφεραν χρήση.

Η κάνναβη συχνά παρουσιάζεται ως ουσία χαμηλού κινδύνου, ιδιαίτερα σε κοινωνίες όπου η νομιμοποίηση ή η εμπορική διάθεση έχουν αλλάξει την αντίληψη του κοινού. Όμως η εφηβεία δεν είναι μια ουδέτερη βιολογική περίοδος. Είναι το στάδιο κατά το οποίο ο εγκέφαλος συνεχίζει να αναπτύσσεται, τα κυκλώματα ανταμοιβής και αυτοελέγχου ωριμάζουν και πολλές ψυχικές διαταραχές κάνουν τα πρώτα τους σημάδια.

Μια νέα μεγάλη μελέτη που δημοσιεύθηκε στο JAMA Health Forum προσθέτει ισχυρά δεδομένα σε αυτή τη συζήτηση. Οι ερευνητές παρακολούθησαν 463.396 εφήβους ηλικίας 13 έως 17 ετών έως την ηλικία των 26 ετών και διαπίστωσαν ότι όσοι είχαν αναφέρει χρήση κάνναβης τον προηγούμενο χρόνο εμφάνισαν σημαντικά υψηλότερο κίνδυνο μεταγενέστερης διάγνωσης σοβαρών ψυχικών διαταραχών.

Η πιο ανησυχητική συσχέτιση αφορούσε τις ψυχωσικές και διπολικές διαταραχές. Στους εφήβους που είχαν κάνει χρήση κάνναβης, ο κίνδυνος μεταγενέστερης διάγνωσης ψυχωσικής διαταραχής ήταν περίπου διπλάσιος. Αντίστοιχα, περίπου διπλάσιος ήταν και ο κίνδυνος διάγνωσης διπολικής διαταραχής. Αυξημένος εμφανίστηκε επίσης ο κίνδυνος κατάθλιψης και αγχωδών διαταραχών, αν και με μικρότερη ένταση.

Το εύρημα δεν σημαίνει ότι κάθε έφηβος που δοκιμάζει κάνναβη θα αναπτύξει ψυχική νόσο. Σημαίνει όμως ότι, σε επίπεδο πληθυσμού, η εφηβική χρήση συνδέεται με αυξημένη πιθανότητα σοβαρών ψυχιατρικών διαγνώσεων αργότερα. Και αυτό είναι αρκετό για να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο γονείς, γιατροί, σχολεία και πολιτεία αντιμετωπίζουν το θέμα.

Τι ακριβώς εξέτασαν οι ερευνητές

Η μελέτη βασίστηκε σε δεδομένα ηλεκτρονικών φακέλων υγείας από παιδιατρικές επισκέψεις ρουτίνας την περίοδο 2016–2023. Αυτό έχει σημασία, γιατί οι ερευνητές δεν στηρίχθηκαν σε μικρά δείγματα ή σε επιλεγμένες ομάδες υψηλού κινδύνου. Ανέλυσαν έναν πολύ μεγάλο πληθυσμό εφήβων που είχαν έρθει σε επαφή με το σύστημα υγείας και είχαν υποβληθεί σε screening για χρήση ουσιών.

Η χρήση κάνναβης καταγράφηκε ως χρήση μέσα στο προηγούμενο έτος. Στη συνέχεια, οι ερευνητές παρακολούθησαν αν οι έφηβοι έλαβαν διάγνωση ψυχωσικής διαταραχής, διπολικής διαταραχής, κατάθλιψης ή αγχώδους διαταραχής έως την ηλικία των 26 ετών.

Ένα από τα πιο κρίσιμα στοιχεία είναι η χρονική αλληλουχία. Η χρήση κάνναβης προηγήθηκε κατά μέσο όρο 1,7 έως 2,3 χρόνια της ψυχιατρικής διάγνωσης. Αυτό δεν αποδεικνύει από μόνο του αιτιότητα, αλλά ενισχύει την ανησυχία ότι η έκθεση στην κάνναβη κατά την εφηβεία μπορεί να συμβάλλει στην εμφάνιση ή στην επιτάχυνση σοβαρών ψυχικών προβλημάτων.

Οι συγγραφείς έλαβαν υπόψη προηγούμενες ψυχικές διαγνώσεις και άλλες χρήσεις ουσιών. Ακόμη και μετά από αυτές τις προσαρμογές, η συσχέτιση παρέμεινε ισχυρή, ιδιαίτερα για ψυχωσικές και διπολικές διαταραχές. Αυτό είναι το σημείο που κάνει τη μελέτη να ξεχωρίζει από παλαιότερες εργασίες μικρότερης κλίμακας.

Γιατί η εφηβεία είναι περίοδος υψηλού κινδύνου

Η εφηβεία είναι περίοδος έντονων νευροβιολογικών αλλαγών. Ο εγκέφαλος αναδιοργανώνει δίκτυα που σχετίζονται με τη μνήμη, τη λήψη αποφάσεων, την ανταμοιβή, τη συναισθηματική ρύθμιση και τον έλεγχο των παρορμήσεων. Αυτή η ανάπτυξη συνεχίζεται μέχρι την πρώιμη ενήλικη ζωή.

Η κάνναβη δρα στο ενδοκανναβινοειδές σύστημα, το οποίο συμμετέχει σε πολλές από αυτές τις λειτουργίες. Η έκθεση σε THC κατά την εφηβεία μπορεί, θεωρητικά, να επηρεάσει τη νευρωνική ωρίμανση, ιδιαίτερα σε άτομα με γενετική ή περιβαλλοντική ευαλωτότητα. Αυτός είναι ένας από τους λόγους που οι επιστήμονες αντιμετωπίζουν την εφηβική χρήση διαφορετικά από τη χρήση σε μεγαλύτερη ηλικία.

Η ψύχωση και η διπολική διαταραχή συχνά εμφανίζονται στην όψιμη εφηβεία ή στην πρώιμη ενήλικη ζωή. Αυτό κάνει τη σχέση με την κάνναβη δύσκολη στην ερμηνεία. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι έφηβοι μπορεί να χρησιμοποιούν κάνναβη ως τρόπο αντιμετώπισης ήδη υπαρχόντων συμπτωμάτων. Σε άλλες, η κάνναβη μπορεί να επιταχύνει την εμφάνιση συμπτωμάτων σε ευάλωτα άτομα. Η νέα μελέτη δεν λύνει οριστικά αυτό το ερώτημα, αλλά ενισχύει την ανάγκη για προληπτική στάση.

Δεν αφορά μόνο τη βαριά χρήση

Πολλές προηγούμενες μελέτες εστίασαν στη βαριά χρήση κάνναβης ή στη διαταραχή χρήσης κάνναβης. Η νέα μελέτη έχει διαφορετική βαρύτητα επειδή εξέτασε οποιαδήποτε αναφερόμενη χρήση μέσα στον προηγούμενο χρόνο. Αυτό σημαίνει ότι η συζήτηση δεν περιορίζεται μόνο στους εφήβους που κάνουν καθημερινή χρήση ή έχουν εμφανές πρόβλημα εξάρτησης.

Η Kelly Young-Wolff, επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης και ερευνήτρια στο Kaiser Permanente Division of Research, τόνισε ότι ακόμη και μετά τον υπολογισμό προηγούμενων ψυχικών προβλημάτων και άλλων ουσιών, οι έφηβοι που ανέφεραν χρήση κάνναβης είχαν ουσιαστικά υψηλότερο κίνδυνο μεταγενέστερων ψυχιατρικών διαταραχών.

Αυτό δεν πρέπει να οδηγήσει σε πανικό. Πρέπει όμως να οδηγήσει σε πιο σοβαρή ενημέρωση. Η εφηβική χρήση δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως ακίνδυνη επιλογή, ιδιαίτερα όταν τα προϊόντα που κυκλοφορούν σήμερα έχουν πολύ υψηλότερη περιεκτικότητα σε THC σε σχέση με προηγούμενες δεκαετίες.

Η ισχύς των σημερινών προϊόντων κάνναβης

Ένα από τα στοιχεία που αλλάζουν το τοπίο είναι η αυξημένη ισχύς των προϊόντων. Η κάνναβη που κυκλοφορεί σήμερα σε πολλές αγορές δεν έχει την ίδια περιεκτικότητα σε THC με την κάνναβη προηγούμενων δεκαετιών. Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα επίπεδα THC σε άνθη ξεπερνούν το 20%, ενώ ορισμένα συμπυκνώματα μπορούν να φτάσουν ή να ξεπεράσουν πολύ υψηλότερες συγκεντρώσεις.

Αυτό έχει σημασία για τον εγκέφαλο των εφήβων. Η υψηλότερη ισχύς σημαίνει μεγαλύτερη έκθεση στη δραστική ψυχοτρόπο ουσία. Η συχνή χρήση προϊόντων υψηλής THC έχει συνδεθεί σε πολλές μελέτες με αυξημένο κίνδυνο ψυχωσικών εμπειριών, προβλημάτων μνήμης, εξάρτησης και ψυχιατρικών συμπτωμάτων.

Η εμπορευματοποίηση προσθέτει άλλο ένα επίπεδο κινδύνου. Όταν η κάνναβη προωθείται μέσα από ελκυστικά προϊόντα, βρώσιμα σκευάσματα, ατμιστικά προϊόντα και marketing που μειώνει την αντίληψη κινδύνου, οι έφηβοι μπορεί να θεωρήσουν ότι πρόκειται για κάτι σχεδόν αβλαβές. Η επιστημονική εικόνα είναι πολύ πιο σύνθετη.

Η κάνναβη ως θέμα δημόσιας υγείας

Οι συγγραφείς της μελέτης ζητούν επείγουσα απάντηση δημόσιας υγείας. Η Lynn Silver, από το πρόγραμμα Getting it Right from the Start του Public Health Institute, υποστηρίζει ότι η εφηβική χρήση κάνναβης πρέπει να αντιμετωπίζεται ως σοβαρό ζήτημα υγείας και όχι ως αβλαβής συμπεριφορά.

Η πρόληψη δεν σημαίνει απλώς απαγορεύσεις. Σημαίνει αξιόπιστη ενημέρωση, περιορισμό της έκθεσης των νέων σε marketing, έλεγχο ισχύος προϊόντων, εκπαίδευση γονέων και παιδιάτρων, έγκαιρο screening και πρόσβαση σε υποστήριξη για εφήβους που ήδη κάνουν χρήση.

Η μελέτη δείχνει επίσης ότι η χρήση κάνναβης ήταν συχνότερη σε εφήβους εγγεγραμμένους στο Medicaid και σε περιοχές με μεγαλύτερο κοινωνικοοικονομικό μειονέκτημα. Αυτό εγείρει θέμα ανισοτήτων. Αν η εμπορική επέκταση της κάνναβης αυξήσει την έκθεση των πιο ευάλωτων κοινοτήτων, μπορεί να επιδεινώσει ήδη υπάρχουσες διαφορές στην ψυχική υγεία.

Τι πρέπει να γνωρίζουν οι γονείς

Οι γονείς συχνά δυσκολεύονται να μιλήσουν για την κάνναβη, ειδικά σε περιβάλλον όπου η ουσία έχει νομιμοποιηθεί για ενήλικες σε αρκετές περιοχές. Το πρώτο βήμα είναι να γίνει σαφές ότι «νόμιμο για ενήλικες» δεν σημαίνει «ασφαλές για εφήβους».

Η συζήτηση πρέπει να ξεκινά νωρίς, με απλή και τεκμηριωμένη γλώσσα. Οι έφηβοι χρειάζονται πληροφορίες που δεν βασίζονται στον φόβο, αλλά στην πραγματικότητα: ο εγκέφαλος αναπτύσσεται, η κάνναβη μπορεί να επηρεάσει τη μνήμη, την προσοχή, τη διάθεση και σε ορισμένα άτομα να αυξήσει τον κίνδυνο σοβαρών ψυχικών προβλημάτων.

Οι γονείς πρέπει επίσης να προσέχουν αλλαγές στη συμπεριφορά: απόσυρση, πτώση σχολικής απόδοσης, αλλαγές στον ύπνο, έντονο άγχος, καχυποψία, απότομες μεταβολές διάθεσης, απώλεια ενδιαφέροντος ή χρήση ουσιών σε παρέες. Αυτά δεν σημαίνουν αυτόματα ψυχική διαταραχή, αλλά είναι λόγοι για συζήτηση και, όπου χρειάζεται, επαγγελματική βοήθεια.

 

Ο ρόλος των παιδιάτρων και των σχολείων

Η χρήση κάνναβης στην εφηβεία δεν πρέπει να εντοπίζεται μόνο όταν έχει ήδη γίνει πρόβλημα. Οι παιδίατροι, οι οικογενειακοί γιατροί και οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας μπορούν να παίξουν καθοριστικό ρόλο με συστηματικό screening, ερωτήσεις χωρίς στιγματισμό και καθοδήγηση για τους γονείς.

Τα σχολεία, από την πλευρά τους, χρειάζονται εκπαιδευτικά προγράμματα που να αντιστοιχούν στη σημερινή πραγματικότητα. Οι έφηβοι δεν πείθονται από υπερβολές ή απλές απαγορεύσεις. Χρειάζονται καθαρή ενημέρωση για τα σύγχρονα προϊόντα υψηλής THC, τους κινδύνους για τον αναπτυσσόμενο εγκέφαλο και τη σχέση της κάνναβης με ψυχική υγεία, μάθηση και καθημερινή λειτουργικότητα.

Η πρόληψη πρέπει επίσης να συνδέεται με ψυχική υποστήριξη. Έφηβοι που χρησιμοποιούν κάνναβη μπορεί να αντιμετωπίζουν άγχος, κατάθλιψη, τραύμα, πίεση από συνομηλίκους ή οικογενειακά προβλήματα. Αν η απάντηση είναι μόνο τιμωρητική, μπορεί να χαθεί η ευκαιρία για ουσιαστική παρέμβαση.

 

Τα όρια της μελέτης

Παρά το μέγεθος και τη σημασία της, η μελέτη δεν αποδεικνύει με απόλυτο τρόπο ότι η κάνναβη προκαλεί ψυχικές διαταραχές. Οι παρατηρητικές μελέτες μπορούν να δείξουν ισχυρές συσχετίσεις και χρονική αλληλουχία, αλλά δεν μπορούν να αποκλείσουν πλήρως όλους τους συγχυτικούς παράγοντες.

Για παράδειγμα, έφηβοι που χρησιμοποιούν κάνναβη μπορεί να έχουν ήδη υψηλότερο ψυχιατρικό κίνδυνο λόγω οικογενειακού ιστορικού, κοινωνικού περιβάλλοντος, τραύματος, άλλων ουσιών ή πρώιμων συμπτωμάτων. Οι ερευνητές προσπάθησαν να ελέγξουν τέτοιους παράγοντες, όμως καμία ανάλυση ηλεκτρονικών φακέλων δεν μπορεί να καταγράψει όλη την πολυπλοκότητα της ζωής ενός εφήβου.

Ωστόσο, η ισχύς του δείγματος, η παρακολούθηση στον χρόνο και η συνέπεια των ευρημάτων για σοβαρές διαταραχές κάνουν τα αποτελέσματα δύσκολο να αγνοηθούν. Το προληπτικό μήνυμα παραμένει σαφές: όσο περισσότερο καθυστερεί ή αποτρέπεται η χρήση κάνναβης στην εφηβεία, τόσο καλύτερα για την ψυχική υγεία του αναπτυσσόμενου εγκεφάλου.

 

Πηγή: healthpharma.gr

«Μαμά, Μπαμπάς και Παιδιά»

Κυριακή των αγίων Πατέρων της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου: Ομιλία εις το ρητόν, “ος δ’ αν ποιήση και διδάξη, ούτος μέγας κληθήσεται εν τη βασιλ

(Ματθ. ε’ 14-19)

– Το σημερινό Ευαγγέλιο περιέχει τις αρετές των αληθινών ποιμένων και διδασκάλων, γι’ αυτό και διαβάζεται σήμερα (Κυριακή) προς τιμήν των θεοφόρων Πατέρων της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου.

– Η πράξη της αρετής είναι καρπός της ελεύθερης προαιρέσεως του ανθρώπου. Της διδασκαλίας όμως το επάγγελμα δεν είναι έργο μόνον της προαιρέσεως, αλλά και της μαθήσεως.

– Αφού ο Θεός δεν έδωσε σε όλους της σοφίας το τάλαντο, δεν είναι άδικο να διορίζει μεγάλες ανταποδόσεις σε αυτόν που όχι μόνον πράττει την αρετήν αλλά και την διδάσκει; Γιατί και αυτός που δεν έχει το χάρισμα της διδασκαλίας, να μην καθίσταται μέγας στην βασιλεία των ουρανών;

– Με ποιο κριτήριο διανέμει ο Θεός τα τάλαντα; Πώς δεν αντιτίθεται στην δικαιοσύνη του Θεού, η διανομή περισσότερων ταλάντων σε κάποιους ανθρώπους;

– Ο Δημιουργός και Εξουσιαστής της κτίσεως, ουδεμίαν χρείαν έχει των αρετών μας.

– Η σωτηρία και κληρονομία της βασιλείας του Θεού είναι έλεος, δώρο και χάρις. Τα καλά έργα μόνον αφορμή δίδουν στον Θεόν.

– Ο Θεός θέλει να κοπιάζουμε για το κατόρθωμα των αρετών, γιατί αυτό είναι απόδειξη της ευλάβειας και της προθυμίας της ψυχής μας.

– Ο Θεός μετρά την ποσότητα των κόπων ή την προθυμία της καρδιάς;

– Η διδασκαλία γίνεται κατά δύο τρόπους: ή διά λόγου ή διά των έργων. Η δε διά των έργων διδασκαλία είναι ισχυρότερη από αυτή που γίνεται διά λόγου. Γιατί συμβαίνει αυτό;

– Μπορεί να διδάσκει ένας αμαθής και απαίδευτος; Αν ναι με ποιο τρόπο;

– Αν διδάσκει και ο αμαθής και απολαμβάνει μισθόν διδασκάλου, δεν είναι περιττή η μάθησις;

– Από τι κινδυνεύουν όσοι διδάσκουν;

– Εάν κανείς κατέχει την ρητορικήν τέχνην, μπορεί να διδάσκει ανεξάρτητα από το αν έχει κατορθώσει της αρετής τα έργα;

– Μπορεί το διδάσκειν μόνο, να καταστήσει κάποιον μέγαν στη βασιλεία των ουρανών;

***

 

Ἀρχιεπισκόπου Ἀστραχὰν & Σταυρουπόλεως Νικηφόρου Θεοτόκη

 

Ὁμιλία μετὰ τὸ κατὰ Ματθαίον Εὐαγγέλιον

τῆς Κυριακῆς τῶν Πατέρων

τῆς Δ΄ Συνόδου

 

Ἑξακόσιοι τριάκοντα ἀρχιερεῖς ἅγιοι προσκαλοῦσιν ἡμᾶς σήμερον, ἵνα εὐσεβῶς ἑορτάσωμεν τὴν ἐν Χαλκηδόνι τῇ πόλει ἁγίαν καὶ ἔνδοξον συνέλευσιν αὐτῶν, ἥτις ἐστὶν ἡ ἁγία καὶ οἰκουμενικὴ τέταρτη σύνοδος. Ἀκούσατε οὖν ποῖος τῆς ἐκεῖ συνελεύσεως αὐτῶν ὁ σκοπὸς καὶ τὸ τέλος. Τετρακόσια καὶ τεσσαράκοντα ἔτη μετὰ τὴν Χριστοῦ γέννησιν ἐμφανισθεὶς ὁ αἱρετικὸς ἀρχιμανδρίτης, ὁ Εὐτυχὴς μὲν κατὰ τὸ ὄνομα, δυστυχὴς δὲ κατὰ τὸν  νοῦν καὶ τὴν προαίρεσιν, κατετάραξε τὴν τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν ὁ δυσσεβὴς καὶ πανάθλιος· αὐτὸς πρῶτον μὲν ἠγωνίσθη γενναίως εἰς τὴν ἐν Ἐφέσῳ ἁγίαν οἰκουμενικὴν σύνοδον κατὰ τοῦ μωρολόγου Νεστορίου, ὅστις διαιρῶν τὰς δύο τοῦ Χριστοῦ φύσεις, καὶ λέγων ἄλλον τὸν ἐκ πατρὸς γεννηθέντα υἱὸν καὶ λόγον, καὶ ἄλλον τὸν ἐκ μητρὸς τεχθέντα τὸν Χριστόν, Χριστοτόκον, καὶ οὐχὶ Θεοτόκον ὠνόμαζε τὴν μητέρα τοῦ Θεοῦ, τὴν ὑπεραγίαν Θεοτόκον Μαριάμ. Ἔπειτα, ὡς φαίνεται, διορθῶσαι βουλόμενος τὸ αἱρετικὸν τοῦ Νεστορίου φρόνημα, ἐκρημνίσθη αὐτὸς εἰς ἄλλην αἵρεσιν, ἴσην ἤ καὶ χείρονα τῆς Νεστοριανῆς αἱρέσεως· διότι συγχέων τὰς δύο τοῦ Χριστοῦ φύσεις καὶ τὰς δύο ἐνεργείας αὐτοῦ, μίαν μόνην φύσιν συγκεχυμένην καὶ σύμμεικτον, καὶ μίαν ἐνέργειαν, ἐξ αὐτῆς τῆς συντεθειμένης φύσεως προϊοῦσαν, ἐδίδασκεν ὁ τυφλὸς καὶ ἀσύνετος· τυφλὸς ἀληθῶς καὶ ἄνους, ἐπειδὴ οὐδὲ κατενόει οὐδὲ ἔβλεπε τὰ ἱερὰ εὐαγγέλια, τὰ ὁποῖα κηρύττουσι τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν πεινῶντα, διψῶντα, κεκοπιακότα, κοιμώμενον, ὅπερ ἐστίν, ἐνεργοῦντα ὡς ἄνθρωπον τῆς ἀνθρωπίνης αὐτοῦ φύσεως τὰς ἐνεργείας· ὁμοίως δὲ κηρύττουσιν αὐτὸν λόγῳ μόνῳ θεραπεύοντα τοὺς ἀσθενεῖς, διώκοντα τὰ δαιμόνια, προλέγοντα τὰ μέλλοντα, γνωρίζοντα τὰς ἀποκρύφους ἐνθυμήσεις τῆς καρδίας, ἀνιστῶντα τοὺς νεκρούς, ὅπερ ἐστίν, ἐνεργοῦντα τὰς ἐνεργείας τῆς θεϊκῆς αὐτοῦ φύσεως. Τοῦτον πρῶτον μὲν ὁ Φλαβιανὸς ὁ πατριάρχης μετὰ τῆς περὶ αὐτὸν συνόδου, ὡς αἱρετικὸν κατακρίνας, κάθεῖλε καὶ τῆς ἱερωσύνης καὶ τῆς προεδρίας τοῦ μοναστηρίου αὐτοῦ. Ἐπειδὴ δὲ οὐδὲ διωρθώθη, οὐδὲ ἡσύχασεν, ἀλλὰ διὰ τῆς συνεργείας Διοσκόρου τοῦ Ἀλεξανδρείας καὶ Χρυσάφου τινὸς ὑπουργοῦ τῆς βασιλείας, συναγαγὼν τὸ ἐν Ἐφέσῳ ληστρικὸν συνέδριον, ἑαυτὸν μὲν ἀπατηλῶς ἔδειξεν ἀθῶον, τὸν δὲ πατριάρχην τὸν Φλαβιανὸν ἐκάθηρε· διὰ τοῦτο ὁ εὐσεβέστατος αὐτοκράτωρ ὁ Μαρκιανὸς ταύτην τὴν οἰκουμενικὴν ἁγίαν σύνοδον ἐν Χαλκηδόνι συνήθροισεν. Αὐτὴ οὖν, ἐξετάσασα πάλιν ἀκριβῶς τοῦ Εὐτυχοῦς τὰ φρονήματα, καὶ ἰδοῦσα ἐν τῇ δολερᾷ ὁμολογίᾳ τῆς πίστεως αὐτοῦ, ὅτι ἔκοψεν ἐκ τοῦ τρίτου ἄρθρου τοῦ συμβόλου τῆς ἐν Νικαίᾳ συνόδου ταῦτα τὰ λόγια «κατελθόντα ἐκ τῶν οὐρανῶν, καὶ σαρκωθέντα ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου», ἀναθέματι καθυπέβαλεν αὐτόν τε καὶ τὸν Διόσκορον, καὶ τὸν Σευῆρον, καὶ τὸν Ὀνώριον, καὶ τὸν Πύῤῥον, καὶ τὸν Ἰάκωβον, καὶ πάντας τοὺς τούτου ὁμόφρονας. Τούτων οὖν τῶν Θεοφόρων Πατέρων, τῶν ἐν Χαλκηδόνι συναθροισθέντων, τὴν μνήμην ἑορτάζοντες σήμερον πάντες οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, ὡς φῶτα τοῦ κόσμου, ὡς στύλους τῆς Ἐκκλησίας, ὡς διδασκάλους τῆς ἀληθινῆς πίστεως, καὶ ὡς εὐεργέτας τῆς ψυχῆς ἡμῶν καὶ ἀντιλήπτορας, εὐλαβῶς αὐτοὺς τιμῶμεν καὶ μακαρίζομεν. Διὰ τοῦτο δὲ ἀνεγνώσθη σήμερον τὸ Εὐαγγέλιον, τὸ περιέχον τὰς ἀρετὰς τῶν ἀληθινῶν ποιμένων καὶ διδασκάλων, τὰς ὁποίας αὐταὶ διὰ τῶν θεαρέστων αὐτῶν ἔργων ἐτέλεσαν. Ἐπειδὴ δὲ τοῦτο τὸ Εὐαγγέλιον διηρμηνεύθη ὅλον εἰς τὴν ἑορτὴν τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς ἑβδόμης συνόδου, διὰ τοῦτο σήμερον ἀφιεροῦμεν τὸν λόγον εἰς ταῦτα τούτου τοῦ Εὐαγγελίου τὰ λόγια «Ὅς δ’ ἄν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ, οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν Οὐρανῶν»1.

Ἡ μὲν πρᾶξις τῆς ἀρετῆς ἐστι καρπὸς τῆς ἐλευθέρας ἡμῶν προαιρέσεως, τῆς δὲ διδασκαλίας τὸ ἐπάγγελμα οὐκ ἔστιν ἔργον μόνης τῆς προαιρέσεως, ἀλλὰ καὶ τῆς μαθήσεως. Ὑπόθες, ὅτι θέλει ὁ ἀμαθὴς ἄνθρωπος ἵνα διδάξῃ· ἀλλὰ πῶς δύναται διδάξαι, ἐὰν μὴ ἔχῃ τῆς μαθήσεως τὸ χάρισμα; ἡμεῖς δὲ ἀκούομεν, ὅτι ὁ Κύριος συνέζευξε τὸ ποιεῖν καὶ τὸ διδάσκειν, καὶ ἀπεφάσισεν, ὅτι ἐκεῖνός ἐστι μέγας ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν Οὐρανῶν, ὅστις καὶ τὰ δύο ταῦτα κατορθώσῃ· βλέπομεν δέ, ὅτι ὁ Θεὸς οὐχὶ εἰς πάντας, ἀλλ’ εἰς τινας μόνον δίδωσι τῆς σοφίας τὸ τάλαντον· πῶς οὖν διορίζει μεγάλας ἀνταποδόσεις εἰς ἐκεῖνον, ὅστις οὐ μόνον πράττει τὴν ἀρετήν, ἀλλὰ καὶ διδάσκει αὐτήν; ἐὰν εἴπωμεν, ὅτι ὁ Θεὸς οὐ θέλει ἵνα πᾶς ἄνθρωπος κατασταθῇ μέγας ἐν τῇ βασιλείᾳ Αὐτοῦ, ἀλλά δινες μόνον, ἐκεῖνοι δηλαδή, εἰς ὅσους ἔδωκε τῆς σοφίας τὸ χάρισμα, τοῦτό ἐστιν ἄπρεπον καὶ εἰς τὴν δικαιοσύνην Αὐτοῦ, καθότι πάντες ἐπίσης εἰσὶ πλάσματα Αὐτοῦ, καὶ εἰς τὴν ἄπειρον αὐτοῦ ἀγαθότητα, καθότι ἐπίσης πάντας ἀγαπᾷ. Ἡ τοιαύτη ἀπορία φαίνεται μὲν μεγάλη, ἔχει ὅμως λύσεις ἀρκετὰς πρὸς ἀνάπαυσιν τοῦ νοὸς παντὸς πιστοῦ ἀνθρώπου.

Διανέμει ὁ Θεὸς τὰ τάλαντα, ἤγουν τὰ θεῖα Αὐτοῦ χαρίσματα, ζυγοστατὼν τοῦ καθενὸς τὴν δύναμιν· καθὼς δὲ ἡμεῖς οὐδέ ποτε βάλλομεν δύο μέτρα εἰς τὸ σκεῦος, τὸ ὁποῖον χωρεῖ ἕν μόνον, οὕτως ὁ Θεὸς οὐδέ ποτε δίδωσι δύο τάλαντα εἰς τὸν ἄνθρωπον, τοῦ ὁποίου ἡ δύναμις βαστᾷ ἕν μόνον, Διὰ τί δὲ τοῦτο; – διότι καθὼς συντρίβεται τὸ εὔθριπτον σκεῦος, ἐὰν βιάσῃς αὐτό, βάλλων ἐν αὐτῲ περισσότερον τοῦ ὅσου χωρεῖ, οὕτω βλάπτεται ὁ ἀσθενὴς ἄνθρωπος, ἐὰν ὁ Θεὸς δώσῃ εἰς αὐτὸν τάλαντα περισσότερα τῶν ὅσα ἡ δύναμις αὐτοῦ ἐπιδέχεται· «Καὶ ᾧ μὲν ἔδωκε, λέγω, πέντε τάλαντα, ᾧ δὲ δύο, ᾧ δὲ ἕν, ἑκάστῳ κατὰ τὴν ἰδίαν δύναμιν»2. Ἐπειδὴ δὲ δίκαιός ἐστι, ζητεῖ τὸν πολυπλασιασμὸν ἐκείνων μόνων τῶν ταλάντων, τὰ ὁποῖα αὐτὸς μὲν ἔδωκε, σὺ δὲ ἔλαβες. Ὅταν δὲ ὁ κάθεὶς πολυπλασιάσῃ ὅσα ἔλαβε, τότε αὐτός, πανάγαθος ὥν, ἐπίσης ἀνταμείβει καὶ τοὺς τὰ πολλὰ καὶ τοὺς τὰ ὀλίγα λαβόντας καὶ πολυπλασιάσαντας· «Εὖ δοῦλε ἀγαθὲ καὶ πιστέ», εἶπεν ὁ Κύριος, «ἐπὶ ὀλίγα ἦς πιστός, ἐπὶ πολλῶν σὲ καταστήσω· εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου σου»3· ὅπερ ἐστί, τὸν αὐτὸν ἔπαινον ἐξεφώνησε, καὶ τὴν αὐτὴν ἀνταπόδοσιν ἀπέδωκεν ὁ Θεὸς καὶ εἰς τὸν πολυπλασιάσαντα τὰ πέντε τάλαντα, καὶ εἰς τὸν αὐξήσαντα τὰ δύο. Μὴ οὖν διστάζῃς, μηδὲ λυποῦ, ὑποπτευόμενος, ὅτι λαμβάνεις ὀλιγώτερον μισθὸν ἤπερ ἐκεῖνος, ὅστις ἔλαβε καὶ ἐπολυπλασίασε τὰ πολλά· πολυπλασίασον σὺ προθύμως ὅσα ἔλαβες, ὁ δὲ Θεός, ὁ γινώσκων καὶ πόσα παρέδωκέ σοι, καὶ πόση ἐστὶν ἡ προθυμία τῆς καρδίας σου, ἀνταμείβει σε, ὥσπερ ἄν εἰ πολυπλασίασας καὶ τὰ πολλά.

Μὴ νομίσῃς, ὅτι ὁ Θεὸς ζυγοστατεῖ τὴν ποσότητα τῶν καλῶν σου ἔργων, ἐπειδὴ ἔχει χρείαν τούτων· ὁ πανυπερτέλειος δημιουργὸς καὶ ἐξουσιαστὴς τῆς κτίσεως οὐδεμὶαν χρείαν ἔχει τῶν ἀρετῶν σου· «Εἶπα τῷ Κυρίῳ, Κύριός μου εἶ σύ, τῶν ἀγαθῶν μου οὐ χρείαν ἔχεις»4, ἔλεγεν ὁ προφητάναξ. Μὴ στοχασθῇς, ὅτι ἡ βασιλεία, ἥν ὁ Θεὸς ἠτοίμασεν εἰς τοὺς ἀγαπῶντας τὸ Θέλημα Αὐτοῦ, ἔχει κἄν μικράν τινα ἀναλογίαν πρὸς τοὺς κόπους τῶν καλῶν ἡμῶν ἔργων· διότι ἐκείνη ἐστὶν αἰώνιος καὶ ἀτελεύτητος, οἱ δὲ κόποι ἡμῶν, ὁποῖοι καὶ ἄν ὦσιν, εἰσὶ πρόσκαιροι καὶ τέλος ἔχουσι· διὰ τοῦτο δὲ ὁ θεσπέσιος Παῦλος ἔγραψε πρὸς τοὺς Ῥωμαίους· «Λογίζομαι γάρ, ὅτι οὐκ ἄξια τὰ παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρὸς τὴν μέλλουσαν δόξαν ἀποκαλυφθῆναι»5. Θέλει τὰ καλὰ ἡμῶν ἔργα, καὶ χωρὶς αὐτῶν οὐδένα σώζει· τοῦτο ἐβεβαίωσε μὲν αὐτός, εἰπὼν «Καὶ ἐκπορεύσονται οἱ τὰ ἀγαθὰ ποιήσαντες εἰς ἀνάστασιν ζωῆς, οἱ δὲ τὰ φαῦλα πράξαντες, εἰς ἀνάστασιν κρίσεως»6· ἐμαρτύρησε δὲ καὶ ὁ ἀπόστολος αὐτοῦ, κηρύξας ἡμῖν τὸ «Ὅς ἀποδώσει ἑκάστῳ κατὰ τὰ ἔργα αὐτοῦ»7· πλὴν ἡ ὑπὲρ τούτων ἀνταπόδοσίς ἐστι τόσον ὑψηλὴ καὶ μεγάλη, ὥστε οὐδόλως ἀναλογεῖ τοῖς ἔργοις ἡμῶν· διὰ τοῦτο ἡ σωτηρία καὶ ἡ κληρονομία τῆς βασιλείας αὐτοῦ ἐστιν ἔλεος, ἐστὶ δῶρον, ἐστὶ χάρις· «Τῇ γὰρ χάριτί ἐστε σεσωσμένοι διὰ τῆς πίστεως· καὶ τοῦτο οὐκ ἐξ ἡμῶν· Θεοῦ τὸ δῶρον· οὐκ ἐξ ἔργων, ἵνα μή τις καυχήσηται»8· τὰ καλὰ ἔργα ἀφορμὴν μόνον δίδουσιν εἰς τὸν Θεόν, ἵνα ἐκχέῃ τὸ ἔλεος αὐτοῦ ἐφ’ ἡμᾶς.

Τοῦτο αὐτὸ βλέπομεν καὶ εἰς τὴν τοῦ οἰκοδεσπότου παραβολήν. Ἐμίσθωσε, λέγει, ὁ οἰκοδεσπότης ἐργάτας εἰς τὸν ἀμπελῶνα αὐτοῦ, ἄλλους μὲν τὴν τρίτην ὥραν τῆς ἡμέρας, ἄλλους δὲ τὴν ἕκτην, ἄλλους δὲ τὴν ἑννάτην· περὶ δὲ τὴν ἐνδεκάτην ὥραν ἰδὼν ἄλλους ἐργάτας ἀργούς, εἶπε πρὸς αὐτούς· ὑπάγετε καὶ ὑμεῖς, δουλεύσατε εἰς τὸν ἀμπελῶνά μου, καὶ δώσω ὑμῖν ὅσον ἐστὶ δίκαιον. Ἔπειτα, ὅταν ἦλθεν ἡ ὥρα τῆς ἀνταποδόσεως τοῦ μισθοῦ, ἔδωκε καὶ εἰς τοὺς πρώτους, καὶ εἰς τοὺς δευτέρους, καὶ εἰς τοὺς τρίτους, καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς ἐσχάτους, ἤγουν εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἐδούλευσαν μίαν μόνην ὥραν, τὸν αὐτὸν μισθόν, τουτέστιν ἕν δηνάριον· τοῦτο δὲ ἰδόντες οἱ πρῶτοι ἐγόγγυσαν, λέγοντες, Κύριε, οὗτοι οἱ ἔσχατοι μίαν μόνην ὥραν ἐκοπίασαν, σὺ δὲ ἔδωκας αὐτοῖς τὸν αὐτὸν μισθόν, ὅν καὶ ἡμεῖς ἐλάβομεν, οἴτινες ἐβαστάσαμεν τὸ βάρος καὶ τὴν καῦσιν ὅλης τῆς ἡμέρας· ὁ δὲ οἰκοδεσπότης ἀπεκρίθη πρὸς αὐτούς, Ἐγὼ οὐκ ἠδίκησα ὑμᾶς, ἕν δηνάριον ἐσυμφωνήσατε διὰ τὸν κόπον ὑμῶν, καὶ ἕν ἐλάβετε· θέλω δὲ ἵνα δώσω εἰς τοῦτον τὸν ἔσχατον τόσον, ὅσον καὶ εἰς ὑμᾶς τοὺς πρώτους· μήπως οὐκ ἔχω ἐξουσίαν ἵνα ποιήσω ὅ,τι θέλω εἰς τὰ πράγματά μου; «Θέλω δὲ τούτῳ τῷ ἐσχάτῳ δοῦναι ὡς καὶ σοί· ἤ οὐκ ἔξεσί μοι ποιῆσαι ὅ θέλω ἐν τοῖς ἐμοῖς»9; Τὶ ἄλλο διδάσκει οὗτος ὁ παραβολικὸς λόγος εἰμὴ τὸ ὅτι ὁ Θεὸς θέλει ἵνα ἡμεῖς κοπιάζωμεν ὑπὲρ τῶν κατορθωμάτων τῆς ἀρετῆς, καθότι τοῦτό ἐστιν ἀπόδειξις τῆς εὐλαβείας καὶ τῆς προθυμίας τῆς ψυχῆς ἡμῶν, οὐδόλως δὲ ἀποβλέπει εἰς τὴν ποσότητα τῶν κόπων, ἀλλ’ εἰς τὴν προθυμίαν καὶ τὴν εὐλάβειαν τῆς καρδίας;

Ἐκάθητο ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς ἐν μιᾷ τῶν ἡμερῶν ἀπέναντι τοῦ γαζοφυλακίου, ἤγουν κατέμπροσθεν τῆς θήκης, εἰς τὴν ὁποίαν κάθεὶς ἔβαλλεν ὅσα χρήματα ἤθελε νὰ ἀφιερώσῃ εἰς τὸν Θεόν· ἔβλεπε δὲ τοὺς ἐκεῖ ἐρχομένους πλουσίους, οἵτινες ἔβαλλον εἰς τὸ γαζοφυλάκιον πολλά· ἐλθοῦσα δὲ καὶ μία πτωχὴ χήρα ἔβαλεν ἐκεῖ δύο μόνα λεπτά· τότε ὁ Ἰησοῦς, προσκαλέσας τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ, ἐβεβαίωσεν αὐτούς, ὅτι ἐκείνη ἡ πτωχὴ χήρα ἔβαλεν εἰς τὸ γαζοφυλάκιον περισσότερον πάντων τῶν ἄλλων· «Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὅτι ἡ χήρα αὕτη ἡ πτωχὴ πλεῖον πάντων βέβληκε τῶν βαλόντων εἰς τὸ γαζοφυλάκιον»10. Ὁ Ἁβραὰμ οὐκ ἐθυσίασε τὸν υἱὸν αὐτοῦ, ἀλλ’ ἤπλωσε μόνον τὴν χεῖραν αὐτοῦ ἵνα σφάξῃ αὐτόν· ὁ δὲ Θεὸς τετελεσμένην ἐλογίσατο τὴν ὑπακοὴν καὶ τὴν θυσίαν αὐτοῦ· «Νῦν γὰρ ἔγνων, εἶπε πρὸς αὐτόν, ὅτι φοβῇ σὺ τὸν Θεόν, καὶ οὐκ ἐφείσω τοῦ υἱοῦ σου τοῦ ἀγαπητοῦ δι’ ἐμέ»11. Ὁ Ζακχαῖος ἐπεθύμησε μόνον ἰδεῖν τὸν Ἰησοῦν Χριστόν, καὶ ἀνέβη εἰς τὴν συκομωρέαν ἵνα ἴδῃ αὐτόν· ὁ δὲ Ἰησοῦς Χριστός, «Ζακχαῖε, λέγει πρὸς αὐτόν, σπεύσας κατάβηθι· σήμερον γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ μὲ μεῖναι»12. Ὁ τελώνης μόνον τὸ στῆθος αὐτοῦ ἔτυψεν, λέγων «Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ»13, καὶ κατέβη εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ δεδικαιωμένος. Μία μόνη φωνὴ τοῦ ληστοῦ «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου»14, ἤνοιξεν αὐτῷ τὸν παράδεισον. «Ὁ δεχόμενος προφήτην, εἶπεν ὁ Κύριος, εἰς ὄνομα προφήτου, μισθὸν προφήτου λήψεται, καὶ ὁ δεχόμενος δίκαιον εἰς ὄνομα δικαίου μισθὸν δικαίου λήψεται· καὶ ὅς ἐὰν ποτίσῃ ἕνα τῶν μικρῶν τούτων ποτήριον ψυχροῦ μόνον εἰς ὄνομα μαθητοῦ, ἀμὴν λέγω ὑμῖν οὐμὴ ἀπολέσῃ τὸν μισθὸν αὐτοῦ»15. Ἀκούετε; δι’ ἕν ποτήριον ψυχροῦ ὕδατος, δι’ ἕνα μόνον ἀγαθὸν σκοπὸν ἀνταμείβει ὁ Θεός, κἄν τὰ πράγματα οὐκ ἀνταποκρίνωνται εἰς τὸν σκοπὸν ἡμῶν, τουτέστιν, κἄν τε ἀληθῶς προφήτης ἤ δίκαιος, ἤ μαθητὴς Χριστοῦ ὑπῆρχεν ἐκεῖνος, ὅν ἡμεῖς εὐηργετήσαμεν, κἄν οὐ τοιοῦτος ἦν, ἀλλὰ πλαστὸν εἶχε τὸ ὄνομα, ἡμεῖς λαμβάνομεν τὸν μισθόν, ὥσπερ ἄν εἰ ἐκεῖνος ἦν ἀληθινὸς προφήτης, ἤ δίκαιος, ἤ Χριστοῦ μαθητής.

Ἀλλὰ τὶ ὠφελοῦσι, λέγεις, ταῦτα πρὸς τὴν λύσιν τῆς προκειμένες ἀπορίας; Διὰ τούτων λύεται ἡ ἀπορία· ταῦτα ἀναπαύουσι τοῦ νοὸς τὴν περιέργειαν. Ἐὰν ὁ Θεὸς οὐκ ἀποβλέπῃ εἰς τὴν ποσότητα τῆς ἀρετῆς, ἀλλ’ εἰς τὴν προθυμίαν τῆς καρδιᾶς· ἐὰν ὁ Θεὸς οὐκ ἀποβλέπῃ εἰς τὰ πράγματα, ἀλλ’ εἰς τὸν σκοπόν· ἐὰν ὁ Θεὸς οὐκ ἀποβλέπῃ εἰς τὰ πράγματα, ἀλλ’ εἰς τὸν σκοπόν· ἐὰν ὁ Θεὸς οὐκ ἀποβλέπῃ εἰς τὸ ἔργον, ἀλλ’ εἰς τὴν διάθεσιν τῆς ψυχῆς, οὐδεὶς ἐνάρετός ἐστιν, ὅστις οὐ διδάσκει. Πρῶτον μέν, ἐπειδὴ ἡ διδασκαλία κατὰ δύο τρόπους γίνεται, ἤ διὰ λόγου, ἤ διὰ τῶν ἔργων· ἡ δὲ διὰ τῶν ἔργων διδασκαλία ἐστὶν ἰσχυροτέρα τῆς διὰ λόγου γενομένης· σιωπᾷ μὲν ἡ γλῶσσα τοῦ φιλαρέτου ἀνθρώπου, τοῦ μὲ ἔχοντος τῆς σοφίας τὸ χάρισμα, λαλοῦσιν ὅμως τὰ ἔργα αὐτοῦ τὰ ἐνάρετα· ἡ δὲ φωνὴ αὐτῶν ἐστι πολλῷ λαμπροτέρα τῆς τοῦ στόματος λαλιᾶς· τὸ φῶς τῶν ἔργων αὐτοῦ φωτίζει πολλῷ περισσότερον τοῦ φωτὸς τῆς ῥητορικῆς τέχνης, διότι ὁ ῥητορικὸς λόγος πίπτει εἰς τὰ ὧτα, τὸ δὲ καλὸν παράδειγμα εἰσέρχεται εἰς τὴν καρδίαν. Τὰ καλὰ ἔργα καὶ ὁ ἤλιος ἔχουσι πολλὴν τὴν ὁμοιότητα· ὅταν αὐτὸς ἀνατείλῃ, φωτίζει τὴν γῆν, ὅταν ἐκεῖνα φανερωθῶσι, καταυγάζουσι τῶν ἀνθρώπων τὰς καρδίας· τοῦτο δέ, ἤγουν τὸ παράδειγμα τῶν καλῶν ἔργων, ἐστὶ τὸ φῶς, περὶ τοῦ ὁποίου ὁ Κύριος ἡμῶν εἶπεν : «Οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα, καὶ δοξάσωσι τὸν πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς»16. Ἀκούεις; τὰ καλὰ ἔργα, εἰσὶν οἱ διδάσκαλοι, αὐτά εἰσιν ἡ διδασκαλία, ἡ διεγείρουσα τοὺς ἀνθρώπους πρὸς ἐπιστροφὴν καὶ μετάνοιαν· αὐτὰ ὑψοῦσι τὸν νοῦν αὐτῶν πρὸς τὴν ἀληθινὴν τοῦ Θεοῦ δοξολογίαν.

Δεύτερον· ὅστις ἀληθῶς κατορθώσῃ τῆς ἀρετῆς τὰ ἔργα, ἐκεῖνος ἀναμφιβόλως καὶ σκοπὸν ἔχει, καὶ ἔξ ὅλης καρδίας ἐπιθυμεῖ ἵνα καὶ τοὺς ἄλλους διδάξῃ τὴν πίστιν καὶ τὴν ἀρετήν· διότι ποίαν ἀρετὴν ἔχει, ἐᾶν λείπῃ αὐτῷ ὁ σκοπὸς καὶ ἡ ἐπιθυμία τῆς ὠφέλειας τοῦ πλησίον, τουτέστιν ἐὰν λείπῃ αὐτῷ ἡ ἀγάπη; ἡμεῖς δὲ οἴδαμεν, ὅτι καὶ τοῦ Ζακχαίου τὴν ἐπιθυμίαν, καὶ τοῦ Ἀβραὰμ τὴν ἀπόφασιν, καὶ τὸν σκοπόν τοῦ δεχομένου τὸν προφήτην εἰς ὄνομα προφήτου, ὡς ἔργα τετελεσμένα καὶ ἀρετὰς τελείας ἐλογίσατο ὁ Θεός· τὸν σκοπὸν οὖν καὶ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ δικαίου ἀνθρώπου ὡς διδασκαλίαν δεχόμενος ὁ Θεός, ἀνταμείβει αὐτὸν ὡς διδάσκαλον τῆς πίστεως καὶ τῆς ἀρετῆς κήρυκα. Τοῦτον ὁ Κύριος ἡμῶν οὐκ εἶπεν, Ὅστις ἀναβῇ ἐπ’ ἄμβωνος, καὶ ἐκβοήσῃ λόγους ῥητορικὴ τέχνῃ κατεσκευασμένους, καὶ διδαχὰς εὐφραδείᾳ κοσμικῇ κεκοσμημένος, ἤ συγγράψῃ συμβουλευτικὰς ἐπιστολὰς σοφίας πλήρεις, καὶ ἑρμηνείας τῶν Θείων Γραφῶν πολυμαθίᾳ καὶ εὐφυἷα ἐναστραπτούσας, ἀλλ’ εἶπεν «Ὅς ἄν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ»· διδασκαλία δέ ἐστι καὶ ὁ ἁπλοῦς καὶ σύντομος καὶ ἄτεχνος λόγος. Τίς δέ ἐστιν ἐκεῖνος ὁ ἄνθρωπος, ὁ φοβούμενος τὸν Θεόν καὶ φυλάττων τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ, ὅστις, κἄν ἀμαθὴς κἄν ἀπαίδευτος ὑπάρχῃ, οὐκ ἤνοιξέ ποτε τὸ στόμα αὐτοῦ ἵνα εἰπῃ πρὸς τὸν πλησίον αὐτοῦ, Ἀδελφέ, μὴ προδώσῃς τὴν πίστιν σου· ἀδελφέ, μὴ ἁμαρτάνῃς καὶ παροργίζῃς τὸν Θεόν· ἀδελφέ, δὸς ἐλεημοσύνην εἰς τοὺς πτωχούς; Ταῦτα τὰ ἁπλὰ καὶ σύντομα λόγιά εἰσι διδαχή· αὐτὰ δέ εἰσι τὰ δύο λεπτὰ τῆς χήρας, εὐπρόσδεκτα εἰς τὸν Θεὸν ὥσπερ ἐκεῖνα· διότι, καθὼς ἐκείνη «ἐκ τῆς στερήσεως αὐτῆς πάντα, ὅσα εἶχεν, ἔβαλεν, ὅλον τὸν βίον αὐτῆς»17, οὕτω καὶ ὁ ἀγράμματος ἐνάρετος ἄνθρωπος, ὁ ταῦτα εἰπών, ἐκ τῆς στερήσεως αὐτοῦ πάντα, ὅσα ἐδύνατο, εἶπε, καὶ ἐξεκένωσεν ὅλον τῆς σοφίας αὐτοῦ τὸν πλοῦτον· ἐπειδὴ δὲ «δίκαιος Κύριος, καὶ δικαιοσύνης ἠγάπησεν, εὐθύτητας οἶδε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ»18, ἀριθμεῖ δὲ τὰς τρίχας τῆς κεφαλῆς ἡμῶν19, ἤγουν ζυγοστατεῖ καὶ διακρίνει πάσας καὶ αὐτὰς τὰς λεπτὰς διαφορὰς καὶ περιστάσεις τῶν ἔργων ἡμῶν, διὰ τοῦτο λογίζεται τὰ ὀλίγα πολλά, καὶ τὰ ἁπλὰ καὶ ἄτεχνα σοφὰ καὶ τεχνικά.

Ἀλλ’ ἐάν, λέγεις, διδάσκῃ καὶ ὁ ἀμαθὴς καὶ ἀπολαμβάνῃ μισθὸν διδασκάλου, περιττὴ λοιπὸν ἡ μάθησις· μάτην δὲ ὁ Θεὸς ἐσόφισε τὸν Σολομῶντα, μάτην πανσόφους κατέστησε τοὺς ἀποστόλους, μάτην δὲ κοπιάζουσιν ὅσοι ἐκχέουσιν ἱδρῶτας καὶ κόπους διὰ τὸ τάλαντον τῆς σοφίας. Τῆς σοφίας τὸ τάλαντον, ὦ ἀδελφέ, ἐστὶ δῶρον ἐπουράνιον, τὸ ὁποῖον ἐμπιστεύει ὁ Θεὸς εἰς τὰς χεῖρας ἡμῶν, ἵνα δι’ αὐτοῦ ἐπιτηδευώμεθα πάντα, ὅσα ἀναγκαῖα καὶ χρήσιμα εἰς τὴν παροῦσαν ἡμῶν ζωήν, καὶ δι’ αὐτοῦ γνωρίσωμεν τῆς εὐσεβείας τὴν ἀλήθειαν, καί, ὠφελήσαντες παντοιοτρόπως τὴν ἐκκλησίαν, τὴν ἀδελφότητα, τὴν πατρίδα, λάβωμεν τὴν ἀντιμισθίαν τῆς αἰωνίου βασιλείας. Ὁ ἅγιος ἄνθρωπος ὁ ἀμαθὴς οὐ δύναται κατορθῶσαι ὅσα ἔργα ἐκτελεῖ ὁ ἅγιος ἄνθρωπος ὁ σοφὸς καὶ ἐπιστήμων· αὐτὸς ἐκφράζει τῶν θείων γραφῶν τὰ νοήματα, αὐτὸς σαφηνίζει τῆς πίστεως τὰ δόγματα, αὐτὸς κηρύττει τῶν ἁγίων μυστηρίων τὴν δύναμιν, ἀπαντᾷ τῶν αἱρετικῶν τὰ δολερὰ σοφίσματα, διερμηνεύει τοῦ Θεοῦ τοὺς νόμους, κατηχεῖ τοὺς ἀπίστους, συγγράφει τῆς ἠθικῆς διδασκαλίας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τὰ μαθήματα· αὐτὸς ὠφελεῖ οὐ μόνον ἐν ὅσῳ ζῇ διὰ στόματος, ἀλλὰ καὶ μετὰ θάνατον διὰ τῶν ὑπ’ αὐτοῦ συντεθέντων βιβλίων. Μάρτυρες τῶν λεγτομένων εἰσὶ πρῶτοι οἱ θεοκήρυκες ἀπόστολοι, μετὰ τούτους δὲ ὁ Ἀθηνῶν Ἱερόθεος καὶ ὁ ἀρεοπαγίτης Διονύσιος, Ἰουστῖνος ὁ φιλόσοφος καὶ ὁ Λουγδούνων Εἰρηναῖος, Κυπριανὸς ὁ ἱερομάρτυς καὶ ὁ Ἀντιοχείας Εὐστάθιος, ὁ Ἀλεξανδρείας Ἀθανάσιος καὶ ὁ οὐρανοφάντωρ Βασίλειος, οἱ Γρηγόριοι, οἱ Κύριλλοι, ὁ Ἀμβρόσιος, ὁ Χρυσόστομος, ὁ Ἐπιφάνιος καὶ οἱ ἐφεξῆς πάντες, ὅσοι παρὰ Θεοῦ ἔλαβον τῆς σοφίας τὸ χάρισμα· ὅσα δὲ οὗτοι διὰ τῆς σοφίας αὐτῶν κατώρθωσαν, ταῦτα οὐκ ἠδυνήθησαν κατορθῶσαι οὐδὲ ὁ Παῦλος ὁ ἁπλοῦς, οὐδὲ ὁ Ἀντώνιος ὁ μέγας, οὐδὲ ὁ Σάββας ὁ ἡγιασμένος, οὐδὲ ὁ Εὐθύμιος ὁ κοινοβιάρχης, οὐδὲ ὅσοι ἄλλοι ὑπερέλαμψαν διὰ μόνων τῶν ἐναρέτων αὐτῶν πράξεων· ἐστεφάνωσε δὲ ὁ Θεὸς καὶ τούτους, ὥσπερ ἐκείνους, ἐπειδὴ ἡ προαίρεσις καὶ ἡ προθυμία τοῦ διδάσκειν ἵση ὑπῆρχε καὶ εἰς τούτους καὶ εἰς ἐκείνους· οὗτοι δὲ οὐ κατώρθωσαν ὅσα ἐκεῖνοι, οὐ καθότι οὐκ ἠθέλησαν, ἀλλὰ καθότι ὁ Θεὸς κρίμασιν, οἷς οἶδε μόνος αὐτός, οὐκ ἔδωκεν εἰς αὐτοὺς τῆς σοφίας τὸ τάλαντον· ἔδειξαν ὅμως προθυμίαν ἴσην ἐκείνοις, ἐπειδὴ καὶ αὐτοὶ ὠφέλησαν τὸν πλησίον αὐτῶν οὐ μόνον διὰ τοῦ ἁγίου αὐτῶν παραδείγματος, ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦ ἁπλοῦ λόγου τῆς νουθεσίας αὐτῶν καὶ τῆς διδασκαλίας.

Ἀλλὰ τοῦτο, πάλιν ἀποκρίνεσαι, τὸ «Μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν Οὐρανῶν» σημαίνει οὐχὶ ἰσότητα, ἀλλ’ ἀνισότητα καὶ διαφοράν· διότι, ἐὰν ὁ ποιήσας καὶ διδάξας κληθήσεται μέγας, ὁ ποιήσας καὶ μὴ διδάξας κληθήσεται μικρός· ἐπειδὴ τοῦτο τὸ μέγας καὶ μικρὸς οὐδὲν ἄλλο δηλοῖ εἰμὴ τὴν διαφορὰν τῆς ὑπὸ τῶν δικαίων ἀπολαμβανομένης μεγάλης ἤ μικρᾶς δόξης καὶ μακαριότητος, φανερόν ἐστιν, ὅτι περισσοτέρας δόξης ἀπολαμβάνει ὁ ἐνάρετος σοφὸς ἤπερ ὁ ἐνάρετος ὁ ἀμαθής. Ἡμεῖς, ἀκούοντες τὸν μὲν προφήτην Ἡσαΐαν κηρύτττοντα «Δώσω αὐτοῖς ἐν τῷ οἴκῳ μου καὶ ἐν τῷ τείχει μου τόπον ὀνομαστόν, κρείττω υἱῶν καὶ θυγατέρων, ὄνομα αἰώνιον δώσω αὐτοῖς, καὶ οὐκ ἐκλείψει»20, τὸν δὲ Κύριον Ἰησοῦν Χριστὸν διδάσκοντα καὶ λέγοντα «Ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ πατρός μου μοναὶ πολλαί εἰσι»21, πιστεύομεν καὶ ὁμολογοῦμεν, ὅτι πολλοί εἰσιν οἱ βαθμοὶ τῆς θείας δόξης, ἀπολαμβάνει δὲ ἕκαστος τῶν πιστῶν ἀνωτέρου καὶ κατωτέρου βαθμοῦ αὐτῆς κατὰ ἀναλογίαν τῶν ἔργων αὐτοῦ· διότι ὁ αὐτὸς εἶπε διὰ τοῦ ἀπστολικοῦ στόματος, «ὅτι ἀποδώσει ἑκάστῳ κατὰ τὰ ἔργα αὐτοῦ»22· πλὴν ἐκ τῶν λόγων καὶ ἐκ τῶν παραδειγμάτων, τῶν ἐν τῇ ἁγίᾳ γραφῇ, ἀδιστάκτως συμπεραίνομεν, ὅτι τὴν τοιαύτην διανομὴν τῆς θείας δόξης ποιεῖ ὁ Θεὸς οὐ μόνον ἀνάλογον εἰς τὸν πολυπλασιασμὸν μόνου τοῦ ταλάντου, ἀλλὰ κατὰ ἀναλογίαν καὶ τῆς πίστεως, καὶ τῆς προαιρέσεως, καὶ τῆς προθυμίας, καὶ τοῦ σκοποῦ, καὶ τοῦ ζήλου, καὶ πάντων τῶν ἔργων τῆς ἀρετῆς· ὅστις δὲ κατὰ ταῦτα πάντα ὑπερέχει τοὺς ἄλλους, ἐκεῖνος ἀπολαμβάνει πλείοντας τῶν ἄλλων δόξης καὶ μακαριότητος· ἐάν, παραδείγματος χάριν, ὁ διδάσκαλος ὁ Χρυσόστομος ὑπερέβη τὸν Παῦλον τὸν ἁπλοῦν, οὐ μόνον κατὰ τὰ ἔργα τῆς σοφίας αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὰς λοιπὰς ἀρετάς, ὁ Χρυσόστομος ἔχει τὸν τόπον τὸν ἐκλεκτὸν καὶ μονὴν ἐνδοξοτέραν τῆς τοῦ Παύλου ἐν τῇ οἰκείᾳ τοῦ ἐπουρανίου πατρός· ἐὰν δὲ τὸ ὑστέρημα τῶν κατορθωμάτων τῆς σοφίας τοῦ Χρυσοστόμου τὸ ἐν τῷ Παύλῳ ἀνεπλήρωσεν ὁ Παῦλος δι’ ἄλλων ἀρετῶν, ὥστε καὶ οἱ δύο κατεστάθησαν ἴσοι κατὰ τῆς ἀρετῆς τὰ ἔργα, ἴσους ἔχουσι καὶ τοὺς τόπους καὶ τὰς μονάς· κατὰ τὸν αὐτὸν δὲ λόγον, ἐᾶν ὁ Παῦλος ὑπερέβη τὸν Χρυσόστομον εἰς τὰς ἐναρέτους πράξεις, ὁ Παῦλός ἐστιν ὁ μέγας ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν Οὐρανῶν.

Τὶ ἄλλο ἐστὶ τὸ διδάσκειν εἰμὴ μία τῶν ἀρετῶν; τὶ ἄλλο ἐστὶν εἰμὴ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ πλησίον ἐνεργουμένη; Ἐπειδὴ οὖν ἀρετή ἐστι, διὰ τοῦτο ὁ Θεὸς ἀναλογίζεται καὶ ζυγοστατεῖ αὐτὴν μετὰ τῶν ἄλλων ἀρετῶν, διέστειλε δὲ αὐτὴν τῶν ἄλλων ἀρετῶν, εἰπὼν «Ὅς δ’ ἄν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ», ἐπειδή ἐστιν ἀρετὴ μεγάλη καὶ δύσκολος· μεγάλη, ἐπειδὴ ἐπιστρέφει πολλοὺς ἀπίστους ἀπὸ τῆς ἀπιστίας εἰς τὴν πίστιν, καὶ πολλοὺς ἁμαρτωλοὺς ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας εἰς τὴν ἀρετήν· ταῦτα δέ εἰσι τοσοῦτον εὐπρόσδεκτα εἰς τὸν Θεόν, ὥστε διὰ μὲν τοῦ προφήτου Ἱερεμίου εἶπεν «Ἐὰν ἐξαγάγῃς τίμιον ἐξ ἀναξίου, ὡς τὸ στόμα μου ἔσῃ»23· διὰ δὲ τοῦ ἀποστόλου Ἰακώβου ἐκήρυξεν «Ὁ ἐπιστρέψας ἁμαρτωλὸν ἐκ πλάνης ὀδοῦ αὐτοῦ σώσει ψυχὴν ἐκ θανάτου, καὶ καλύψει πλῆθος ἁμαρτιῶν»24· δύσκολος δέ, ἐπειδὴ κινδυνεύει ὁ διδάσκων τρεῖς κινδύνους· τὸν κίνδυνον τῆς ὑπερηφανείας, καθότι εὔκολα ἔρχεται καὶ ἐπιμένει εἰς τὸν νοῦν αὐτοῦ ὁ ὑπερήφανος λογισμός, πείθων αὐτόν, ὅτι ἐστὶ σοφός· τὸν κίνδυνον τῆς κακοδιδασκαλίας, καθότι εὔκολα εἴτε ἐκ προαιρέσεως εἴτε ἐκ παραδρομῆς διδάσκει δόγματα διεστραμμένα ἀντὶ τῶν ὀρθῶν, καὶ δεισιδαιμονίας ἀντὶ τῶν νόμων τοῦ Θεοῦ· τὸν κίνδυνον τοῦ θείου ἐλέγχου, διότι πολλάκις διδάσκει τοὺς ἄλλους, αὐτὸς δὲ οὐ πράττει τὰ διδασκόμενα. Ἄκουε δὲ μετὰ πόσης σφοδρότητος ἐλέγχει ὁ θεοῤῥήμων Παῦλος τοὺς τοιούτους διδασκάλους· «Ὁ οὖν διδάσκων ἕτερον σεαυτὸν οὐ διδάσκεις; ὁ κηρύσσων μὴ κλέπτειν κλέπτεις; ὁ λέγων μὴ μοιχεύειν μοιχεύεις; ὁ βδελυσσόμενος τὰ εἴδωλα ἱεροσυλεῖς; ὅς ἐν νόμῳ καυχᾶσαι διὰ τῆς παραβάσεως τοῦ νόμου τὸν Θεὸν ἀτιμάζεις»25; ταύτην τὴν δυσκολίαν γνωρίσας ὁ ἀδελφόθεος Ἰάκωβος, κἄν ὕψωσε τῆς διδαχῆς τὸν καρπόν26, συμβουλεύει ὅμως ἵνα μὴ πολλοὶ ἀναλαμβάνωσι τὸ διδασκαλικὸν ἐπάγγελμα· «Μὴ πολλοί», λέγει, «διδάσκαλοι γίνεσθε, ἀδελφοί μου, εἰδότες, ὅτι μεῖζον κρίμα ληψόμεθα· πολλὰ γὰρ πταίομεν ἅπαντες»27.

Βλέπε δὲ πῶς καὶ αὐτὸς ὁ θεάνθρωπος πρῶτον ἔθηκε τὸ «Ὅς δ’ ἄν ποιήσῃ», ἔπειτα καὶ τὸ διδάξῃ, ἵνα διὰ τούτου φανερώσῃ, ὅτι πρέπον ἐστὶν ἵνα πρῶτον κατορθώσωμεν τῆς ἀρετῆς τὰ ἔργα, ἔπειτα διδάξωμεν αὐτὰ τοὺς ἄλλους. Μηδεὶς οὖν πλανάσθω, ἤ ἀμελῶν τὰ λοιπὰ τῆς ἀρετῆς ἔργα καὶ φροντίζων μόνον περὶ τοῦ διδάσκειν τοὺς ἄλλους, ἤ νομίζων ὅτι μόνον τὸ διδάσκειν δύναται καταστῆσαι αὐτὸν μέγαν ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν Οὐρανῶν, ἤ λυπούμενος, ὅτι οὐκ ἔχει τῆς διδασκαλίας τὸ χάρισμα· φροντιζέτω δὲ ὁ καθεὶς πρῶτον ἵνα διδάξῃ ἑαυτόν, καὶ ποιήσῃ πάντα, ὅσα εἰσὶν ἀρεστὰ τῷ Θεῷ· ἔπειτα, ἐὰν μὲν ἔχῃ τῆς σοφίας τὸ τάλαντον, πολυπλασιαζέτω αὐτὸ διὰ τῆς ὀρθῆς αὐτοῦ διδασκαλίας· ἐὰν δὲ οὐκ ἔλαβε τοῦτο, μηδὲν λυπείσθω· ἀρκεῖ αὐτῷ ὁ σκοπός, ὁ ζῆλος, ἡ προθυμία ὑπὲρ τούτου· ἀρκεῖ αὐτῷ ἡ τοῦ καλοῦ αὐτοῦ παραδείγματος διδασκαλία, καὶ ἡ τοῦ ἑνὸς ἁπλοῦ καὶ συντόμου λόγου αὐτοῦ νουθεσία· ἐπειδὴ δὲ τοιουτοτρόπως κάθεὶς δύναται διδάσκειν, διὰ τοῦτο εἶπεν ὁ τῶν ἁπάντων Κύριος καὶ δεσπότης, ἡ πηγὴ τῆς σοφίας καὶ τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἀγαθότητος· «Ὅς δ’ ἄν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ, οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν».

Σημειώσεις :

  1. Ματ. ε΄, 19.
  2. Ματ. κε΄, 15.
  3. αὐτοθ. 21.
  4. Ψλμ. ιε΄, 1.
  5. Ῥωμ. η΄, 18.
  6. Ἰωαν. ε΄, 19.
  7. Ῥωμ. β΄, 5.
  8. Ἐφεσ. β΄, 8, 9.
  9. Ματ. κ΄, 14, 15.
  10. Μαρ. ιβ΄, 43.
  11. Γεν. κβ΄, 12.
  12. Λουκ. ιθ΄, 5.
  13. Λουκ. ιη΄, 13.
  14. αὐτ. κγ΄, 42.
  15. Ματ. ι΄, 41, 42.
  16. Ματ. ε΄, 16.
  17. Μαρκ. ιβ΄, 44.
  18. Ψλμ. ι΄, 8.
  19. Ματ. ι΄, 30.
  20. Ἠσ. νστ΄, 5.
  21. Ἰωαν. ιδ΄, 2.
  22. Ῥωμ. β΄, 6.
  23. Ἱερ. ιε΄, 19.
  24. Ἰακ. ε΄, 20.
  25. Ῥωμ. β΄, 21, 22, 33.
  26. Ἰακ. ε΄, 28.
  27. Ἰακ. γ΄, 1, 2.


Δείτε την ομιλία στο πρωτότυπο από το “Κυριακοδρόμιο των τεσσάρων Ευαγγελιστών”, του Νικηφόρου Θεοτόκη (τόμ. 2ος, σελ. 359 – Έκδοσις 1840), πατώντας εδώ (Σημείωση: Στο αρχείο pdf αναγράφεται -από τυπογραφικό λάθος- ότι ο λόγος έγινε μετά το κατά Μάρκον Ευαγγέλιον, ενώ το σωστό είναι μετά το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον) (11/7/2014)

Η φρενίτις των πολιτιστικών εκδηλώσεων (Πρωτοπρ. Διονύσιος Τάτσης)

Πληθώρα οἱ πολιτιστικές ἐκδηλώσεις στή χώρα μας, ἰδίως τό καλοκαίρι. Διοργανώνονται ἀπό δήμους, ὀργανισμούς, συλλόγους, ἀλλά καί μητροπόλεις. Ὑπάρχει μάλιστα καί συναγωνισμός, ὑπερβολική διαφήμιση, λαϊκή συμμετοχή καί οἰκονομικό ἐνδιαφέρον. Οἱ ἄνθρωποι ἀνταποκρίνονται, ἐνθουσιάζονται, χειροκροτοῦν καί συμφωνοῦν μέ τούς διοργανωτές, τούς ὁποίους μάλιστα ἐπαινοῦν μέ ὑπερβολικό τρόπο. Συνήθως οἱ ἐκδηλώσεις αὐτές εἶναι χαμηλοῦ πνευματικοῦ ἐπιπέδου, ἰδιαίτερα οἱ μουσικές.

Στόν πειρασμό αὐτό δέν εἶναι ἀμέτοχοι καί μερικοί μητροπολίτες, οἱ ὁποῖοι διοργανώνουν παρόμοιες ἐκδηλώσεις, ἐντός καί ἐκτός τῶν ἱερῶν ναῶν, ἀκόμα καί σέ μοναστηριακούς χώρους, ὅπου θά ἔπρεπε νά ἐπικρατεῖ μόνο ἡ προσευχή. Ὁ σκοπός τους εἶναι νά συγκεντρώσουν χρήματα, γιά νά ἐνισχυθοῦν τά ἱδρύματα τῶν μητροπόλεών τους. Λησμονοῦν ὅμως οἱ σεβασμιώτατοι ὅτι «ὁ σκοπός δέν ἁγιάζει τά μέσα». Ἀλλά ποῦ τέτοια εὐαισθησία! Ἡ ἀπληστία θεωρεῖται κατόρθωμα ἀρετῆς, κάτι πού εἶναι ἀπαράδεκτο καί ἀποκρουστικό! Χίλιες φορές νά κλείσει ἕνα ἵδρυμα ἤ νά ματαιωθεῖ ἡ ἵδρυση κάποιου νέου, παρά νά βεβηλώνονται ἱεροί χῶροι καί τό σπουδαιότερο νά ἀμβλύνεται τό ἠθικό κριτήριο τῶν πιστῶν καί νά δημιουργεῖται ἡ ἐσφαλμένη ἐντύπωση ὅτι ὅλα τά πολιτιστικά «δρώμενα» εἶναι ἀθῶα καί ἄρα μποροῦν νά τά παρακολουθοῦν οἱ πιστοί «ἀκινδύνως» καί νά γλεντοῦν μέχρι τίς πρῶτες πρωινές ὧρες, ὅπως μέ καύχηση ἀναφέρουν οἱ διοργανωτές καί οἱ συμμετέχοντες!

Αὐτές τίς ἐκδηλώσεις ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης τίς θεωροῦσε ἁμαρτωλές καί φυσικά ἐπικίνδυνες γιά τήν εὐσέβεια τοῦ λαοῦ. Ἔλεγε: «Διοργανώνουν συνήθως διάφορες διασκεδάσεις μέ σκοπό φιλανθρωπικό, δηλαδή ἐκ προθέσεως ἐπιθυμοῦν προπαντός νά ἐξυπηρετήσουν τήν ἁμαρτωλή τους σάρκα καί τό διάβολο καί μόνον μετά ταῦτα τόν πλησίον καί τό Θεό».

Στή δύσκολη καί σκληρή ἐποχή μας, πού ὅλα ἀμφισβητοῦνται καί ὅλα γίνονται ἀποδεκτά, οἱ συν­ειδητοί χριστιανοί δέν πρέπει νά συμμετέχουν σ’ αὐτές τίς κοσμικές ἐκδηλώσεις κι ἄς τούς προτρέπουν μέ «πατρικές» συμβουλές οἱ κοσμικότεροι μητροπολίτες καί οἱ ὁμόφρονες κληρικοί.

Πρέπει κάποτε νά συνειδητοποιήσουν οἱ χριστιανοί ὅτι πνευματικό κατόρθωμα δέν εἶναι ἡ συμμετοχή σέ κοσμικές ἐκδηλώσεις, ἀλλά ἡ ἄρνησή τους, πού εἶναι τήρηση τῶν ἐντολῶν καί ὁμολογία πίστεως. Ὄχι συμβιβασμοί μέ τόν ἁμαρτωλό κόσμο, ἀλλά ὑπακοή μέ χαρούμενη διάθεση στό θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Ἀξιοπρόσεκτη εἶναι ἡ ἀκόλουθη συμβουλή τοῦ Ἱεροῦ Χρυσοστόμου, πού ἱκανοποιεῖ τήν ἀνάγκη τοῦ ἀνθρώπου νά ψυχαγωγεῖται: «Ἄν θέλεις νά ψυχαγωγεῖσαι, βάδιζε σέ κήπους, σέ ποτάμι πού κυλάει τά νερά του καί σέ λίμνες· γνώριζε ἄλση, ἄκουγε τζιτζίκια πού τραγουδοῦν, σύχναζε σέ ναούς μαρτύρων ὅπου βρίσκει κανείς τήν ὑγεία τοῦ σώματος καί τήν ὠφέλεια τῆς ψυχῆς, καί δέν ὑπάρχει καμιά βλάβη οὔτε μεταμέλεια μετά τήν πνευματική ἀπόλαυση, ὅπως συμβαίνει δυσ­τυχῶς στά θέατρα».

Καί μιά πρόταση τοῦ Μεγάλου Βασιλείου γιά ἐκείνους πού ἐνδιαφέρονται γιά τήν ψυχαγωγία τῶν συνανθρώπων τους: «Ἄν κάποτε εἶναι ἀνάγκη νά φαιδρύνουμε τήν ἀτμόσφαιρα μέ λόγια, πού θά ἀπομακρύνουν τή σκυθρωπότητα, ἄς εἶναι ὁ λόγος μας γεμᾶτος πνευματική χάρη καί ἀρτυμένος μέ τό εὐαγγελικό ἁλάτι, ὥστε νά ἀποπνέει τήν εὐωδία τῆς σοφῆς ἐσωτερικῆς τάξης καί νά εὐφραίνει διπλά τόν ἀκροατή καί μέ τήν ἀναψυχή (τή χαλάρωση) καί μέ τή χάρη τῆς σύνεσης».

 

 

(Πηγή: “Ορθόδοξος Τύπος”)

Η Κυριακή της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου († Αρχ. Γεώργιος Καψάνης, Προηγούμενος Ι. Μ. Γρηγορίου Αγίου Όρους)

Ο άγιος Συμεών ο Θεοδόχος στην Υπαπαντή του Κυρίου, όταν ο Κύριος ήταν σαράντα ημερών και πήρε το Θείο Βρέφος στην αγκαλιά του, προφήτευσε και είπε ότι Αυτός θα είναι «εις σημείον αντιλεγόμενον και εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών». Δηλαδή οι άνθρωποι, όσον αφορά το Πρόσωπο του Χριστού, άλλοι θα σώζονται εις ανάστασιν και άλλοι εις πτώσιν. Άλλοι θα σώζονται και άλλοι θα χάνονται εξαιτίας της στάσεώς του απέναντί Του. Και αυτοί που θα πιστεύουν, θα σώζονται, και αυτοί που δεν θα πιστεύουν, θα χάνονται.

Βλέπουμε ότι αυτή η προφητεία επαλήθευσε δια μέσου των αιώνων και επαληθεύει μέχρι σήμερα.

Οι άνθρωποι αντιλέγουν για το Πανάγιο Πρόσωπο του Κυρίου. Και άλλοι τον πιστεύουμε ως Θεάνθρωπο και άλλοι απιστούν. Είναι και αυτή η προφητεία μία απόδειξη, μία επισφράγιση της αλήθειας του Ευαγγελίου του Χριστού.

Έτσι λοιπόν μεταξύ αυτών που αντέλεγαν στην θεότητα του Κυρίου είναι οι διάφοροι αιρετικοί δια μέσου των αιώνων. Η παρουσία των αιρετικών άρχισε ήδη από την εποχή των αγίων Αποστόλων. Όπως σπέρνουμε τον σπόρο και μαζί βγαίνουν και τα ζιζάνια, έτσι, όπως σπείρεται ο σπόρος του λόγου του Θεού, έβγαιναν και τα ζιζάνια, οι αιρέσεις, τα οποία έσπερνε ο εχθρός της σωτηρίας μας, ο διάβολος.

Και η Εκκλησία ήδη από της εποχής των αγίων Αποστόλων ελάμβανε μέτρα κατά των αιρέσεων για να διασφαλίσει την αληθινή, την Ορθόδοξη πίστη στο Πρόσωπο του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.

Και γνωρίζουμε όλοι μας, ότι το έτος 48 μ.Χ. συνεκλήθη η Αποστολική Σύνοδος στα Ιεροσόλυμα, στην οποία συμμετείχαν οι Απόστολοι και αποφάσισαν ορισμένα πράγματα εναντίον των αιρετικών.

Εν συνεχεία έγιναν και σύνοδοι, τοπικές και οικουμενικές σύνοδοι, και όλες αυτές ήσαν σύνοδοι με τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος με σκοπό να διασφαλίσουν την αλήθεια περί του Προσώπου του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.

Όπως γνωρίζετε, επτά Σύνοδοι είναι ανεγνωρισμένες. Είναι και η ογδόη που έγινε επί αγίου Φωτίου, και μέλλει να αναγνωρισθεί. Μεγάλη θεολογική σημασία έχει η Δ’ Οικουμενική Σύνοδος, η οποία συνεκλήθη στην πόλη Χαλκηδόνα, κοντά στην Κωνσταντινούπολη το 451 μ.Χ. Και συμμετείχαν 630 Πατέρες από όλη την τότε Χριστιανική Οικουμένη.

 

***

 

Αυτή η Σύνοδος λοιπόν, την οποία τιμούμε και εορτάζουμε σήμερα, δογμάτισε, όχι κάτι καινούργιο, αλλά αυτό το οποίο πίστευαν πάντοτε οι Χριστιανοί. Απλώς το διετύπωσε και το διευκρίνισε σαφέστερα, ότι ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος. Αλλά όχι δύο Χριστοί, ένας Χριστός Θεός και ένας Χριστός άνθρωπος, αλλά δύο φύσεις ενωμένες σε ένα Πρόσωπο, σε ένα Χριστό. Δηλαδή σ’ ένα Πρόσωπο, σε μία Υπόσταση, διότι Πρόσωπο και Υπόσταση είναι συνώνυμα. Αυτός λοιπόν στο ένα Πρόσωπο Χριστός είναι Θεάνθρωπος, Θεός και άνθρωπος μαζί.

Αυτό βέβαια είναι ένα μεγάλο μυστήριο. Πώς έγινε αυτή η ένωση Θεού και ανθρώπου! Αυτό είναι μυστήριο «το μόνον καινόν υπό την ήλιον». Δεν έγινε ποτέ σε άλλον άνθρωπο, ούτε θα ξαναγίνει.

Αυτό έγινε διότι ο άπειρος Θεός από αγάπη για τους ανθρώπους, απέστειλε τον Μονογενή Του Υιό, τον Λόγο του Θεού, ο Οποίος προσέλαβε την ανθρώπινη φύση, εμάς όλους δηλαδή, για να μας σώσει, να μας θεώσει και να μας αποκαταστήσει στην δόξα που είχε ο άνθρωπος προ της αμαρτίας.

Έπρεπε λοιπόν η Εκκλησία να προφυλάξει τους Χριστιανούς από τις αιρέσεις, και μάλιστα από την αίρεση του Νεστορίου, αρχιεπισκόπου τότε της Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος έλεγε ότι έχουμε δύο Χριστούς, ή από την αίρεση του αρχιμανδρίτου Ευτυχούς, ο οποίος έλεγε ότι η ανθρώπινη φύση του Χριστού σιγά σιγά απερροφήθη από την θεία φύση κι έτσι έμεινε ο Χριστός ως Θεός μόνο και όχι και ως άνθρωπος, μείωνε δηλαδή την ανθρώπινη φύση, καθώς και από άλλους αιρετικούς, όπως τον Διόσκορο και τον Σεβήρο οι οποίοι έλεγαν μεν ότι είναι ο Χριστός Θεάνθρωπος, αλλά ότι οι δύο φύσεις συγχέονται. Και δεν είναι αληθινά δύο φύσεις, αλλά στην πραγματικότητα είναι μία φύση.

 

 

***

 

Αυτά λοιπόν η Εκκλησία τα διεκήρυξε και τα διασάφησε στην Δ’ Οικουμενική Σύνοδο και τώρα οι Ορθόδοξοι χριστιανοί, όλοι μας, πιστεύουμε ότι ο Ιησούς Χριστός έχει δύο φύσεις, την θεία και την ανθρώπινη. Και επειδή έχει αυτές τις δύο φύσεις, μας σώζει. Αν ήταν μόνο Θεός, δεν θα μας έσωζε. Αν ήταν μόνον άνθρωπος, πάλι δεν θα μας έσωζε. Έπρεπε να είναι Θεός και άνθρωπος, ώστε η θεία φύση να σώζει την ανθρώπινη φύση.

Τώρα όποιος ενωθεί με τον Χριστό, δηλαδή με την ανθρώπινη φύση του, σώζεται, λόγω της ενώσεως των δύο φύσεων, θείας και ανθρώπινης.

Αυτό το δόγμα της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου έχει πολύ μεγάλη σημασία, διότι σώζει και την ελευθερία του ανθρώπου. Δεν καταργείται ο άνθρωπος. Έτσι βλέπουμε ότι η σωτηρία του ανθρώπου είναι συνέργεια. Ούτε ο άνθρωπος μπορεί να σωθεί μόνος του, χωρίς την ελευθερία του, χωρίς την θέλησή του, ούτε ο Θεός μπορεί να σώσει τον άνθρωπο, εάν ο άνθρωπος δεν το θέλει. Αλλά ούτε ο άνθρωπος μπορεί να σωθεί μόνος του. Χρειαζόμαστε λοιπόν συνέργεια Θεού και ανθρώπου, ανθρώπου και θείας Χάριτος. Αυτό μας εξασφαλίζει το δόγμα της εν Χαλκηδόνι Δ’ Οικουμενικής Συνόδου και άλλα πολλά που δεν είναι του παρόντος να τα αναπτύξουμε.

Είμαστε ευγνώμονες στους Πατέρες της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου και των Πατέρων όλων των Συνόδων, οι οποίοι με πολύ κόπο και με θυσίες και με αγώνες διετύπωσαν τα δόγματα της ευσεβείας και σήμερα εμείς είμαστε ορθόδοξοι χριστιανοί. Γι’ αυτό από ευγνωμοσύνη τιμούμε σήμερα τους Πατέρες. Εορτάζουμε και τις άλλες συνόδους – και την Πρώτη και την Εβδόμη και τις άλλες – διότι ξέρουμε ότι αυτές διεφύλαξαν την πίστη μας.

 

 

***

 

Σήμερα δεν κινδυνεύουμε τόσο από μία αίρεση συγκεκριμένη, όσο από μία παναίρεση, ότι δηλαδή, δεν έχει μεγάλη σημασία το δόγμα. Δεν έχει σημασία τι πιστεύει ο άνθρωπος, ούτε έχει μεγάλη σημασία τι είναι ο Χριστός. Σημασία έχει να πιστεύεις κάπου. Και όπου και να πιστεύεις είναι το ίδιο. Είτε στον Βούδα πιστεύεις, είτε στον Μωάμεθ πιστεύεις, είτε στον Χριστό πιστεύεις, καλό είναι. Αρκεί να πιστεύεις κάπου.

Ε, αυτή είναι η χειρότερη αίρεση. Γιατί αλίμονο αν μπορεί κανείς να σωθεί από τον Βούδα, από τον Μωάμεθ ή δεν ξέρω από ποιον άλλον. Τότε για ποιο λόγο να σαρκωθεί ο Θεός, ο Θεός να γίνει άνθρωπος; Για ποιο λόγο ο Χριστός να έλθει στην γη, να κηρύξει το Ευαγγέλιο, να σταυρωθεί, να ταφεί, να αναστηθεί και να στείλει το Άγιο Πνεύμα;

Ας μείνουμε λοιπόν εμείς πιστοί στην πίστη των Πατέρων μας, των Αγίων της Εκκλησίας μας, σ’ αυτή την πίστη η οποία έσωσε τον κόσμο μέχρι σήμερα.

Και μεταξύ των αγίων που εφύλαξαν την πίστη και επίστευσαν βαθειά είναι και ο εορταζόμενος άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης (14/7), μεγάλος διδάσκαλος της Εκκλησίας, μεγάλος φωστήρ, σοφός άνθρωπος με σοφία κοσμική, αλλά περισσότερο με σοφία θεϊκή. Και παρέδωσε στην Εκκλησία πολύτιμα βιβλία, όπως είναι ο Αόρατος Πόλεμος, τα Πνευματικά Γυμνάσματα και άλλα τα οποία ωφελούν μέχρι σήμερα εκείνους που τα διαβάζουν προς ψυχική τους ωφέλεια.

Για όλα αυτά ευχαριστούμε τον Θεό και Τον παρακαλούμε να μας βοηθεί και εμάς σε μία εποχή συγχύσεως και πολλών πλανών, να μείνουμε σταθεροί στην πίστη του Ευαγγελίου, στην πίστη των αγίων Πατέρων μας. Αμήν.

 

 

 

Θάνατος και Απώλεια († Μητροπολίτης Σουρόζ Αντώνιος Bloom)

Μνήμη θανάτου

Σὲ παλιότερες ἐποχές, ὅταν οἱ Χριστιανοὶ βρίσκονταν πλησιέστερα στὶς παγανιστικές τους ρίζες καὶ στὴ φοβερὴ καὶ συνταρακτικὴ ἐμπειρία τῆς μεταστροφῆς τους, μιλοῦσαν γιὰ τὸ θάνατο ὡς μία γέννηση στὴν αἰώνια ζωή. Δὲν τὸν ἀντιλαμβάνονταν ὡς τέλος, ὡς μία ἔσχατη ἥττα, ἀλλὰ ὡς μία ἀρχή. Θεωροῦσαν τὴ ζωὴ ὡς ἄνοδο πρὸς τὴν αἰωνιότητα καὶ τὸ θάνατο ὡς τὴν πύλη ποὺ ἀνοίγει καὶ μᾶς ἀφήνει νὰ εἰσέλθουμε σ’ αὐτήν. Αὐτὸ μάλιστα ἐξηγεῖ καὶ τὸ γιατί, τόσο συχνά, οἱ πρῶτοι Χριστιανοὶ συνήθιζαν νὰ ὑπενθυμίζουν ὁ ἕνας στὸν ἄλλο τὸ θάνατο μὲ φράσεις ὅπως «ἔχε μνήμη θανάτου», ἐνῶ στὶς εὐχὲς ποὺ μᾶς ἄφησε ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ὡς πολύτιμη κληρονομιὰ ὑπάρχει μία αἴτηση, μὲ τὴν ὁποία ζητοῦμε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ μᾶς δώσει «μνήμη θανάτου».

Ὅταν ἀναφέρονται αὐτὲς οἱ λέξεις στὸν σύγχρονο ἄνθρωπο, ἡ ἀντίδρασή του εἶναι συνήθως ἡ ἀπόρριψη καὶ ἡ ἀποστροφή. Μήπως σημαίνουν αὐτὲς οἱ λέξεις ὅτι θὰ πρέπει νὰ θυμόμαστε πὼς ὁ θάνατος εἶναι σὰν τὴ Δαμόκλειο σπάθη, ποὺ κρέμεται ἀπὸ μία τρίχα πάνω ἀπὸ τὰ κεφάλια μας καὶ πώς, ἀνὰ πάσα στιγμή, μπορεῖ τὸ συμπόσιο τῆς ζωῆς νὰ τερματιστεῖ τραγικά; Σημαίνουν μήπως πώς oποτεδήποτε βροῦμε μία χαρά, θὰ πρέπει ἀμέσως νὰ συνειδητοποιοῦμε ὅτι αὐτὴ θὰ ἔχει ἕνα τέλος; Πρέπει μήπως νὰ ἐπιθυμοῦμε νὰ συσκοτίζεται τὸ φῶς κάθε μέρας μὲ τὸ φόβο ἑνὸς ἐπικείμενου θανάτου; Ὄχι, δὲν αἰσθάνονταν ἔτσι οἱ πρῶτοι Χριστιανοί. Αὐτὸ ποὺ αἰσθάνονταν εἶναι ὅτι ὁ θάνατος ἀποτελεῖ μία ἀποφασιστικὴ στιγμή, ὅταν ὅσα μποροῦμε νὰ κάνουμε πάνω στὴ γῆ φθάνουν σ’ ἕνα τέλος. Πρέπει λοιπὸν νὰ βιαστοῦμε νὰ ἐπιτύχουμε πάνω στὴ γῆ ὅσα μποροῦμε νὰ ἐπιτύχουμε. Ἡ μνήμη τοῦ θανάτου ἀποτελεῖ, κατὰ ἕναν παράδοξο τρόπο, ἕνα σκοπὸ γιὰ νὰ ἐπιτύχουμε στὴ ζωή, γιὰ νὰ γίνουμε τὸ ἀληθινὸ πρόσωπο ποὺ κληθήκαμε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ γίνουμε, γιὰ νὰ πλησιάσουμε ὅσο περισσότερο μποροῦμε αὐτὸ ποὺ ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀποκαλεῖ «μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ», γιὰ νὰ γίνουμε ὅσο τὸ δυνατὸν καλύτερα μία ἀπαραμόρφωτη εἰκόνα τοῦ Θεοῦ.

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος σὲ μία ἀπὸ τὶς ἐπιστολὲς του λέει ὅτι πρέπει νὰ βιαστοῦμε νὰ ζήσουμε, ἐπειδὴ ὁ χρόνος εἶναι ἀπατηλός. Ζοῦμε ὅλες τὶς μέρες τῆς ζωῆς μας σὰν νὰ γράφουμε βιαστικά, ἀπρόσεχτα, ἕνα πρόχειρο γραφτὸ ποὺ μία μέρα θὰ καθαρογραφεῖ. Εἶναι σὰν νὰ ἑτοιμαζόμαστε νὰ κτίσουμε καὶ μαζεύουμε ὅλα τὰ χρειώδη ποὺ ἀργότερα θὰ ὀργανωθοῦν σὲ ὀμορφιά, ἁρμονία καὶ νόημα. Ζοῦμε μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο, χρόνο μὲ τὸ χρόνο, δίχως νὰ ὁλοκληρώνουμε ἢ νὰ τελειοποιοῦμε αὐτὰ ποὺ μποροῦμε νὰ κάνουμε, ἐπειδὴ ἔχουμε καιρὸ μπροστά μας. Λέμε στὸν ἑαυτό μας: ἀργότερα θὰ κάνω κάτι, αὐτὸ μπορεῖ νὰ γίνει ἀργότερα, κάποια μέρα θὰ κάνω τὸ καθαρογράψιμο. Ἀλλὰ τὰ χρόνια περνοῦν καὶ δὲν κάνουμε τίποτε.

Αὐτὸ συμβαίνει ὄχι μόνο ἐπειδὴ πλησιάζει ὁ θάνατος, ἀλλὰ ἐπειδὴ σὲ κάθε περίοδο τῆς ζωῆς μας δὲν ἔχουμε τὴ δυνατότητα νὰ κάνουμε ὅσα ἡ προηγούμενη περίοδος μᾶς ἔχει ἐπιτρέψει νὰ κάνουμε. Δὲν μποροῦμε νὰ ἐπιτύχουμε μία ὄμορφη καὶ γεμάτη νεότητα κατὰ τὴν περίοδο τῆς ὡριμότητας, ὅπως δὲν μποροῦμε, σὲ μεγάλη ἡλικία, νὰ ἀποκαλύψουμε στὸν Θεὸ καὶ στὸν κόσμο αὐτὸ ποὺ πιθανῶς θὰ ἤμασταν στὰ χρόνια της ὡριμότητας. Ὑπάρχει ὁ κατάλληλος καιρὸς γιὰ ὅλα τὰ πράγματα, ἀλλά, μόλις περάσει, δὲν εἶναι πλέον δυνατὸν νὰ γίνουν αὐτά.

Ὁ Βίκτωρ Οὐγκῶ ἔλεγε ὅτι ὑπάρχει φωτιὰ στὰ μάτια τῶν νέων, ἀλλὰ θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχει καὶ φῶς στὰ μάτια τῶν γερόντων. Ὁ καιρὸς τῆς δυνατῆς φωτιᾶς περνᾶ, ὁ καιρὸς τοῦ φωτὸς πλησιάζει, ἀλλὰ ὅταν ἔλθει ὁ καιρὸς γιὰ νὰ γίνουμε φῶς, δὲν μποροῦμε πλέον νὰ κάνουμε αὐτὰ τὰ πράγματα ποὺ ἔπρεπε νὰ εἶχαν γίνει τὴν ἐποχὴ ποὺ ἤμασταν φωτιά. Ὁ χρόνος εἶναι ἀπατηλός. Ὅταν μᾶς λένε ὅτι πρέπει νὰ θυμόμαστε τὸ θάνατο, δὲν εἶναι γιὰ νὰ μᾶς δώσουν φόβο γιὰ τὴ ζωή, ἀλλὰ γιὰ νὰ μᾶς κάνουν νὰ ζήσουμε μὲ ὅλη τὴν ἔνταση ποὺ θὰ εἴχαμε ἂν συνειδητοποιούσαμε ὅτι κάθε στιγμὴ εἶναι μόνο ἡ στιγμὴ πού κατέχουμε, καὶ ὅτι ἡ κάθε στιγμὴ τῆς ζωῆς πρέπει νὰ εἶναι τέλεια: μᾶς ὑποδεικνύεται ὄχι τὸ βάθος ἀλλὰ ἡ κορυφὴ τοῦ κύματος, ὄχι μία ἥττα ἀλλὰ ἕνας θρίαμβος. Ἔτσι, ἡ μνήμη θανάτου φαίνεται ὅτι εἶναι ἡ μόνη δύναμη ποὺ κάνει τελικὰ τὴ ζωὴ ἔντονη.

Ἐκεῖνοι ποὺ εἶχαν τὴν εὐκαιρία νὰ ζήσουν γιὰ κάποια περίοδο μ’ ἕναν ἑτοιμοθάνατο, μ’ ἕνα πρόσωπο ποὺ γνωρίζει τὸν ἐρχομὸ τοῦ θανάτου, καὶ ἔχουν συνειδητοποιήσει κι αὐτοὶ αὐτὸ τὸ γεγονός, θὰ πρέπει νὰ κατανοήσουν τὸ τί μπορεῖ νὰ σημαίνει γιὰ μία σχέση ἡ παρουσία τοῦ θανάτου. Σημαίνει πὼς κάθε λέξη ὀφείλει νὰ περιλαμβάνει ὅλο τὸ σεβασμό, ὅλη τὴν ὀμορφιά, ὅλη τὴν ἁρμονία καὶ τὴν ἀγάπη ποὺ πιθανῶς νὰ βρισκόταν σὲ κατάσταση νάρκης σ’ αὐτὴν τὴ σχέση. Σημαίνει ὅτι δὲν ὑπάρχει τίποτε τὸ ἀσήμαντο, ἐπειδὴ ὅσο ἀσήμαντο κι ἂν εἶναι κάτι, μπορεῖ νὰ γίνει εἴτε ἔκφραση ἀγάπης ἢ ἀκόμη καὶ ἄρνησή της.

Αὐτὸ εἶναι κάτι πολὺ σημαντικό, ἐπειδὴ χρωματίζει ὅλη μας τὴ στάση ἀπέναντι στὸ θάνατο. Μπορεῖ νὰ τὴ μετατρέψει σὲ μεγάλη πρόκληση, σὲ κάτι ποὺ θὰ μᾶς ἐπιτρέψει νὰ ἀναπτυχθοῦμε στὸ πλῆρες μέτρο τῆς ἡλικίας καὶ στὸ νὰ προσπαθοῦμε συνεχῶς νὰ εἴμαστε ὅλα ὅσα μποροῦμε νὰ γίνουμε, χωρὶς ἐλπίδα νὰ βελτιωθοῦμε ἀργότερα ἂν δὲν φροντίσουμε νὰ εἴμαστε σωστοὶ ἀπὸ σήμερα.

Ντοστογιέφσκυ, στοὺς “Ἀδελφοὺς Καραμαζώφ”, μιλᾶ γιὰ τὴν κόλαση. Λέει πὼς ἡ κόλαση μπορεῖ νὰ συνοψιστεῖ σὲ δύο λέξεις: «πολὺ ἀργά!» Μόνο ἡ μνήμη τοῦ θανάτου μᾶς ἐπιτρέπει νὰ ζήσουμε αὐτὸ ποὺ δὲν θὰ ἔπρεπε ποτὲ νὰ ἀντιμετωπίσουμε ὑπὸ τὸ βάρος αὐτῆς τῆς φοβερῆς συνειδητοποίησης: εἶναι πολὺ ἀργά. Λέξεις ἢ χειρονομίες ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ γεμίσουν μία σχέση δὲν μποροῦν πλέον νὰ λεχθοῦν ἢ νὰ πραγματοποιηθοῦν. Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ γίνει αὐτὸ στὸ τέλος, ἀλλὰ ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ γίνει παρὰ μόνο μ’ ἕναν ἄλλο τρόπο, μὲ πολὺ πόνο.

Πρὶν ἀπὸ ἀρκετὰ χρόνια, ἦρθε νὰ μὲ δεῖ ἕνας ἡλικιωμένος γύρω στὰ ὀγδόντα πέντε. Ἤθελε νὰ μὲ συμβουλευτεῖ, ἐπειδὴ δὲν μποροῦσε νὰ συνεχίσει νὰ ζεῖ μὲ τὴν ἀγωνία μὲ τὴν ὁποία εἶχε ζήσει γιὰ περίπου ἑξήντα χρόνια. Στὸν ἐμφύλιο πόλεμο τῆς Ρωσίας εἶχε σκοτώσει τὸ κορίτσι ποὺ ἀγαποῦσε καὶ ποὺ καὶ αὐτὸ τὸν ἀγαποῦσε. Ἀγαποῦσε ὁ ἕvας τὸν ἄλλο πολύ. Σκόπευαν νὰ παντρευτοῦν, ἀλλὰ κατὰ τὴ διάρκεια μίας σκοποβολῆς, αὐτὴ εἶχε τρέξει ξαφνικὰ μπροστὰ ἀπὸ τὴ γραμμὴ σκόπευσης καὶ ἔτσι ἦταν πολὺ ἀργὰ γιὰ νὰ ἐκτρέψει τὴ βολή του.

Γιὰ ἑξήντα χρόνια δὲν εἶχε μπορέσει νὰ βρεῖ εἰρήνη. Ὄχι μόνο εἶχε κόψει τὸ νῆμα μίας ζωῆς ποὺ τοῦ ἦταν ἄπειρα πολύτιμη, ἀλλὰ μίας ζωῆς ποὺ ἄνθιζε καὶ ποὺ ἦταν ἐξίσου πολύτιμη καὶ γιὰ τὸ κορίτσι ποὺ ἀγαποῦσε. Μοῦ εἶπε ὅτι προσευχόταν, ζητοῦσε συγγνώμη ἀπὸ τὸν Κύριο, εἶχε ἐξομολογηθεῖ, εἶχε μετανοήσει, εἶχε λάβει τὴν ἄφεση καὶ τὴ Θεία Κοινωνία – εἶχε κάνει ὅλα ὅσα ἡ φαντασία του καὶ ἡ φαντασία αὐτῶν ποὺ εἶχε στραφεῖ γιὰ συμβουλὲς εἶχαν προτείνει, ποτὲ ὅμως δὲν μπόρεσε νὰ βρεῖ εἰρήνη.

Μὲ μία ἔμπνευση ἔντονης καὶ δυνατῆς συμπάθειας, τοῦ εἶπα: «Στρέφεσαι στὸν Χριστὸ ποὺ δὲν ἔχεις δολοφονήσει, στοὺς ἱερεῖς ποὺ δὲν ἔχεις πληγώσει. Γιατί δὲν ἔχεις σκεφτεῖ νὰ στραφεῖς στὸ κορίτσι ποῦ σκότωσες;»

Ἐξεπλάγη. Δὲν μπορεῖ ὁ Θεὸς νὰ συγχωρήσει; Δὲν εἶναι ὁ μόνος πού μπορεῖ νὰ συγχωρήσει τὶς ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων πάνω στὴ γῆ; Καὶ ὅμως, ἔτσι εἶναι. Τοῦ εἶπα λοιπὸν πώς, ἂν τὸ κορίτσι ποὺ πυροβόλησε μποροῦσε νὰ τὸν συγχωρήσει, νὰ μεσολαβήσει γι’ αὐτόν, τότε ἀκόμη κι ὁ Θεὸς δὲν θὰ μποροῦσε νὰ τὴν προσπεράσει ἀσυγκίνητος.

Ὑπάρχει μία ἱστορία γιὰ τὸν προφήτη Δανιήλ. Ὁ Δανιὴλ προσεύχεται καὶ ὁ Θεὸς τοῦ λέει ὅτι ἡ προσευχὴ του εἶναι μάταιη. Αὐτὸ ὀφείλεται στὸ ὅτι μία ἡλικιωμένη γυναίκα, ποὺ τὸν φθονεῖ, προσεύχεται ἐνάντια στὴν προσευχὴ τοῦ Δανιὴλ καὶ ἔτσι ἡ προσευχὴ της εἶναι σὰν δυνατὸς ἄνεμος ποὺ σβήνει τὴ φλόγα τῆς προσευχῆς ποὺ ὁ Δανιὴλ ἔλπιζε πὼς θὰ φθάσει στὸν οὐρανό.

Αὐτὴ ἦταν ἡ εἰκόνα ποὺ πιθανῶς μοῦ ἦρθε ὑποσυνείδητα. Τοῦ πρότεινα νὰ κάθεται μετὰ τὴ βραδινὴ προσευχὴ καὶ νὰ διηγεῖται στὴν κοπέλα γι’ αὐτὰ τὰ ἑξήντα χρόνια πνευματικῆς ἀγωνίας, γιὰ μία καρδιὰ ποὺ σπαταλήθηκε, γιὰ τὸν πόνο ποὺ εἶχε ὑπομείνει, καὶ νὰ τῆς ζητήσει συγγνώμη καὶ κατόπιν νὰ τῆς ζητήσει νὰ μεσολαβήσει γι’ αὐτὸν στὸν Κύριο νὰ στείλει εἰρήνη στὴν καρδιά του, ἂν βεβαίως τὸν εἶχε κι αὐτὴ συγχωρήσει. Τὸ ἔκανε, καὶ ἦλθε ἡ εἰρήνη. Ἔτσι μπορεῖ νὰ ἐκπληρωθεῖ ὅ,τι ἔχει μείνει ἀτέλειωτο στὴ γῆ. Ὅ,τι ἔχει ἀποτύχει στὴ γῆ μπορεῖ νὰ θεραπευθεῖ ἀργότερα, ἀλλὰ τὸ τίμημα μπορεῖ νὰ εἶναι πολλὰ χρόνια πόνου καὶ τύψεων, δακρύων καὶ μοναξιᾶς.

Τώρα, ὅταν σκεφτόμαστε τὸ θάνατο, δὲν μποροῦμε νὰ τὸν φανταστοῦμε οὔτε ὡς ἕνα ἔνδοξο οὔτε ὡς ἕνα ἄθλιο γεγονός. Ἡ εἰκόνα ποὺ μᾶς δίνει ὁ Θεὸς στὴ Βίβλο καὶ στὰ Εὐαγγέλια εἶναι πιὸ περίπλοκη ἀπ’ αὐτήν. Νὰ τὸ θέσω ἀλλιῶς: ὁ Θεὸς δὲν μᾶς δημιούργησε γιὰ τὸ θάνατο καὶ γιὰ τὴν καταστροφή. Μᾶς δημιούργησε γιὰ τὴν αἰώνια ζωή. Μᾶς κάλεσε στὴν ἀθανασία – ὄχι μόνο στὴν ἀθανασία τῆς ἀναστάσεως ἀλλὰ σὲ μία ἀθανασία ποὺ δὲν γνωρίζει θάνατο.Ὁ θάνατος εἰσῆλθε ὡς ἀποτέλεσμα τῆς ἁμαρτίας. Εἰσῆλθε ἐπειδὴ ὁ ἄνθρωπος ἔχασε τὸν Θεό, στράφηκε μακριὰ ἀπ’ Αὐτόν, ἔψαξε νὰ βρεῖ τρόπους μὲ τοὺς ὁποίους θὰ μποροῦσε νὰ κάνει πράγματα μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό. Τὴ γνώση ποὺ θὰ ἀποκτοῦσε μέσω τῆς κοινωνίας μὲ τὴ γνώση καὶ τὴ σοφία τοῦ Θεοῦ, ὁ ἄνθρωπος προσπάθησε νὰ τὴν ἀποκτήαει μόνος του. Ἀντὶ νὰ ζεῖ κοντὰ στὸν Θεό, διάλεξε τὴ δική του ἀνεξαρτησία.

Ὁ Γάλλος πάστορας Ρολλᾶν ντὲ Κυρὶ γράφει κάπου, μὲ ἕναν τρόπο ποὺ ἀποτελεῖ ἴσως μία καλὴ εἰκόνα, ὅτι τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ ἄνθρωπος ἔστρεφε τὴν πλάτη του στὸν Θεὸ καὶ κοίταζε τὸ ἄπειρο μπροστά του, τὴ στιγμὴ ἐκείνη δὲν ὑπῆρχε Θεὸς γι’ αὐτὸν καί, καθὼς ὁ Θεὸς εἶναι ἡ μόνη πηγὴ ζωῆς, δὲν γινόταν παρὰ νὰ πεθάνει. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι στὸ θάνατο ὑπάρχει μία τραγωδία. Ἀπὸ τὴ μία πλευρὰ ὁ θάνατος εἶναι τερατώδης, δὲν θὰ ἔπρεπε κὰν νὰ ὑπάρχει. Ὁ θάνατος εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἀπώλειας τοῦ Θεοῦ. Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ ὅμως, μία, ἀτέλειωτη διάρκεια χρόνου χωρισμένη ἀπὸ τὸν Θεό, πολλὲς χιλιάδες χρόνων ζωῆς δίχως καμιὰ ἐλπίδα ὅτι θὰ ὑπάρξει ἕνα τέλος σ’ αὐτὸν τὸ χωρισμὸ ἀπὸ τὸν Θεό, θὰ ἦταν κάτι τὸ πολὺ τρομακτικότερο κι ἀπὸ αὐτὴν τὴ διάλυση τοῦ σωματικοῦ μας πλαισίου, ποὺ ἀποτελεῖ ἕνα τέλος σ’ αὐτὸν τὸ φαῦλο κύκλο.

Ἔτσι, ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη πλευρὰ τοῦ θανάτου: ὅσο στενὴ πύλη κι ἂν εἶναι, εἶναι ὡστόσο ἡ μόνη πύλη ποὺ μᾶς ἐπιτρέπει νὰ ἀποδράσουμε ἀπὸ τὸν φαῦλο κύκλο τοῦ ἀτέλειωτου χρόνου μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεὸ – ἕνας κτιστὸς ἀτέλειωτος χρόνος, ὅπου δὲν ὑπάρχει, χῶρος γιὰ νὰ ξαναγίνουμε μέτοχοί τῆς ζωῆς τοῦ Θεοῦ καὶ τελικὰ μέτοχοί τῆς Θείας φύσης. Γι’ αὐτὸ ὁ ἀπόστολος Παῦλος μπόρεσε νὰ πεῖ: «Ἐμοὶ γὰρ τὸ ζῆν Χριστὸς καὶ τὸ ἀποθανεῖν κέρδος». Ἐπειδὴ ὅσο ζῶ σ’ αὐτὸ τὸ σῶμα θὰ εἶμαι χωρισμένος ἀπὸ τὸν Χριστό. Γι’ αὐτὸ σὲ ἕνα ἄλλο ἐδάφιο λέγει ὅτι γι’ αὐτὸν τὸ νὰ πεθάνει δὲν σημαίνει ὅτι ἁπλῶς ρίχνει ἀπὸ τοὺς ὤμους του τὴν πρόσκαιρη ζωή, σημαίνει ὅτι ἐνδύεται τὴν αἰωνιότητα. Ὁ θάνατος δὲν ἀποτελεῖ ἕνα τέλος, εἶναι μία ἀρχή. Εἶναι μία πόρτα ποὺ ἀνοίγει καὶ μᾶς εἰσάγει στὴν ἀπεραντοσύνη τῆς αἰωνιότητας, ποὺ θὰ ἦταν κλειστὴ γιὰ μᾶς γιὰ πάντα ἂν ὁ θάνατος δὲν μᾶς ἀπελευθέρωνε ἀπὸ τὴν ἐνσωμάτωσή μας στὰ γήινα πράγματα.

Αὐτὲς οἱ δύο πλευρὲς πρέπει νὰ παίξουν ἕναν σημαντικὸ ρόλο στὴ στάση μας ἀπέναντι στὸ θάνατο. Ὅταν πεθαίνει κάποιος, νομιμοποιούμαστε νὰ εἴμαστε συντετριμμένοι. Μποροῦμε νὰ παρατηροῦμε μὲ τρόμο τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ἁμαρτία σκότωσε τὸ πρόσωπο ποὺ ἀγαπᾶμε. Μποροῦμε νὰ ἀρνηθοῦμε τὸ θάνατο ὡς τὴν τελευταία λέξη, τὸ τελευταῖο γεγονὸς τῆς ζωῆς. Ἔχουμε δίκιο ὅταν κλαῖμε πάνω στὸν κεκοιμημένο, ἐπειδὴ αὐτὸ δὲν ἔπρεπε νὰ συμβεῖ. Τὸ πρόσωπο αὐτὸ σκοτώθηκε ἀπὸ τὸ κακό.

Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, μποροῦμε νὰ χαιρόμαστε ἐπειδὴ μία νέα ζωή, ἀπεριόριστη, ἐλεύθερη, ἄρχισε γι’ αὐτὸν ἢ γι’ αὐτήν. Καὶ πάλι, μποροῦμε νὰ κλαῖμε γιὰ τὸν ἑαυτό μας, γιὰ τὴν ἀπώλεια ποὺ νιώθουμε, τὴ μοναξιά μας, ἀλλὰ τὴν ἴδια στιγμὴ πρέπει νὰ μάθουμε τί εἶχε ἤδη προβλέψει καὶ προείπει ἡ Παλαιὰ Διαθήκη: «κραταιὰ ὡς θάνατος ἀγάπη». Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀγάπη ποὺ δὲν ἐπιτρέπει νὰ ξεθωριάσει ἡ μνήμη τοῦ ἀγαπημένου, ἡ ἀγάπη ποὺ μᾶς κάνει νὰ μὴ μιλοῦμε γιὰ τὴ σχέση μας μὲ τὸν ἀγαπημένο στὸν ἀόριστο: «Τὸν ἀγαποῦσα, ἤμασταν τόσο κοντά», ἀλλὰ μᾶς κάνει νὰ σκεφτόμαστε στὸν ἐνεστώτα: «Τὸν ἀγαπῶ, εἴμαστε τόσο κοντά».

Στὴν Καινὴ Διαθήκη, βρίσκουμε κάτι ἀκόμη σπουδαιότερο ἀπ’ αὐτό. Μὲ τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ὁ θάνατος οὐσιαστικὰ κατεβλήθη. Ὁ θάνατος ἔχει καταβληθεῖ μὲ περισσότερους ἀπὸ ἕναν τρόπους. Κατεβλήθη, ἐπειδὴ γνωρίζουμε ὅτι μὲ τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ὁ θάνατος δὲν ἀποτελεῖ τὴν τελευταία λέξη καὶ καλούμαστε νὰ ἐγερθοῦμε ξανὰ καὶ νὰ ζήσουμε. Ὁ θάνατος νικήθηκε ἐπίσης μὲ τὴ νίκη τοῦ Χριστοῦ κατὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ κατὰ τοῦ ἴδιου του θανάτου, μὲ τὴν εἰς Ἅδου κάθοδο, ἐπειδὴ ἡ φρικτότερη ἄποψη τοῦ θανάτου, ὅπως τὴ συνέλαβε ἡ Παλαιὰ Διαθήκη, ἦταν ὅτι ὁ χωρισμὸς ἀπὸ τὸν Θεό, ποὺ εἶχε ἐπιφέρει τὸ θάνατο, εἶχε γίνει ὁριστικός, ἀκατάλυτος ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸ θάνατο. Ὅσοι εἶχαν πεθάνει -καὶ αὐτὸ ἐφαρμόζεται σὲ ὅλους- ὅσοι λοιπὸν εἶχαν πεθάνει ἀπὸ τὴν ἀπώλεια τοῦ Θεοῦ, Τὸν ἔχασαν γιὰ πάντα στὸ θάνατο. Ἡ Σεὸλ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης εἶναι ὁ τόπος ὅπου δὲν ὑπάρχει ὁ Θεός, ὁ τόπος τοῦ χωρισμοῦ, τῆς ὁριστικῆς καὶ ἀνεπανόρθωτης ἀπουσίας.

Μὲ τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, μὲ τὴν κάθοδό Του στὸν Ἅδη, ὁ θάνατος ἔφθασε στὸ τέλος του. Ὑπάρχει ὁ χωρισμὸς πάνω στὴ γῆ καὶ ὁ πόνος τοῦ χωρισμοῦ, ἀλλὰ μὲ τὸ θάνατο δὲν ὑπάρχει χωρισμὸς ἀπὸ τὸν Θεό. Ἀντίθετα, ὁ θάνατος εἶναι ἡ στιγμὴ καὶ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο, ὅσο κι ἂν ἤμασταν χωρισμένοι ἀπὸ τὸν Θεό, ὅσο κι ἂν ἤμασταν ἀτελῶς ἑνωμένοι ἢ ἐναρμονισμένοι μαζί Του, παρουσιαζόμαστε μπροστά Του. Ὁ Θεὸς εἶναι ὁ σωτήρας τοῦ κόσμου. Δὲν μᾶς λέει συνεχῶς, «Οὐ γὰρ ἦλθον ἴνα κρίνω τὸν κόσμο, ἀλλ’ ἴνα σώσω τὸν κόσμον»; Στεκόμαστε λοιπὸν μπροστὰ σ’ Αὐτόν, ποὺ εἶναι ἡ σωτηρία.

Ἔτσι, ὁ θάνατος διαθέτει μία περιπλοκότητα -θὰ μπορούσαμε ἴσως νὰ ποῦμε ἕναν διφορούμενο χαρακτήρα-, ἀλλὰ δὲν ἔχουμε τὸ δικαίωμα, ἂν εἴμαστε λαὸς τοῦ Χριστοῦ, νὰ ἐπιτρέψουμε στὸν ἑαυτό μας νὰ παραβλέψει τὴ γέννηση τοῦ κεκοιμημένου στὴν αἰωνιότητα, ἐπειδὴ εἴμαστε τόσο πληγωμένοι ἀπὸ τὴν ἀπώλεια καὶ ἀπὸ τὴ γήινη μοναξιά μας. Ὑπάρχει στὸ θάνατο καὶ μία δύναμη τῆς ζωῆς ποὺ μᾶς ἐγγίζει. Ἂν ἡ ἀγάπη μας εἶναι πιστή, ἂν ἔχουμε τὴ δύναμη νὰ θυμόμαστε, ὄχι μόνο μὲ τὸ μυαλὸ ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν καρδιά μας, αὐτοὺς ποὺ ἔχουμε ἀγαπήσει πάνω στὴ γῆ, τότε, σύμφωνα μὲ τὸν Χριστό: «ὅπου γὰρ ἐστιν ὁ θησαυρὸς ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία ὑμῶν».

Εἶναι δύσκολο, ἂν ὄχι καὶ ἀδύνατο, νὰ μιλοῦμε γιὰ τὰ ζητήματα τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου, ἂν αὐτὰ δὲν εἶναι προσωπικά. Συναντοῦμε τὸ θάνατο πρῶτα ἀπ’ ὅλα στὴ ζωή μας, ὄχι ὡς ἕνα θέμα πάνω στὸ ὁποῖο στοχαζόμαστε, ἂν καὶ συμβαίνει κι αὐτό, ἀλλὰ κυρίως ὡς ἀποτέλεσμα κάποιας ἀπώλειας, δικῆς μας ἢ κάποιου ἄλλου. Μάλιστα, αὐτὴ ἡ ὑποκατάστατη ἐμπειρία τοῦ θανάτου εἶναι ποὺ λειτουργεῖ ὡς ὑπόβαθρο γιὰ νὰ στοχαζόμαστε ἐκ τῶν ὑστέρων πάνω στὴ βεβαιότητα τοῦ δικοῦ μας θανάτου, καὶ γιὰ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο σχετιζόμαστε μ’ αὐτόν.

Ὁ πατέρας μου ἦταν ἕνας ντροπαλὸς ἄνθρωπος. Μιλοῦσε λίγο, καὶ ἔτσι μιλούσαμε λίγο καὶ μεταξύ μας. Ἀνήμερα τὸ Πάσχα αἰσθάνθηκε λίγο ἀδιάθετος καὶ ξάπλωσε. Κάθησα κοντά του καὶ γιὰ πρώτη φορὰ στὴ ζωὴ μας μιλήσαμε τελείως ἀνοιχτά. Δὲν ἦταν τόσο τὰ λόγιά μας ποὺ ἦταν σημαντικά. Ἦταν ἕνα ἄνοιγμα τοῦ μυαλοῦ καὶ τῆς καρδιᾶς. Οἱ πόρτες ἄνοιξαν. Ἡ σιωπὴ ἦταν τόσο ἀνοιχτὴ καὶ βαθιὰ ὅσο καὶ οἱ λέξεις.

Κατόπιν ἔπρεπε νὰ φύγω. Χαιρέτησα ὅλους ὅσοι ἦταν στὸ δωμάτιο, ἀλλὰ ὄχι αὐτόν, ἐπειδὴ αἰσθάνθηκα πώς, ἔχοντας συναντηθεῖ μὲ τὸν τρόπο ποὺ εἴχαμε συναντηθεῖ, δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ ἀποχωριστεῖ ὁ ἕνας τὸν ἄλλο. Δὲν ὑπῆρξε χαιρετισμός. Δὲν ὑπῆρξε καν ἕνα «εἰς τὸ ἐπανιδείν», ἐπειδὴ εἴχαμε συναντηθεῖ, καὶ αὐτὸ ἦταν γιὰ πάντα.

Πέθανε τὴν ἴδια νύχτα. Θυμᾶμαι, ὅταν ἐπέστρεψα ἀπὸ τὸ νοσοκομεῖο ὅπου ἐργαζόμουν καὶ μοῦ εἶπαν πὼς εἶχε πεθάνει, προχώρησα στὸ δωμάτιό του καὶ ἔκλεισα τὴν πόρτα πίσω μου. Αὐτὸ ποὺ ἀντιλήφθηκα ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ ἦταν ἡ ποιότητα καὶ τὸ βάθος τῆς σιωπῆς, ἡ ὁποία κατὰ κανένα τρόπο δὲν ἦταν μία ἀπουσία θορύβου, σύμφωνα μὲ τὴν ἔκφραση τοῦ Γάλλου συγγραφέα Ζὼρζ Μπερνανός, σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ μυθιστορήματά του -«μία σιωπὴ ποὺ ἦταν παρουσία». Ἔπιασα μάλιστα τὸν ἑαυτό μου νὰ λέει: «καὶ οἱ ἄνθρωποι τολμοῦν νὰ λένε ὅτι ὑπάρχει ὁ θάνατος. Τί ψέμα».

Αὐτὸ ἴσως ἐξηγεῖ τὸ γιατί ἡ στάση μου ἀπέναντι στὸ θάνατο εἶναι τόσο μονόπλευρη: ἐπειδὴ βλέπω τὴ δόξα του καὶ ὄχι μόνο τὸν πόνο καὶ τὴν ἀπώλεια. Ἡ ἐμπειρία μου ἀναφέρεται στὸν ξαφνικὸ θάνατο, στὸν ἀπροσδόκητο θάνατο, στὸ θάνατο ποὺ ἔρχεται σὰν «κλέφτης ἐν νυκτί». Ἂν τέτοιες ἐμπειρίες βρεθοῦν μπροστά σας, θὰ καταλάβετε ἴσως τὸ γιατί κάποιος μπορεῖ ἀκόμη καὶ νὰ χαίρεται, ὅταν ἡ καρδιὰ του βρίσκεται σὲ ἔντονο πόνο καὶ ἀγωνία, καὶ τὸ πῶς -σ’ αὐτὸ θὰ ἐπιστρέψουμε ἀργότερα- μποροῦμε νὰ ἀναφωνήσουμε στὴν ἐξόδια ἀκολουθία μας: «Μακαρία ἡ ὁδός, ἥ πορεύει σήμερον, ὅτι ἠτοιμάσθη σοι τόπος ἀναπαύσεως». Γι’ αὐτὸ καὶ χρησιμοποιοῦμε τὰ λόγια ἑνὸς ψαλμοῦ ἀπὸ τὴν ἴδια ἀκολουθία, ὡσὰν ὁ κεκοιμημένος, στρεφόμενος πρὸς ἐμᾶς, νὰ μᾶς ἔλεγε: «Ζήσεται ἡ ψυχή μου καὶ αἰνέσει σέ».

Πολὺ συχνότερα, ὅμως, ἀντὶ γιὰ ἕναν ξαφνικὸ θάνατο, ἀντιμετωπίζουμε μία μακρόχρονη ἢ ὀλιγόχρονη ἀρρώστια, ἢ γηρατειά, ποὺ σταδιακά μᾶς φέρνουν εἴτε στὸν τάφο, εἴτε στὴν ἐλευθερία μας, ἀνάλογα ἀπὸ ποιὰ πλευρὰ θὰ τὸ δεῖ κανείς. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὑπέρτατη συνάντηση ποὺ λαχταρᾶ ὁ καθένας μας, συνειδητὰ ἢ ἀσυνείδητα, καὶ γιὰ τὴν ὁποία ἀγωνίζεται σὲ ὅλη τὴν ἐπίγεια ζωή του, ποὺ εἶναι ἡ πρόσωπο μὲ πρόσωπο συνάντησή μας μὲ τὸν ζῶντα Θεό, μὲ τὴν Αἰώνια Ζωή, καὶ ἡ κοινωνία μαζί Του. Αὐτὴ ἡ περίοδος τῆς ἀρρώστιας, ἡ τῶν προϊόντων γηρατειῶν, πρέπει νὰ ἀντιμετωπισθεῖ καὶ νὰ κατανοηθεῖ δημιουργικὰ καὶ χρήσιμα.

Μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες τραγωδίες τῆς ζωῆς, ποὺ φέρνει μεγάλη πνευματικὴ ἀγωνία στοὺς ἀνθρώπους, εἶναι ὅταν βλέπουν ἕνα ἀγαπημένο τοὺς πρόσωπο νὰ γερνάει, νὰ χάνει, τὶς σωματικὲς καὶ πνευματικές του ἱκανότητες, νὰ φαίνεται πὼς χάνει ὅ,τι ἦταν τὸ πιὸ πολύτιμο πράγμα: τὸ καθαρὸ μυαλό, τὴν πνευματώδη ἀνταπόκριση στὴ ζωή. Πολὺ συχνά, αὐτὴ ἡ πορεία βρίσκεται στὴ μία πλευρά. Κλείνουμε τὰ μάτια μας γιὰ νὰ μὴ βλέπουμε, ἐπειδὴ φοβόμαστε νὰ δοῦμε καὶ νὰ προβλέψουμε. Μὲ ἀποτέλεσμα, ὅταν ἔρχεται ὁ θάνατος, νὰ εἶναι ἕνας ξαφνικὸς θάνατος ποὺ ὄχι μόνο διαθέτει τὸν τρόμο τοῦ ἀπροσδόκητου θανάτου, ἀλλὰ καὶ τὸν ἐπιπλέον τρόμο νὰ μᾶς κτυπᾶ στὴν πλέον εὐαίσθητη χορδή μας.

Αὐτὸ συμβαίνει ἐπειδὴ ὁ πόνος, ὁ φόβος καὶ ἡ ἀγωνία ἔχουν ἀνεβάσει τὴν ἔντασή τους μέσα μας, ἀφοῦ ἐμεῖς ἀρνηθήκαμε νὰ τοὺς δώσουμε ἐλευθερία ἔκφρασης καὶ τὴ δυνατότητα νὰ ὡριμάσουν. Τὸ κτύπημα γίνεται ἀκόμη πιὸ ὀδυνηρὸ καὶ καταστροφικὸ ἀπ’ ὅ,τι στὴν περίπτωση ἑνὸς ξαφνικοῦ θανάτου, ἐπειδή, χώρια ἀπὸ τὸν τρόμο καὶ τὸν πόνο τῆς ἀπώλειας ποὺ δημιουργεῖ, στὴ συνέχεια μεμφόμαστε καὶ καταδικάζουμε τὸν ἑαυτό μας γιὰ τὸ ὅτι δὲν κάναμε ὅλα ὅσα θὰ μπορούσαμε νὰ εἴχαμε κάνει. Ἂν τὰ εἴχαμε κάνει, αὐτὸ θὰ μᾶς ὠθοῦσε στὴν ἀλήθεια καὶ θὰ ξεσκέπαζε σέ μᾶς καὶ στὸν θνήσκοντα τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ θάνατος ἄνοιγε σιγὰ σιγὰ τὴν πόρτα – καὶ πὼς αὐτὴ ἡ πόρτα θὰ ἄνοιγε διάπλατα μία μέρα καὶ τὸ ἀγαπημένο μας πρόσωπο θὰ ἔπρεπε νὰ τὴ διαβεῖ δίχως νὰ κοιτάζει πίσω.

Εἶναι σημαντικὸ γιὰ ὅλους μας, ὁποτεδήποτε ἀντιμετωπίζουμε αὐτὴ τὴν ἀπώλεια ποὺ πλησιάζει σταδιακά, νὰ τὴν ἀντιμετωπίζουμε ἀπ’ ἀρχῆς μὲ ἐκεῖνον τὸν ὄμορφο καὶ ἰσορροπημένο τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖο μποροῦμε ὅσο τὸ ἀγαπημένο μας πρόσωπο βρίσκεται ἀκόμη ἐν ζωῇ καὶ ἀνάμεσά μας. Ἀπέναντι στὴ σκέψη τοῦ ἐπερχόμενου θανάτου ὑπάρχει ἡ πραγματικότητα μίας ζωντανῆς παρουσίας. Μποροῦμε κάθε στιγμὴ νὰ ἀκουμπᾶμε στὴν ἀσφάλεια αὐτῆς τῆς παρουσίας ἐνῶ ὅλο καὶ περισσότερο θὰ συνειδητοποιοῦμε τὴν περιπλοκότητα τῆς ἐπερχόμενης ἀπώλειας. Αὐτὴ ἡ ἰσορροπία ἀνάμεσα στὴ δύναμη τῆς πραγματικότητας καὶ στὴν ἀστάθεια τῆς σκέψης εἶναι ποὺ μᾶς δίνει τὴ δυνατότητα νὰ προετοιμαστοῦμε γιὰ τὸ θάνατο πολύτιμων γιὰ μᾶς ἀνθρώπων.

Αὐτὴ ἡ προετοιμασία συνεπάγεται ἐπίσης -ὅπως ἀνέφερα προηγουμένως- μία στάση ἀπέναντι στὸ θάνατο ποὺ νὰ ἀναγνωρίζει ἀφενὸς τὸν τρόμο καὶ τὸν πόνο τῆς ἀπώλειας, ἀλλὰ νὰ ἀναγνωρίζει ἐπίσης καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ θάνατος εἶναι μία πύλη ποὺ ἀνοίγει στὴν αἰώνια ζωή. «Τὸ νὰ πεθάνω δὲν σημαίνει νὰ ἀπεκδυθῶ τὴν πρόσκαιρη ζωή, ἀλλὰ νὰ ἐνδυθῶ τὴν αἰωνιότητα», λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Μποροῦμε τώρα νὰ δώσουμε λίγα παραδείγματα γι’ αὐτὴ τὴν περίοδο προετοιμασίας.

Ἡ μητέρα μου πέθανε ἀπὸ καρκίνο ποὺ τὴ βασάνισε γιὰ μία περίοδο περισσότερο ἀπὸ τρία χρόνια. Ἐγχειρίστηκε, ἀλλὰ ἀνεπιτυχῶς. Ὁ γιατρός μοῦ μίλησε γι’ αὐτὸ καὶ κατόπιν πρόσθεσε: «Φυσικά, δὲν θὰ πεῖς τίποτε στὴ μητέρα σου».

Toυ εἶπα: «Θὰ τὸ πῶ». Καὶ τὸ εἶπα.

Θυμᾶμαι πὼς τὴν πλησίασα καὶ τῆς εἶπα ὅτι εἶχε τηλεφωνήσει ὁ γιατρὸς καὶ μοῦ εἶχε πεῖ ὅτι ἡ ἐγχείρηση δὲν εἶχε πετύχει. Σιωπήσαμε γιὰ ἕνα λεπτὸ καὶ κατόπιν ἡ μητέρα μου εἶπε: «Καὶ ἔτσι θὰ πεθάνω».

Τῆς εἶπα: «Ναί».

Κατόπιν ἔμεινα κοντά της, ἐντελῶς σιωπηλός, ἐπικοινωνώντας μαζί της δίχως λέξεις. Δὲν νομίζω ὅτι κάναμε τίποτε σκέψεις. Εἴχαμε νὰ ἀντιμετωπίσουμε κάτι ποὺ εἶχε εἰσβάλει στὴ ζωή μας καὶ τὴν εἶχε ἀλλάξει τελείως. Αὐτὸ δὲν ἦταν κάποια σκιά, ἕνα κακό, κάποιος τρόμος. Ἦταν τὸ ἔσχατο. Καὶ ἔπρεπε νὰ ἀντιμετωπίσουμε αὐτὸ τὸ ἔσχατο χωρὶς ἀκόμη νὰ γνωρίζουμε πὼς θὰ ἐκτυλισσόταν. Μείναμε μαζὶ ὅσο αἰσθανθήκαμε ὅτι ἔπρεπε νὰ μείνουμε. Καὶ μετὰ ἡ ζωὴ συνεχίστηκε.

Τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν νὰ μὴν κλειστοῦμε οὔτε γιὰ μία στιγμή, ἡ μητέρα μου κι ἐγώ, σ’ ἕνα ψέμα, νὰ μὴν ὁδηγηθοῦμε σὲ μία κωμωδία, στερημένοι ἀπὸ ὁποιαδήποτε βοήθεια. Δὲν ὑπῆρξε στιγμὴ ποὺ νὰ μπῆκα στὸ δωμάτιο τῆς μητέρας μου μ’ ἕνα ψεύτικο χαμόγελο, ἢ λέγοντας κάτι τὸ ψεύτικο. Δὲν ὑπῆρξε καμία στιγμὴ ποὺ νὰ παίξαμε τὴν κωμωδία μίας ζωῆς ποὺ κατακτᾶ τὸ θάνατο, ποτὲ δὲν ἰσχυριστήκαμε ὅτι ἡ ἀρρώστια θὰ φύγει, ὅταν καὶ οἱ δύο γνωρίζαμε ὅτι αὐτὸ δὲν θὰ συμβεῖ. Δὲν ὑπῆρξε καμιὰ στιγμὴ ποὺ νὰ στερήθηκε ὁ ἕνας τὴ βοήθεια τοῦ ἄλλου. Ὑπῆρξαν στιγμὲς ποὺ ἡ μητέρα μου αἰσθάνθηκε νὰ χρειάζεται βοήθεια. Θὰ κτυποῦσε τότε τὸ κουδούνι καὶ θὰ ἐρχόμουν, καὶ θὰ μιλούσαμε γιὰ τὸν ἐπερχόμενο θάνατο καὶ τὸ αἴσθημα ἀπώλειας ποὺ εἶχα.

Ἀγαποῦσε τὴ ζωή. Τὴν ἀγαποῦσε βαθιά. Λίγες μέρες πρὶν πεθάνει ἔλεγε ὅτι θὰ προτιμοῦσε νὰ ζήσει 150 χρόνια ὑποφέροντας, ἀντὶ νὰ πεθάνει. Μᾶς ἀγαποῦσε. Θλιβόταν γιὰ τὸν χωρισμό: «Ὤ! Γιὰ τὸ ἄγγιγμα ἑνὸς χαμένου χεριοῦ καὶ τὸν ἦχο μίας φωνῆς ποὺ ἀκόμη ὑπάρχει».

Κατόπιν, ὑπῆρξαν ἄλλες στιγμὲς ποὺ αἰσθάνθηκα τὸν πόνο, καὶ πήγαινα τότε καὶ μιλοῦσα γι’ αὐτὸν στὴ μητέρα μου. Μὲ στήριζε καὶ μὲ βοηθοῦσε νὰ ἀντικρίσω τὸν θάνατο. Αὐτὴ ὑπῆρξε μία βαθιὰ καὶ ἀληθινὴ σχέση, δίχως κανένα ψέμα μέσα της. Σ’ αὐτὴν τὴ σχέση εἶχε βρεῖ θέση ὁτιδήποτε εἶναι ἀληθινό.

Ὑπάρχει ὅμως καὶ μία ἄλλη πλευρά, ποὺ τὴν ἀνέφερα προηγουμένως. Ἐπειδὴ ὁ θάνατος μπορεῖ νὰ ἐπέλθει ἀνὰ πάσα στιγμή, καὶ τότε θὰ εἶναι πολὺ ἀργὰ νὰ διορθωθεῖ κάτι ποὺ ἦταν στραβό, ὅλη ἡ ζωὴ πρέπει κάθε στιγμὴ νὰ γίνεται μία ἔκφραση, ὅσο τὸ δυνατὸν τελειότερη καὶ πιὸ ὁλοκληρωμένη, σχέσης σεβασμοῦ καὶ ἀγάπης. Μόνο ὁ θάνατος μπορεῖ νὰ μετατρέψει ὅσα πράγματα φαίνονται μικρὰ καὶ ἀσήμαντα σὲ σημεῖα μεγάλα καὶ σημαντικά. Ὁ τρόπος ποὺ προετοιμάζεις ἕνα φλιτζάνι τσάι πάνω σ’ ἕνα δίσκο, ποὺ τοποθετεῖς τὰ μαξιλάρια κάτω ἀπὸ ἕναν ἄρρωστο, ὁ τρόπος ποὺ ἠχεῖ ἡ φωνή σου, ὁ τρόπος ποὺ κινεῖσαι – τὰ πάντα μποροῦν νὰ γίνονν ἔκφραση ὅλων ὅσων ὑπάρχουν σὲ μία σχέση.

Ἂν ὑπάρχει μία λανθασμένη παρατήρηση, ἂν ὑπάρχει ἕνα ρῆγμα, ἂν κάτι ἔχει στραβώσει, πρέπει νὰ διορθωθεῖ ἀμέσως, ἐπειδὴ ὑπάρχει ἡ ἀναπόφευκτη βεβαιότητα ὅτι ἀργότερα θὰ εἶναι πολὺ ἀργά. Ὁ θάνατος μᾶς κάνει νὰ ἀντιμετωπίζουμε τὴν ἀλήθεια τῆς ζωῆς, μὲ μία ἁδρότητα καὶ σαφήνεια ποὺ τίποτε ἄλλο δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς τὴ μεταδώσει.

Εἶναι σημαντικό, εἴτε ἀντικρίζοντας τὸ θάνατό μας εἴτε ἀντιμετωπίζοντας τὸ θάνατο κάποιου ἄλλου, νὰ συνειδητοποιοῦμε τὴν αἰωνιότητα. Πρὶν ἀπὸ τριάντα περίπου χρόνια, ἕνας ἄνθρωπος ὁδηγήθηκε στὸ νοσοκομεῖο, μὲ μία φαινομενικὰ συνηθισμένη ἀρρώστια. Μετὰ τὶς ἐξετάσεις βρέθηκε ὅτι ἔπασχε ἀπὸ καρκίνο ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ χειρουργηθεῖ. Τὸ πληροφορήθηκε ἡ ἀδελφή του καθὼς καὶ ἐγώ, ἀλλὰ ὄχι αὐτός. Αἰσθανόταν ἀκμαῖος, δυνατὸς καὶ πάρα πολὺ ζωντανός.

Μοῦ εἶπε: «Ἔχω τόσα νὰ κάνω καὶ βρίσκομαι ἐδῶ, καθηλωμένος στὸ κρεβάτι, γιὰ πόσο ἀκόμη;»

Τοῦ εἶπα: «Πόσο συχνὰ δὲν μοῦ ἔχεις πεῖ ὅτι ὀνειρεύεσαι τὴ στιγμὴ ποῦ θὰ μποροῦσες νὰ σταματήσεις τὸ χρόνο ὥστε νὰ μπορεῖς νὰ εἶσαι ἀντὶ νὰ φτιάχνεις; Ποτὲ δὲν τὸ ἔκανες. Ὁ Θεὸς τὸ κάνει τώρα γιὰ σένα. Τώρα εἶναι καιρὸς γιὰ νὰ εἶσαι».

Ἀντιμετωπίζοντας τὴν ἀνάγκη του νὰ «εἶναι», σὲ μία κατάσταση ποὺ θὰ τὴν ἀποκαλούσαμε ἐντελῶς θεωρητική, ἔμεινε ἔκπληκτος καὶ εἶπε: «Τί πρέπει νὰ κάνω;»

Τοῦ εἶπα ὅτι ἡ ἀρρώστια καὶ ὁ θάνατος δὲν καθορίζονται μόνο ἀπὸ φυσιολογικὲς ἀλλαγὲς -ἀπὸ τὰ μικρόβια καὶ τὴν παθολογία- ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ὅλα ἐκεῖνα τὰ στοιχεῖα ποὺ καταστρέφουν τὴν ἐσωτερική μας ἐνέργεια. Αὐτὰ εἶναι ὅλα ὅσα θὰ μποροῦσε κάποιος νὰ ἀποκαλέσει ἀρνητικὲς σκέψεις καὶ αἰσθήματα, τὸ καθετὶ ποὺ ἐξασθενίζει τὴ ζωὴ μέσα μας, τὸ καθετὶ ποὺ ἐμποδίζει τὴ ζωὴ ἀπὸ τὸ νὰ ξεχυθεῖ σὰν ποτάμι, καθαρὸ καὶ ἐλεύθερο. Τοῦ πρότεινα λοιπὸν νὰ τακτοποιήσει ὄχι μόνο ἐξωτερικά, ἀλλὰ καὶ μέσα του ὅλα ὅσα ὑπῆρξαν λανθασμένα στὴ σχέση του μὲ τοὺς ἀνθρώπους, μὲ τὸν ἴδιο, σὲ ὅλες τὶς περιστάσεις τῆς ζωῆς του, καὶ νὰ ἀρχίσει ἀπὸ ἐκείνη τὴ στιγμή. Ὅταν μάλιστα τὸ κάνει αὐτὸ γιά, τὸ τώρα, ἂς προχωρήσει πίσω στὸ παρελθὸν γιὰ νὰ τὸ καθαρίσει, γιὰ νὰ κάνει εἰρήνη μὲ τοὺς πάντες, λύνοντας τοὺς κόμβους, γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσει κάθε κακό, γιὰ νὰ μετανοήσει, γιὰ νὰ δεχθεῖ καὶ νὰ εὐγνωμονήσει μὲ ὅλη του τὴ ζωὴ – πράγματι, ἡ ζωὴ τοῦ εἶχε σταθεῖ σκληρή.

Ἔτσι, μέρα μὲ τὴ μέρα, μήνα μὲ τὸ μήνα, περάσαμε ἀπὸ ὅλη αὐτὴν τὴ διαδικασία.Ἔκανε εἰρήνη μὲ ὁλόκληρη τὴ ζωή. Καὶ τὸν θυμᾶμαι στὸ τέλος, ξαπλωμένο στὸ κρεβάτι του, τόσο ἀδύνατο ποὺ νὰ μὴν μπορεῖ νὰ χρησιμοποιήσει τὸ κουτάλι, νὰ μοῦ λέει μὲ μάτια ποὺ ἔλαμπαν: «Τὸ σῶμα μου ἔχει, κιόλας πεθάνει, καὶ ὅμως ποτὲ δὲν ἔνιωσα τόσο πολὺ ζωντανός, ὅπως νιώθω τώρα». Εἶχε ἀνακαλύψει ὅτι ἡ ζωὴ δὲν ἦταν μόνο τὸ σῶμα του, ἂν καὶ ὁ ἴδιος ἦταν τὸ σῶμα του, καὶ ὅτι διέθετε μία πραγματικότητα ποὺ ὁ θάνατος τοῦ σώματός του δὲν μποροῦσε νὰ καταστρέψει.

Αὐτὴ εἶναι μία πολὺ σπουδαία ἐμπειρία. Εἶναι κάτι ποὺ πρέπει νὰ κάνουμε σ’ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ζωῆς μας, σὲ κάθε στιγμή, ἂν θέλουμε νὰ συνειδητοποιήσουμε τὴ δύναμη τῆς αἰώνιας ζωῆς μέσα μας καὶ συνεπῶς νὰ ἀποβάλουμε τὸ φόβο γιὰ ὁτιδήποτε συμβεῖ στὴν πρόσκαιρη αὐτὴ ζωή, ποὺ ἐπίσης μᾶς ἀνήκει.

 

(“Ζωντανὴ Ὀρθοδοξία στὸν σύγχρονο κόσμο”, Συλλογικό, Ἐκδόσεις “Ἐστία”)

 

 

 

(Πηγή ψηφ. κειμένου: agiazoni.gr)

Το γραμματικό γένος και το ανθρώπινο γένος στην Αγία Γραφή (π. Ηλίας Γ. Διακουμάκος, Πρεσβύτερος)

Θεολογική, φιλολογική και στοχαστική ανάπτυξη με αφορμή το ερώτημα περί αρσενικού και θηλυκού γένους

Η Αγία Γραφή, όταν ομιλεί στον «άνθρωπο», δεν εγκλωβίζεται στη βιολογική μερικότητα, αλλά απευθύνεται στο καθολικό ανθρώπινο γένος. Το γραμματικό γένος υπηρετεί την οικονομία του λόγου· δεν θεμελιώνει αποκλεισμό προσώπων.

 

Πρόλογος

 

Από μια γλωσσική απορία σε θεολογική διάκριση

Το ερώτημα γιατί στην Αγία Γραφή χρησιμοποιείται συχνά το αρσενικό γένος δεν είναι απλώς γλωσσικό. Είναι ταυτοχρόνως

* φιλολογικό,

* θεολογικό,

* ποιμαντικό και

* ανθρωπολογικό.

Η γλώσσα της Αγίας Γραφής δεν είναι ένας ουδέτερος μηχανισμός λέξεων, αλλά σώμα

* ιστορικό,

* εκκλησιαστικό και

* λειτουργικό,

μέσα στο οποίο η ανθρώπινη εμπειρία συναντά την αποκάλυψη του Θεού.

Η βασική διάκριση είναι σαφής: άλλο είναι το γραμματικό γένος και άλλο το ανθρώπινο γένος. Η λέξη «άνθρωπος» είναι γραμματικώς αρσενικού γένους, όμως το σημασιολογικό της πλάτος περιλαμβάνει

* άνδρες,

* γυναίκες και

* παιδιά.

Όταν λοιπόν η Αγία Γραφή ομιλεί περί ανθρώπου, δεν υπονοεί μόνον τον άνδρα, αλλά την ολότητα της ανθρώπινης φύσης.

Από αυτήν την αφετηρία μπορεί να αναπτυχθεί ένας ευρύτερος στοχασμός. Η Αγία Γραφή χρησιμοποιεί και θηλυκές λέξεις υψηλότατης θεολογικής πυκνότητας: Εκκλησία, Αγάπη. Ειρήνη, Πίστη, Ελπίδα. Ζωή. Επομένως, η γλώσσα της Βίβλου δεν είναι μονομερής. Χρησιμοποιεί

* το αρσενικό,

* το θηλυκό και

* το ουδέτερο,

όχι ως ιδεολογικές σημαίες, αλλά ως όργανα εκφράσεως του μυστηρίου.

 

*

 

Στοχαστικός άξονας

Η αληθινή ερμηνεία δεν αρχίζει από την καχυποψία απέναντι στη λέξη, αλλά από τη διάκριση του νοήματος που η λέξη υπηρετεί.

 

*

 

Η λέξη «άνθρωπος» ως καθολική έννοια

Στην ελληνική γλώσσα η λέξη «άνθρωπος» είναι αρσενικού γένους. Όμως η γραμματική της μορφή δεν περιορίζει το περιεχόμενό της στο ανδρικό φύλο. Ο άνθρωπος σημαίνει το πρόσωπο που φέρει

* λογικότητα,

* ελευθερία,

* συνείδηση,

* δυνατότητα κοινωνίας και

* κλήση προς τον Θεό.

Σημαίνει, επίσης, εκείνον που πλάσθηκε «κατ᾽ εἰκόνα» και καλείται να πορευθεί προς το «καθ᾽ ὁμοίωσιν».

Η φιλολογική παρανόηση εμφανίζεται όταν το γραμματικό γένος ταυτίζεται βιαστικά με το φυσικό φύλο. Τότε η λέξη παύει να διαβάζεται μέσα στο πνεύμα της γλώσσας και γίνεται αντικείμενο ιδεολογικής υποψίας. Όμως η ελληνική, όπως και πολλές άλλες γλώσσες, γνωρίζει το φαινόμενο κατά το οποίο ένα γραμματικό γένος λειτουργεί περιληπτικά. Έτσι, το αρσενικό συχνά δηλώνει το σύνολο, όχι επειδή η γυναίκα είναι απούσα, αλλά επειδή η γλώσσα οργανώνει το καθολικό μέσα από μια συμβατική γραμματική μορφή.

* Εάν λέμε «οι άνθρωποι πεινούν», δεν εννοούμε ότι πεινούν μόνον οι άνδρες.

* Εάν λέμε «οἱ νεκροί ἀναστήσονται», δεν εξαιρούμε τις γυναίκες.

* Εάν ακούμε «μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ», δεν αποκλείεται η γυναίκα από την καθαρότητα της καρδιάς.

Το γραμματικό σχήμα δεν αδυνατίζει την ανθρωπολογική καθολικότητα του νοήματος.

 

*

 

Βιβλική κατάθεση

«Ἄρσεν καί θῆλυ ἐποίησεν αὐτούς» (Γεν. 1, 27). Η δημιουργία του ανθρώπου δεν είναι μονοφωνία, αλλά διφωνία προσώπων μέσα στην ενότητα της ανθρώπινης φύσης.

 

*

 

Η θεία αποκάλυψη και η ανθρώπινη γλώσσα

Ο Θεός δεν αποκαλύπτεται στον άνθρωπο με γλώσσα ουράνια, απρόσιτη και άσαρκη. Συγκαταβαίνει

* στην ανθρώπινη ιστορία,

* στις ανθρώπινες λέξεις,

* στις ανθρώπινες συντακτικές μορφές.

Η θεία αλήθεια εισέρχεται στη γλώσσα όχι για να φυλακισθεί από αυτήν, αλλά για να τη μεταμορφώσει σε όργανο κοινωνίας.

Η Αγία Γραφή, επομένως, δεν μπορεί να ερμηνευθεί με αποκοπή από το ιστορικό και γλωσσικό της σώμα. Ο βιβλικός λόγος εκφέρεται μέσα

* σε συγκεκριμένες εποχές,

* σε γλωσσικές δομές και

* σε τρόπους έκφρασης,

που ανήκουν στην ανθρώπινη επικοινωνία.

Όμως μέσα σ᾽ αυτές τις μορφές λάμπει ένα νόημα που τις υπερβαίνει. Η λέξη είναι το σκεύος· το πνεύμα είναι το περιεχόμενο.

Όταν ο Χριστός απευθύνεται στους ανθρώπους, δεν ζητά πρώτα να διορθώσει τη γραμματική τους, αλλά να θεραπεύσει την καρδιά τους. Η γλώσσα Του είναι συγκαταβατική και συγχρόνως αποκαλυπτική. Μιλάει με λέξεις καθημερινές, αλλά οι λέξεις αυτές ανοίγουν τον ορίζοντα της αιωνιότητας.

 

*

 

Πατερική υπενθύμιση

Η Πατερική Παράδοση συχνά τονίζει ότι ο Θεός συγκαταβαίνει στην ανθρώπινη αδυναμία. Η συγκατάβαση δεν είναι μείωση της αλήθειας, αλλά τρόπος φιλανθρωπίας της αλήθειας.

 

*

 

Το αρσενικό γένος ως γραμματική οικονομία, όχι ως αποκλεισμός 

Το αρσενικό γένος στη βιβλική και εκκλησιαστική γλώσσα χρησιμοποιείται συχνά ως περιληπτικό γένος. Η χρήση αυτή δεν δηλώνει ότι ο άνδρας είναι το μόνον υποκείμενο

* της σωτηρίας,

* της αρετής,

* της προσευχής ή

* της αγιότητας.

Δηλώνει ότι ο λόγος απευθύνεται στο γένος των ανθρώπων, όπως ακριβώς η λέξη «άνθρωπος» περιλαμβάνει την πληρότητα της ανθρώπινης ύπαρξης.

Εδώ χρειάζεται προσοχή. Μία επιπόλαιη ανάγνωση μπορεί να θεωρήσει ότι κάθε αρσενική μορφή είναι και αποκλειστική. Όμως η γλώσσα δεν λειτουργεί με τέτοια μηχανικότητα:

* άλλοτε το αρσενικό είναι ειδικό και δηλώνει άνδρα·

* άλλοτε είναι καθολικό και δηλώνει ανθρώπους.

Η ερμηνεία οφείλει να διακρίνει το πλαίσιο, το νόημα και την πρόθεση του κειμένου.

* Όταν η Αγία Γραφή λέει «μακάριοι», δεν συντάσσει κατάλογο ανδρών.

* Όταν λέει «δίκαιοι», δεν αποκλείει τις γυναίκες από τη δικαιοσύνη.

* Όταν λέει «αμαρτωλοί», δεν απαλλάσσει τις γυναίκες από την ευθύνη.

Το γένος είναι γραμματικό, όχι σωτηριολογικό. Η σωτηρία δεν δίδεται κατά γραμματικό γένος, αλλά κατά

* μετάνοια,

* πίστη,

* αγάπη και

* κοινωνία με τον Χριστό.

 

*

 

Κεντρική διάκριση

Το αρσενικό γραμματικό γένος μπορεί να είναι μορφή καθολικότητας.

Δεν πρέπει να μετατρέπεται αυτομάτως σε ένδειξη ανδροκεντρικής αποκλειστικότητας.

 

*

 

Το θηλυκό γένος στην Αγία Γραφή και στη θεολογική γλώσσα

Η ίδια η Αγία Γραφή και η εκκλησιαστική Παράδοση χρησιμοποιούν με εξαιρετική συχνότητα θηλυκές λέξεις για να δηλώσουν τα υψηλότερα πνευματικά αγαθά.

* Η Εκκλησία είναι θηλυκού γένους.

* Η Αγάπη είναι θηλυκού γένους.

* Η Ειρήνη, η Πίστη, η Ελπίδα, η Σοφία, η Χάρη, η Ζωή είναι θηλυκού γένους.

Δεν πρόκειται για ασήμαντες λέξεις, αλλά για λέξεις που φέρουν το βάρος ολόκληρης της σωτηριολογικής εμπειρίας.

Εάν κάποιος ήθελε να διαβάσει ιδεολογικά τη γραμματική, θα έπρεπε να παρατηρήσει ότι η ίδια η Εκκλησία, ως νύμφη Χριστού, εκφράζεται με θηλυκότητα. Η θεολογική γλώσσα δεν φοβάται το θηλυκό γένος·

* το τιμά,

* το μυσταγωγεί και

* το υψώνει.

Η Εκκλησία

* γεννά πνευματικά τέκνα,

* τρέφει τους πιστούς με τα μυστήρια,

* υποδέχεται τον άνθρωπο στην αγκαλιά της σωτηρίας.

Η εικόνα αυτή δεν είναι απλή λογοτεχνική μεταφορά, αλλά βαθύ εκκλησιολογικό σύμβολο.

Η θηλυκή γλώσσα της Εκκλησίας αποκαλύπτει ότι το μυστήριο της σωτηρίας δεν μπορεί να χωρέσει σε μια μονοσήμαντη γλωσσική κλίση. Η Αγία Γραφή και η Παράδοση χρησιμοποιούν κάθε γένος της γλώσσας, επειδή η αλήθεια που εκφράζουν υπερβαίνει κάθε γλωσσική μερικότητα.

 

*

 

Ενδεικτικές λέξεις

Εκκλησία, Αγάπη, Ειρήνη, Πίστη, Ελπίδα, Σοφία, Χάρη, Ζωή: Θηλυκές λέξεις μεταφορικό, σωτηριολογικό και λειτουργικό βάθος.

 

*

 

Οι Μακαρισμοί και η καθαρότητα της καρδιάς

Το παράδειγμα των Μακαρισμών είναι ιδιαιτέρως φωτιστικό. «Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται». Η λέξη «μακάριοι» εμφανίζεται σε αρσενικό πληθυντικό, αλλά το νόημα αγκαλιάζει κάθε άνθρωπο που καθαρίζει την καρδιά του. Η καρδιά δεν είναι προνόμιο φύλου. Είναι ο μυστικός τόπος όπου ο άνθρωπος στέκεται ενώπιον του Θεού.

Εάν μια γυναίκα ανήκει στους μακαρίους, θα μπορούσαμε γραμματικά να πούμε ότι είναι «μακάρια». Όμως, όταν ο λόγος εκφέρεται συλλογικά, το «μακάριοι» περιλαμβάνει όλους. Δεν πρόκειται για υποτίμηση της γυναίκας, αλλά για τον κοινό τρόπο με τον οποίο η γλώσσα αποδίδει την καθολική πρόσκληση του Ευαγγελίου.

Η καθαρότητα της καρδιάς είναι το κέντρο του ζητήματος. Η Αγία Γραφή δεν ενδιαφέρεται να κατασκευάσει έναν ανταγωνισμό γραμματικών γενών, αλλά να καλέσει τον άνθρωπο

* σε καθαρότητα,

* σε ταπείνωση,

* σε ειρήνη,

* σε δίψα δικαιοσύνης και

* σε ελεημοσύνη.

Ο μακάριος άνθρωπος είναι εκείνος που έχει ανακαινισθεί εσωτερικά. Η μακαριότητα δεν εξαρτάται από τη γραμματική μορφή της λέξης, αλλά από την αλήθεια της ύπαρξης.

 

*

 

Βιβλική κατάθεση

«Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται» (Ματθ. 5, 8). Το χωρίο περιλαμβάνει όλους, διότι όλοι έχουν καρδιά και όλοι καλούνται στην όραση του Θεού.

 

*

 

H φιλολογική διάκριση: Γραμματική συμφωνία και θεολογικό νόημα

Η φιλολογία μάς διδάσκει ότι οι λέξεις έχουν

* μορφή,

* σύνταξη,

* γένος,

* αριθμό και

* πτώση.

Όμως οι λέξεις έχουν, επίσης,

* σημασία,

* ιστορία και

* ύφος.

Η ερμηνεία που βλέπει μόνον τη μορφή, χωρίς να κατανοεί τη σημασία, μοιάζει με άνθρωπο που κρατά το λυχνάρι, αλλά δεν βλέπει το φως του.

* Το γραμματικό γένος είναι στοιχείο της μορφολογίας.

* Το φυσικό φύλο είναι στοιχείο της ανθρωπολογίας.

Το θεολογικό νόημα ανήκει σε βαθύτερο επίπεδο: Στο ερώτημα ποιος είναι ο άνθρωπος ενώπιον του Θεού; Εδώ η διάκριση είναι κρίσιμη.

* Δεν ερμηνεύουμε τη Αγία Γραφή με λεξικό μόνον, αλλά και με πνευματική διάκριση.

* Δεν υποτιμούμε τη γραμματική, αλλά δεν τη θεοποιούμε.

Η ελληνική γλώσσα έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί μορφές που συλλογικεύουν. Το αρσενικό πληθυντικό, ιδίως όταν το συμφραζόμενο αναφέρεται στο σύνολο των ανθρώπων, λειτουργεί ως καθολικός τύπος. Η κατανόηση αυτής της λειτουργίας δεν είναι υπαναχώρηση από την ισότητα των προσώπων, αλλά στοιχειώδης φιλολογική ακρίβεια.

 

*

 

Φιλολογικός κανόνας

Η μορφή της λέξης δεν εξαντλεί πάντοτε το πλάτος του νοήματος. Ο ερμηνευτής οφείλει να εξετάζει το συμφραζόμενο, τη χρήση και τον σκοπό του λόγου.

 

*

 

Η Θεολογία της καθολικότητας του ανθρώπου

Η Ορθόδοξη χριστιανική ανθρωπολογία δεν θεμελιώνεται στη σύγκρουση των φύλων, αλλά στην κοινή κλήση προς την κοινωνία με τον Θεό. Άνδρας και γυναίκα δεν είναι δύο αντίπαλες οντολογίες. Είναι πρόσωπα που μετέχουν στην ίδια ανθρώπινη φύση και καλούνται στην ίδια Βασιλεία του Θεού.

* Η διαφορά τους δεν καταργεί την ενότητα.

* Η ενότητά τους δεν εξαφανίζει τη διαφορά.

Ο λόγος της Αγίας Γραφής, όταν απευθύνεται στον άνθρωπο, δεν απευθύνεται σε αφηρημένο άτομο, αλλά στο πρόσωπο

* που ζει,

* που αγαπά,

* που αμαρτάνει,

* που μετανοεί,

* που προσεύχεται,

* που πονά και

* που ελπίζει.

Ο άνθρωπος είναι ο αποδέκτης της θείας φιλανθρωπίας. Ο Χριστός δεν προσλαμβάνει ένα τμήμα της ανθρωπότητας, αλλά την ανθρώπινη φύση, για να θεραπεύσει ό,τι είχε τραυματισθεί.

Στο σημείο αυτό η Πατερική φράση «τό ἀπρόσληπτον ἀθεράπευτον» αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Εάν ο Χριστός δεν προσλάμβανε τον άνθρωπο στην καθολικότητά του, η σωτηρία θα ήταν μερική. Όμως η ενανθρώπηση είναι καθολική: αφορά

* τον άνθρωπο ως άνθρωπο,

* άνδρα και γυναίκα,

* παιδί και γέροντα,

δηλαδή κάθε πρόσωπο που φέρει την εικόνα του Θεού.

 

*

 

Πατερικό κλειδί

«Τό ἀπρόσληπτον ἀθεράπευτον»: Ό,τι δεν προσλαμβάνεται από τον Χριστό, δεν θεραπεύεται. Η πρόσληψη της ανθρώπινης φύσεως είναι καθολική και θεραπευτική.

 

*

 

Η Εκκλησία ως θηλυκό μυστήριο και ο Χριστός ως Νυμφίος

Η εκκλησιαστική γλώσσα ονομάζει την Εκκλησία νύμφη. Ο Χριστός είναι ο Νυμφίος και η Εκκλησία είναι το σώμα που

* Τον υποδέχεται.

* Τον ομολογεί.

* Τον προσμένει και κοινωνεί μαζί Του.

Εδώ το θηλυκό γένος δεν είναι απλή γραμματική σύμβαση· γίνεται μυστική εικόνα

* σχέσης,

* γονιμότητας και

* αγάπης.

Η Εκκλησία δεν είναι θηλυκή, επειδή αποκλείει τους άνδρες· όπως και ο όρος «άνθρωπος» δεν είναι αρσενικός, επειδή αποκλείει τις γυναίκες. Η γλώσσα της Θεολογίας είναι

* συμβολική,

* αναλογική και

* λειτουργική.

Κάθε γλωσσική μορφή καλείται να υπηρετήσει ένα μυστήριο μεγαλύτερο από τον εαυτόν της.

Η Αγάπη, η Ειρήνη, η Πίστη, η Ελπίδα και η Ζωή είναι θηλυκές λέξεις, αλλά αφορούν όλους.

* Κανείς δεν θα έλεγε ότι επειδή η «Πίστη» είναι θηλυκού γένους, οι άνδρες δεν καλούνται να πιστεύσουν.

* Κανείς δεν θα έλεγε ότι επειδή η «Ελπίδα» είναι θηλυκού γένους, οι άνδρες δεν μπορούν να ελπίζουν.

Κατά τον ίδιο τρόπο, επειδή ο «άνθρωπος» είναι αρσενικού γένους, δεν σημαίνει ότι οι γυναίκες αποκλείονται από την ανθρώπινη κλήση.

 

*

 

Αντιστοιχία νοήματος

Όπως οι θηλυκές λέξεις της Θεολογίας δεν αποκλείουν τον άνδρα, έτσι και οι περιληπτικές αρσενικές μορφές της Αγίας Γραφής δεν αποκλείουν τη γυναίκα.

 

*

 

Η Πατερική σοφία απέναντι στη γλωσσική επιφάνεια

Οι Πατέρες της Εκκλησίας δεν αγνόησαν τη γλώσσα. Αντίθετα, τη χρησιμοποίησαν

* με ακρίβεια,

* με λεπτότητα και

* με πνευματική ευθύνη.

Όμως ποτέ δεν την απολυτοποίησαν σε βάρος του μυστηρίου. Η λέξη είναι απαραίτητη, αλλά δεν είναι αυτάρκης. Η Θεολογία δεν είναι απλώς τεχνική ορολογίας· είναι εμπειρία φωτισμένη από την αποκάλυψη.

Ο άγιος Ειρηναίος συνοψίζει με θαυμαστή πυκνότητα ότι δόξα του Θεού είναι ο ζωντανός άνθρωπος. Ο «άνθρωπος» εδώ δεν είναι ένας άνδρας απέναντι στη γυναίκα, αλλά η ανθρώπινη ύπαρξη που ζει μέσα στο φως του Θεού. Η ζωή του ανθρώπου είναι δοξολογία, όταν γίνεται

* κοινωνία,

* ευχαριστία και

* αγιασμός.

Η Πατερική Παράδοση, με τον πλούτο της ερμηνευτικής της, μας προφυλάσσει από δύο άκρα:

* από την περιφρόνηση της γραμματικής και

* από τη θεοποίηση της γραμματικής.

Το πρώτο οδηγεί σε αυθαιρεσία· το δεύτερο σε ξηρή τυπολατρία. Η ορθή οδός είναι η διάκριση: σεβασμός στη λέξη, αλλά υπακοή στο νόημα που η λέξη υπηρετεί.

 

*

 

Θεολογική τοποθέτηση

«Δόξα Θεοῦ ζῶν ἄνθρωπος». Η ζωή του ανθρώπου γίνεται δόξα όταν φωτίζεται από τον Θεό και αναφέρεται σε Αυτόν.

 

*

 

Ο σύγχρονος προβληματισμός και ο κίνδυνος της ιδεολογικής ανάγνωσης

Ο σύγχρονος άνθρωπος είναι ευαίσθητος στα ζητήματα

* ισότητας,

* αξιοπρέπειας και

* αναγνώρισης.

Η ευαισθησία αυτή δεν πρέπει να απορρίπτεται πρόχειρα. Πολλές φορές πίσω από τις γλωσσικές ενστάσεις κρύβεται ένας βαθύτερος φόβος: Μήπως κάποιος μένει

* αθέατος,

* υποτιμημένος ή

* αποκλεισμένος.

Η Εκκλησία οφείλει να ακούει τέτοιους φόβους με ποιμαντική σοβαρότητα.

Ωστόσο, η απάντηση δεν μπορεί να είναι η βίαιη αναθεώρηση του νοήματος της Αγίας Γραφής ούτε η μετατροπή της σε πεδίο σύγχρονων ιδεολογικών αντιπαραθέσεων. Η Αγία Γραφή δεν είναι ούτε ανδρική ιδιοκτησία ούτε γυναικεία διεκδίκηση. Είναι λόγος Θεού προς τον άνθρωπο. Όταν διαβάζεται εκκλησιαστικά,

* δεν χωρίζει, αλλά ενώνει·

* δεν μειώνει, αλλά θεραπεύει·

* δεν εγκλωβίζει, αλλά ανοίγει τον άνθρωπο στη χάρη.

Η ποιμαντική ευθύνη είναι να εξηγηθεί η διάκριση με απλότητα και βάθος.

* Να ειπωθεί ότι το αρσενικό γένος, όταν χρησιμοποιείται περιληπτικά, δεν υποτιμά τη γυναίκα.

* Να ειπωθεί, επίσης, ότι η γυναίκα δεν είναι παράρτημα της ανθρώπινης φύσης, αλλά πλήρες πρόσωπο, φορέας της ίδιας εικόνας του Θεού και της ίδιας κλήσης προς αγιότητα.

 

*

 

Ποιμαντική θέση

Η Εκκλησία δεν απαντά στην αγωνία με απαξίωση, αλλά με διάκριση. Δεν αρνείται το ερώτημα· το φωτίζει.

 

*

 

Η καθαρότητα της καρδιάς ως υπέρβαση της διαμάχης

Το Ευαγγέλιο μετατοπίζει το κέντρο από την εξωτερική αντιπαράθεση στην εσωτερική μεταμόρφωση. Το κρίσιμο δεν είναι ποια γραμματική μορφή εμφανίζεται πρώτη, αλλά

* αν η καρδιά καθαρίζεται,

* αν ο άνθρωπος ειρηνεύει,

* αν αγαπά,

* αν ελεεί,

* αν πεινά και διψά τη δικαιοσύνη του Θεού.

Η καθαρότητα της καρδιάς δεν καταργεί τη φιλολογική έρευνα· της δίνει προσανατολισμό. Ο άνθρωπος που ερμηνεύει με καθαρή καρδιά δεν ζητά να επιβάλει στον λόγο του Θεού τις υποψίες του, αλλά να ακούσει μέσα από τις λέξεις την πρόσκληση της σωτηρίας. Η ερμηνεία τότε γίνεται άσκηση ταπείνωσης.

Σε κάθε εποχή υπάρχει ο πειρασμός να χρησιμοποιούμε την Αγία Γραφή για να επιβεβαιώσουμε προειλημμένες θέσεις.

* Άλλοι την επικαλούνται για να συντηρήσουν αδικίες.

* Άλλοι την παραμορφώνουν για να την υποτάξουν σε νέα ιδεολογικά σχήματα.

Η εκκλησιαστική οδός είναι άλλη:

* ακρόαση,

* διάκριση,

* μετάνοια και

* φωτισμός.

 

*

 

Ευαγγελική μετατόπιση

Το ζήτημα του γένους γίνεται αληθινά θεολογικό μόνον όταν οδηγεί στην αναζήτηση της καθαρής καρδιάς και της αλήθειας του προσώπου.

 

*

 

Συμπεράσματα σε κεφαλαιώδη μορφή

Πρώτον, η λέξη «άνθρωπος», μολονότι γραμματικά είναι αρσενικού γένους, δηλώνει την καθολικότητα της ανθρώπινης φύσης. Περιλαμβάνει άνδρες, γυναίκες και παιδιά.

Δεύτερον, το αρσενικό γένος στην Αγία Γραφή λειτουργεί συχνά ως περιληπτικός τύπος. Δεν είναι αυτομάτως ένδειξη αποκλεισμού ούτε αξιολογική προτίμηση του άνδρα έναντι της γυναίκας.

Τρίτον, η Αγία Γραφή χρησιμοποιεί και θηλυκές λέξεις υψηλής θεολογικής σημασίας: Εκκλησία, Αγάπη, Ειρήνη, Πίστη. Ελπίδα, Σοφία, Χάρη και Ζωή. Αυτό δείχνει ότι η βιβλική γλώσσα είναι

* πλουραλική,

* συμβολική και

* μυσταγωγική.

Τέταρτον, στους Μακαρισμούς το «μακάριοι» περιλαμβάνει όλους όσοι πορεύονται στην καθαρότητα της καρδιάς. Το κέντρο δεν είναι η γραμματική μορφή, αλλά η πνευματική κατάσταση του ανθρώπου.

Πέμπτον, η ορθή ερμηνεία χρειάζεται φιλολογική ακρίβεια και θεολογική διάκριση.

Χωρίς φιλολογία, ο λόγος κινδυνεύει να γίνει αόριστος.

Χωρίς Θεολογία, η φιλολογία γίνεται τεχνικά άψυχη.

Έκτον, η Ποιμαίνουσα Εκκλησία οφείλει να απαντά στα σύγχρονα ερωτήματα χωρίς φόβο και χωρίς βιασύνη. Η αλήθεια δεν έχει ανάγκη από τραχύτητα· έχει ανάγκη από

* καθαρότητα,

* αγάπη και

* ακρίβεια.

 

Επίλογος

 

Η γλώσσα ως δρόμος προς το μυστήριο 

Η ανθρώπινη γλώσσα είναι φτωχή μπροστά στο μυστήριο του Θεού και συγχρόνως ευλογημένη, επειδή ο Θεός την καταδέχθηκε. Μέσα σ᾽ αυτήν τη γλώσσα ακούσθηκε

* ο λόγος των Προφητών,

* το κήρυγμα των Αποστόλων,

* η φωνή των Πατέρων,

* η υμνολογία της Εκκλησίας και

* η προσευχή των αγίων.

Το ερώτημα περί αρσενικού και θηλυκού γένους μας υπενθυμίζει ότι η Θεολογία χρειάζεται διάκριση. Η λέξη δεν πρέπει να απομονώνεται από το νόημα, ούτε το νόημα να αποκόπτεται από τη λέξη. Η γραμματική υπηρετεί την αλήθεια, όταν ερμηνεύεται μέσα στη ζωντανή Παράδοση της Εκκλησίας.

Ο Θεός καλεί τον άνθρωπο –κάθε άνθρωπο– στην κοινωνία Του. Καλεί

* τον άνδρα και τη γυναίκα,

* το παιδί και τον γέροντα,

* τον μορφωμένο και τον απλό,

* τον ισχυρό και τον αδύναμο.

Όλοι χωρούν στο ευαγγελικό «μακάριοι», εφόσον καθαρίζουν την καρδιά τους. Και όλοι χωρούν στη λέξη «άνθρωπος», επειδή όλοι είναι εικόνες του Θεού και όλοι προσκαλούνται να γίνουν κοινωνοί της ζωής Του.

 

*

 

Τελική σύνθεση

Η Αγία Γραφή δεν μιλά για να υψώσει το ένα φύλο έναντι του άλλου, αλλά για να θεραπεύσει τον άνθρωπο. Το γραμματικό γένος ανήκει στη μορφή του λόγου· η σωτηρία ανήκει στο βάθος της θείας αγάπης.

 

Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης κι η πνευματική κληρονομιά του (Theo)

Οι συνθήκες της εποχής

Ο άγιος Νικόδημος εμφανίζεται στο προσκήνιο σε μια εποχή δύσκολη: Μετά από αιώνες δουλείας (τρεις σε κάποιες περιοχές, τέσσερις σε άλλες), ο Ορθόδοξος λαός μας βρίσκεται σε δυσχερή θέση.

Από τη μια, η φτώχεια, η καταπίεση και η αμάθεια οδηγούν πολλούς στον εξισλαμισμό, για λίγη οικονομική άνεση και αξιοπρεπή διαβίωση. Περιοχές ολόκληρες κοντεύουν να ξεχάσουν τα ελληνικά ή έχουν συντριπτικό ποσοστό αναλφαβητισμού και αδυνατούν ν’ αντιμετωπίσουν τους ξένους μισιονάριους που ζητούν να τους προσηλυτίσουν σε άλλα δόγματα και να τους αφελληνίσουν. (Είναι γνωστό πως το 1821 οι ρωμαιοκαθολικοί κάτοικοι των Κυκλάδων βοήθησαν τους Τούρκους ή, στην καλύτερη περίπτωση, τήρησαν ευμενή προς αυτούς ουδετερότητα.)

Από την άλλη, έρχονται οι σπουδαγμένοι στην Εσπερία και, στα σχολεία που ιδρύουν στις διάφορες πόλεις, μαζί με τις νέες ανακαλύψεις των φυσικών επιστημών και τις προόδους των μαθηματικών, προπαγανδίζουν τον αγνωστικισμό ή την αθεΐα. Γιατί η σχολαστική θεολογία που γνώρισαν στη Δύση, δομημένη σε κάποιες αρχές και αξιώματα που δήθεν μπορούσαν να ερμηνεύσουν οτιδήποτε, μια θεολογία, αποτέλεσμα διανοητικών διεργασιών, άρα κτιστή και ανεπαρκής για τον άνθρωπο, κατέρρεε στις συνειδήσεις πολλών μορφωμένων και, μαζί της, η πίστη τους στην ύπαρξη του Θεού. Όμως η Ορθόδοξη θεολογία είναι άλλη. Αλλά τα κείμενα που τη διασώζουν αυθεντικά σπάνιζαν αυτά τα χρόνια.

Αν δει κανείς τις εκδόσεις της Τουρκοκρατίας, θα διαπιστώσει ότι ο πιστός λαός τρεφόταν πνευματικά κυρίως από λειτουργικά κείμενα, βίους Αγίων, με αρκετά μυθολογικά στοιχεία, ηθικολογικά κηρύγματα και ευσεβείς διηγήσεις, με κάποιες τους να έχουν στοιχεία τρόμου. Όσο κι αν αρκετοί βίωναν την ατμόσφαιρα των ιερών ακολουθιών και δέχονταν τη χάρη του Θεού που μετέδιδαν, ελάχιστοι καταλάβαιναν πλήρως τα κείμενα. Τα έργα των μεγάλων Πατέρων ήσαν άγνωστα είτε γιατί οι σχετικά λίγες μέχρι τότε έντυπες εκδόσεις ήσαν δυσεύρετες, είτε γιατί τα περισσότερα δεν είχαν εκδοθεί και βρίσκονταν σε δυσπρόσιτα χειρόγραφα. Ένας λόγος για τον οποίο βασικά κείμενα της Ορθοδοξίας παρέμεναν ανέκδοτα ήταν ότι, εκτός από τη Βενετία, οι άλλες ρωμαιοκαθολικές πόλεις, όπου κυρίως εκδίδονταν τα ελληνικά βιβλία, υπάκουαν στις παπικές εντολές που δεν επέτρεπαν την έκδοση Ορθοδόξων κειμένων, ούτε καν λειτουργικών.

 

Το έργο του

Ο άγιος Νικόδημος πηγαίνει στο Άγιο Όρος το 1775, σε ηλικία 26 ετών. Ήδη έχει λαμπρές σπουδές και Ορθόδοξη αγωγή. Αντιλαμβάνεται τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει το Γένος και με ταπείνωση και αίσθημα ευθύνης αναλαμβάνει να βοηθήσει, το κατά δύναμιν.

Ξέρει ότι ο λαός κινδυνεύει να εξισλαμισθεί ή να φραγκέψει, όχι τόσο γιατί βρίσκεται μέσα στην ανέχεια ή γιατί του λείπουν τα όπλα ή η πολιτική οργάνωση, όσο γιατί δεν γνωρίζει σε βάθος την πίστη στην οποία ενστικτωδώς και εκ παραδόσεως στηρίζεται. Ξέρει ότι αυτή δεν είναι θέμα διανοητικό αλλά βιωματικό. Όπως φανερώνουν τα πατερικά κείμενα και οι βίοι των Αγίων, όσο αγωνίζεται κανείς τον αγώνα των πρακτικών αρετών, όσο προσπαθεί ν’ αποκτήσει ταπείνωση και αγάπη, τόσο ο νους του φωτίζεται από τον Θεό, δέχεται τη χάρη Του και γεύεται «γνωστώς και ευαισθήτως» πράγματα που ξεπερνούν την κτιστή και πεπερασμένη φύση του και τον εισάγουν στην αιωνιότητα. Τότε γίνεται πλούσιος υπέρ πάντα πλούτον και δυνατός υπέρ πάσαν δύναμιν. Δεν φοβάται μήπως τον ταπεινώσουν, τον απογυμνώσουν ή τον θανατώσουν, γιατί ήδη ζει με τον Θεό, μετέχει στην αιωνιότητα.

Ξέρει επίσης, ότι η Αλήθεια δεν αλλάζει με τις εποχές. Μόνο η έκφραση και η ορολογία μεταβάλλονται, ανάλογα και με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά όσων τη διατυπώνουν. Έτσι, αναλαμβάνει να φωτίσει τον λαό με κείμενα, είτε στη δημώδη γλώσσα της εποχής του, είτε στο πρωτότυπο, με πολλές επεξηγήσεις. Άλλοι, όπως ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, του οποίου ο αδελφός Χρύσανθος υπήρξε δάσκαλος του Νικοδήμου, το κάνουν με το κήρυγμα και την ίδρυση σχολείων. Ο Νικόδημος το κάνει με τα βιβλία του.

Το 1777, σε ηλικία 28 ετών, αναλαμβάνει να ελέγξει και αποκαθάρει από τα λάθη το χειρόγραφο της «Φιλοκαλίας των ιερών νηπτικών» που του εγχειρίζει ο άγιος Μακάριος Νοταράς, δηλαδή της συλλογής ασκητικών και νηπτικών κειμένων από τον 4ο μέχρι τον 14ο αιώνα, να συντάξει τους βίους των ανθολογουμένων συγγραφέων και να γράψει το προοίμιο. Η ανθολογία θα εκδοθεί το 1782, θα μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και θα αποτελέσει βιβλίο αναφοράς για την Ορθόδοξη πνευματικότητα. Το 1783 θα εκδοθεί ο «Ευεργετινός», συλλογή πιο πρακτικών ασκητικών κειμένων που έγινε τον 11ο αιώνα, την οποία ο Νικόδημος αντιγράφει από αγιορείτικα χειρόγραφα και αποκαθαίρει, συντάσσοντας και πάλι το προοίμιο. Ακολουθούν η «Αλφαβηταλφάβητος» του αγίου Μελετίου του ομολογητού (θα εκδοθεί μόλις το 1928), τα άπαντα του αγίου Συμεών του νέου θεολόγου, το «Θεοτοκάριον το νέον» (κανόνες προς την Υπεραγία Θεοτόκο), τα άπαντα του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, τα χειρόγραφα των οποίων, δυστυχώς, θα χαθούν στη Βιέννη, η Ερμηνεία στις επιστολές του Αποστόλου Παύλου (διασκευή και εμπλουτισμός της σχετικής ερμηνείας του Θεοφυλάκτου Αχρίδος), η Ερμηνεία στις λοιπές επιστολές της Καινής Διαθήκης, η Ερμηνεία του Ψαλτηρίου με βάση την εξήγηση του Ευθυμίου Ζιγαβηνού, ο «Κήπος χαρίτων» (ερμηνεία στις εννέα Ωδές), το Απάνθισμα εκ των Ψαλμών, οι ερωταποκρίσεις των οσίων Βαρσανουφίου και Ιωάννου, το «Εορτοδρόμιον» (ερμηνεία των κανόνων των δεσποτικών και θεομητορικών εορτών) και η «Νέα Κλίμαξ» (ερμηνεία των Αναβαθμών της Οκτωήχου).

Μέσα στη μέριμνά του για την πνευματική τροφοδοσία του δοκιμαζόμενου λαού μας, επεξεργάζεται τον Συναξαριστή του Μαυρικίου, αποκαθαίροντάς τον από κάποια μυθολογικά στοιχεία, πλουτίζοντάς τον με πλήθος υποσημειώσεων και μεταφράζοντάς τον σε μια χυμώδη δημοτική της εποχής του. (Η γλώσσα αυτή ξένισε τον εκδότη της δεύτερης έκδοσης, που αντικατέστησε πλήθος λαϊκών λέξεων με αντίστοιχες της καθαρεύουσας. Ευτυχώς σήμερα έχουμε την έκδοση του “Δόμου”, τη μόνη που αναπαράγει την πρώτη.) Εκτός από τον “Συναξαριστή των δώδεκα μηνών του ενιαυτού”, όπως τον τιτλοφόρησε, που παρουσιάζει συντετμημένους βίους Αγίων, μεταφράζει επιλεγμένους εκτενείς βίους και τους εκδίδει στο “Νέον Εκλόγιον”, φροντίζοντας η γκάμα του να εκτείνεται σε όλους τους αιώνες και να περιλαμβάνει αγίους επισκόπους, κληρικούς, μοναχούς και λαϊκούς ποικίλων επαγγελμάτων και κοινωνικών θέσεων, για να υποδείξει στον καθένα τον δρόμο προς την αγιότητα. Ακόμα, για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα των αθρόων εξισλαμισμών, συλλέγει μαρτυρολόγια της Τουρκοκρατίας, τα επιμελείται, τα μεταφράζει και τα εκδίδει στο “Νέον Μαρτυρολόγιον” το 1799, με ένα θαυμάσιο προοίμιο όπου προτρέπει τους πιστούς να παραμείνουν αμετακίνητοι στην πίστη, μιμούμενοι τους Νεομάρτυρες, και τους αλλαξοπιστήσαντες να επανέλθουν στην Ορθοδοξία. Το βιβλίο αυτό συντελεί στην ανάσχεση των αθρόων εξισλαμισμών, βοηθά πολλούς να αποκτήσουν συνείδηση της πίστεώς τους και οδηγεί άλλους, αλλαξοπιστήσαντες κυρίως, στο μαρτύριο. Τα αγιολογικά έργα του αγίου Νικοδήμου σταδιακά εκτοπίζουν τις προγενέστερες συλλογές βίων Αγίων, που είχαν δεκάδες εκδόσεις ανά τίτλο, και φτάνουν να κυριαρχούν στον Ορθόδοξο χώρο.

Η αγάπη του προς τους Αγίους και η μέριμνά του για τη διάδοση της τιμής τους στον Ορθόδοξο κόσμο τον οδηγεί να  συνθέσει πλήθος Ακολουθιών (γύρω στις 60) ή να συμπληρώσει ήδη υπάρχουσες. Οι περισσότερες απ’ αυτές παραμένουν ανέκδοτες και σώζονται σε αγιορείτικες βιβλιοθήκες. Ξεχωρίζει η Ακολουθία που συνέθεσε προς τιμήν των Οσίων του Άθω, με θαυμαστό εγκώμιο, όπου συνοπτικά βιογραφεί όλους τους Αγίους του Όρους. Οι Αθωνίτες Όσιοι για πρώτη φορά υμνολογούνται κι εγκωμιάζονται συλλογικά. Επίσης, εκδίδει και τους οκτώηχους κανόνες του Ιωσήφ του υμνογράφου στον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο, αποκαθαίρει και εκδίδει το “Εγχειρίδιον” με τα εγκώμια του Επιταφίου, καθώς και το μέγα Ευχολόγιον, για να έχουν οι ιερείς μια εύχρηστη και ακριβή έκδοση.

Για να βοηθήσει εξομολόγους και εξομολογούμενους, συντάσσει και εκδίδει το 1794 το “Εξομολογητάριον”, με συμβουλές και για τους δύο, βάσει των ιερών Κανόνων της Εκκλησίας. Αργότερα αναλαμβάνει το τιτάνιο έργο της συλλογής και κωδικοποιήσεως αυτών των Κανόνων, καθώς και των ερμηνειών τους από τους έγκριτους κανονολόγους, τους συνθέτει, παρουσιάζοντας τη συμφωνία των συντακτών τους, και τους εκδίδει στο “Πηδάλιον” το 1800, με πλήθος υποσημειώσεων και παραπομπών που μαρτυρούν την εξαίρετη μνήμη και τις θαυμαστές συνθετικές του δυνατότητες. Αυτό το έργο καθοδηγεί τους Ορθοδόξους εξομολόγους ανά τον κόσμο μέχρι σήμερα.

Στη μέριμνά του για την πνευματική καλλιέργεια των πιστών, μη θέλοντας να προβάλλει τον εαυτό του, επεξεργάζεται και βιβλία άλλων συγγραφέων, συνήθως αλλάζοντάς τα ριζικά και πολλαπλασιάζοντας τον όγκο τους, όπως το “Περί συνεχούς θείας μεταλήψεως” του Νεοφύτου Καυσοκαλυβίτη και τα “Πνευματικά γυμνάσματα” και τον “Αόρατο πόλεμο”, τα οποία ανακάλυψε ο άγιος Μακάριος ο Νοταράς στην πατμιακή βιβλιοθήκη, μεταφρασμένα από τα ιταλικά, και τα έδωσε στον άγιο Νικόδημο, να τα επεξεργαστεί και να τα ορθοδοξοποιήσει.

Τέλος, συντάσσει και εκδίδει κάποια εντελώς δικά του έργα. Σε ηλικία 32 ετών, ζώντας ερημικά στο ερημονήσι Σκυροπούλα, χωρίς κανένα βιβλίο μαζί του, συγγράφει το “Συμβουλευτικόν εγχειρίδιον περί φυλακής των πέντε αισθήσεων”, όπου εκθέτει την ασκητική και πνευματική διδασκαλία της Εκκλησίας, με πλήθος αγιογραφικών και πατερικών παραπομπών από μνήμης, για να ενισχύσει πνευματικά τον εξάδελφό του Ιερόθεο, επίσκοπο Ευρίπου, που του το ζήτησε. (Το βιβλίο πρωτοεκδίδεται το 1801.) Αργότερα συγγράφει τη “Χρηστοήθεια” με ηθικές συμβουλές προς τους πιστούς (πραγματοποιεί πέντε εκδόσεις από το 1803 ώς το 1816), και, προς το τέλος της ζωής του, για να απαντήσει στις ποικίλες εναντίον του συκοφαντίες, συντάσσει την “Ομολογία πίστεως”, όπου φαίνεται η καθαρότητα του Ορθόδοξου φρονήματός του.

Μέχρι το 1809, που εκοιμήθη εν Κυρίω, δηλαδή σε διάστημα 32 χρόνων, ο άγιος Νικόδημος συνέθεσε 120 περίπου έργα, που αν εκδίδονταν όλα μαζί, θα συγκροτούσαν 30 μεγάλους τόμους. Πολλά παραμένουν ανέκδοτα, ενώ αρκετά εκδόθηκαν μετά θάνατον, λόγω των δυσκόλων περιστάσεων της εποχής και της ανέχειας στην οποία ζούσε ο Άγιος και οι συμμοναστές του. (Κάποια παραχαράχτηκαν από τους επιμελητές τους, λόγω της αποστάσεως από τον τόπο εκδόσεως ή του μεσολαβήσαντος θανάτου του συγγραφέα.) Έτσι, αυτός ο ταπεινός μοναχός αναδείχθηκε ο πολυγραφότερος Αγιορείτης και πιθανότατα ο πολυγραφότερος από τους Πατέρες της 2ης μ.Χ. χιλιετίας.

Έζησε πολύ ασκητικά, στην ι. Μονή Διονυσίου αρχικά και σε διάφορες καλύβες της Καψάλας στη συνέχεια, συνήθως ως υποτακτικός ή φιλοξενούμενος άλλων γεροντάδων. Κυκλοφορούσε ρακένδυτος και με γουρουνοτσάρουχα, αυτός του οποίου τις συμβουλές ζητούσαν πατριάρχες, επίσκοποι αλλά και απλός λαός. Κι όχι μόνο δεν ξυπάστηκε από την αναγνώριση, αλλά και παραπονιόταν γι’ αυτήν. Γι’ αυτό και πολλά από τα βιβλία του κυκλοφόρησαν ανωνύμως ή με ονόματα κάποιων άλλων που ελάχιστα συνέβαλαν γι’ αυτά.

Στις έριδες για το θέμα των μνημοσύνων και της συχνής θείας μεταλήψεως πήρε το μέρος των αποκαλούμενων “κολλυβάδων”, στοιχώντας στην εκκλησιαστική παράδοση, χωρίς όμως να επιτίθεται με ανοίκειους χαρακτηρισμούς στους αντιπάλους του, όπως συχνά συνέβαινε και από τις δύο πλευρές. Γι’ αυτό και παρέμεινε στο Άγιο Όρος και δεν διώχθηκε όπως οι περισσότεροι επώνυμοι “κολλυβάδες”.

Το έργο του είναι διδασκαλία και μαθητεία Ορθοδοξίας. Ενώ θα μπορούσε να συγγράψει πολλά, αν κρίνουμε από τα τέσσερα καταδικά του βιβλία σε πεζό λόγο, τις χιλιάδες επεξηγήσεις, τα πολλά προοίμια, εγκώμια, πανηγυρικούς λόγους και Ακολουθίες που συνέθεσε, προτίμησε ν’ αφήσει τους προγενέστερούς του Πατέρες να μιλήσουν στον λαό, κι αυτός να τους σχολιάζει, επεξηγεί, υπομνηματίζει, μεταφράζει… Να σημειώσουμε εδώ ότι οι μεταφράσεις του θυμίζουν αυτές του Παπαδιαμάντη: Έχει την ελευθερία να παραλείπει ή να προσθέτει αποσπάσματα, για να καθιστά το κείμενο πιο εύληπτο ή, σε κάποιες περιπτώσεις, περισσότερο Ορθόδοξο. Το τελευταίο συνέβη με τα βιβλία “Περί συνεχούς θείας μεταλήψεως”, “Πνευματικά γυμνάσματα” και “Αόρατος πόλεμος”.

 

Κάποιες ενστάσεις

Για τα δύο τελευταία έχει γίνει κάποιος θόρυβος, ότι τάχα εισάγουν τη ρωμαιοκαθολική ευσέβεια στη χώρα μας. Όμως, αφενός μεν ο άγιος Νικόδημος δεν τα μετέφρασε ο ίδιος αλλά τα παρέλαβε σε χειρόγραφες μεταφράσεις χωρίς να γνωρίζει τον συγγραφέα τους1 και ανέλαβε να τα επιμεληθεί και ορθοδοξοποιήσει, αυξάνοντας κατά πολύ τον όγκο τους. Αφετέρου δε, ήταν κι αυτός τέκνο της εποχής του και, αν υπάρχει κάποια ευσεβιστική χροιά, αυτή αντανακλά την τότε περιρρέουσα ατμόσφαιρα.

Τελευταία κατηγορήθηκε με έμφαση κυρίως για το “Πηδάλιον”, αλλά και για το “Εξομολογητάριον”. Όμως το υλικό που παραθέτει δεν είναι δικό του αλλά των αγίων Πατέρων. Αυτός απλώς το κωδικοποίησε και το υπομνημάτισε. Κι αν κάπου έχει κάποιες απόψεις που μπορεί να χαρακτηριστούν νομικίστικες, αυτές αφενός μεν μαρτυρούν ελαφρά επιρροή των αντιλήψεων της εποχής του, όπως προαναφέραμε, αφετέρου δε είναι σταγόνα μπροστά στον ωκεανό του έργου του. Κι είναι πολύ άδικο να μιλά κανείς για «τον Θεό του Αυγουστίνου, του Άνσελμου και του Νικοδήμου, τον τρομοκράτη Θεό των σαδιστικών απαιτήσεων δικαιοσύνης»”2, τη στιγμή που στα πολλά έργα του φαίνεται η συμπαθούσα καρδιά του και παρουσιάζεται ο Θεός ως ελεήμων και εύσπλαγχνος. Αν δε δει κανείς μόνο τον κατάλογο των πατερικών και αγιολογικών κειμένων που εξέδωσε, υπομνημάτισε και μετέφρασε ο Άγιος, θα συνειδητοποιήσει πως πρόκειται για τον ανθό της ασκητικής και νηπτικής γραμματείας της Εκκλησίας μας, τα οποία κάθε άλλο παρά ένα θεό τιμωρό, σαν του Ανσέλμου, παρουσιάζουν. Κι αυτή η συνειδητή επιλογή τους μας υποψιάζει λίγο για τα βάθη της καρδιάς και τις πεποιθήσεις του Αγίου. Το ίδιο μαρτυρούν κι οι Ακολουθίες του.

 

Η πνευματική κληρονομιά του

Η Φιλοκαλία, που μεταφράστηκε ταχύτατα από τον άγιο Παΐσιο Βελιτσκόφσκι και διαδόθηκε σε λίγα χρόνια στη Μολδαβία και στη Ρωσία, άλλαξε άρδην την πνευματική ζωή μοναστηριών, ασκητών και λαϊκών. Πυροδότησε την εμφάνιση μεγάλων στάρετς που πολέμησαν την εκκοσμίκευση ι. μονών και σκητών και τις έκαναν κέντρα ασκητισμού και πνευματικότητας όπου καθημερινά προσέτρεχαν πλήθη πιστών για πνευματική καθοδήγηση. Τη μεγαλύτερη ακμή παρουσίασε η μονή της Όπτινα κι έναν από τους στάρετς αυτής της μονής σκιαγραφεί ο Ντοστογιέφσκι στο πρόσωπο του Ζωσιμά των “Αδελφών Καραμαζώφ”. Όπως φαίνεται από τις σημειώσεις του, ο ρώσος συγγραφέας είχε μελετήσει αρκετή νηπτική γραμματεία (ιδιαίτερα τον αββά Ισαάκ τον Σύρο). Η καλλιέργεια του ρωσικού λαού δια των στάρετς, της Φιλοκαλίας και των λοιπών πνευματικών συγγραμμάτων, τον βοήθησε να βιώσει βαθύτερα την Ορθόδοξη παράδοσή του και ν’ αντέξει τη λαίλαπα του “υπαρκτού σοσιαλισμού” και τις δεκαετίες διωγμών που ακολούθησαν. Κάποιοι στάρετς, που ζούσαν στις πόλεις άγνωστοι για τους πολλούς, βοήθησαν τους απλούς πιστούς ν’ ανταπεξέλθουν τις δοκιμασίες και μεταλαμπάδευσαν το πνεύμα της Φιλοκαλίας μέχρι σήμερα που μια νέα άνθιση Ορθόδοξης πνευματικότητας και μοναχισμού παρουσιάζεται στη Ρωσία.

Στην Ελλάδα η διδασκαλία του αγίου Νικοδήμου ζωογόνησε τον λαό με τα καθάρια νάματα της Παραδόσεώς μας, τον ενίσχυσε ν’ αντέξει το υπόλοιπο της Τουρκοκρατίας, όχι μόνο να μη χάσει την πίστη του αλλά και να τη ζήσει βαθύτερα. Του έδωσε και τη δύναμη να μη λυγίσει από τη λαίλαπα της βαυαροκρατίας που έκλεισε τα 4/5 των μοναστηριών του νεοσύστατου κράτους, όριζε κατά βούλησιν τα μέλη της Ι. Συνόδου, την ανάγκασε να συστήσει στους κάτω των 40 ετών μοναχούς και μοναχές των καταργημένων μοναστηριών να παντρευτούν, πούλησε τα ιερά κειμήλιά τους στα παζάρια, κατεδάφισε 70 ι. ναούς στην Αθήνα και προσπάθησε να εισαγάγει αλλότρια ήθη.

Οι περισσότεροι “κολλυβάδες”, μετά τον διωγμό τους από το Άγιο Όρος, διασκορπίστηκαν στα νησιά του Αιγαίου. Εκεί ίδρυσαν μοναστήρια που λειτουργούσαν κατά το αγιορείτικο τυπικό, με έμφαση στη λατρευτική ζωή, στην ευχή του Ιησού και στη συχνή θεία μετάληψη, και έθεσαν τη σφραγίδα τους στις τοπικές κοινωνίες. Στο Άγιο Όρος αυτές οι τάσεις συνεχίστηκαν περισσότερο στις ασκητικές καλύβες, παρά στα μοναστήρια και στα κελλιά με τις μεγάλες συνοδείες και τις πολλές δραστηριότητες. Επανήλθε όμως το “κολλυβάδικο” πνεύμα και η συχνή θεία μετάληψη στα μοναστήρια, με τη μετατροπή κάποιων απ’ αυτά σε κοινόβια και την έλευση νέων αδελφοτήτων σε άλλα στις δεκαετίες του 1970 και του 1980.

Ένα άλλο φαινόμενο το οποίο ποθούσε και ευχόταν ο άγιος Νικόδημος πραγματοποιήθηκε από τους μαθητές του στα προεπαναστατικά και στα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια. Εννοώ την αναβίωση του γυναικείου μοναχισμού στα νησιά, με την ίδρυση πολλών μοναστηριών, που οδήγησε στη σημερινή άνθισή του πανελληνίως.

Τα έργα του αγίου Νικοδήμου κυριαρχούν στην εκδοτική παραγωγή των χρόνων 1782-1819, όταν εκδίδονται τα περισσότερα βιβλία του. Όπως σημειώνει ο Φίλιππος Ηλιού, την περίοδο του ύστερου Διαφωτισμού (1801-1820), παρ’ όλο που η κυκλοφορία του κοσμικού βιβλίου είχε αυξηθεί σημαντικότατα σε σχέση με το παρελθόν, το 41% των ελληνικών εκδόσεων είναι θρησκευτικές3 (αν όμως υπολογίσει κανείς τον αριθμό των αντιτύπων κάθε βιβλίου, ξεπερνούν σημαντικά το μισό των τυπωμένων σωμάτων). Μέσα σ’ αυτές κυριαρχούν τα νικοδημικά βιβλία. Την ίδια περίοδο στο Άγιο Όρος, στην Πελοπόννησο και στα νησιά η συντριπτική πλειοψηφία των συνδρομητών των εκδιδομένων βιβλίων παραγγέλνει έργα του αγίου Νικοδήμου, όπως προσθέτει ο Ηλιού4. Αν εξαιρέσουμε τον Άθω, οι άλλες δύο περιοχές θ’ αποτελέσουν τα 2/3 του νεοσύστατου κράτους. Μάλλον δεν είναι τυχαίο ότι οι κάτοικοί τους, με την απελευθέρωση και εν όψει των δοκιμασιών που προανέφερα, θα είναι μπολιασμένοι στην Ορθοδοξία από τα νικοδημικά έργα. Ο Παπαδιαμάντης και ο Μωραϊτίδης, ο μείζων και ένας από τους σημαντικότερους πεζογράφους του 19ου αιώνα, είχαν πολλούς συγγενείς ηγουμένους και μοναχούς, μυήθηκαν απ’ αυτούς στην Ορθόδοξη πνευματικότητα, την παρουσίασαν σαρκωμένη στη ζωή και στα κείμενά τους και ποδηγετούν ακόμα τους Έλληνες (ας θυμηθούμε τη ρήση του Ελύτη: “Όταν βρίσκεστε σε δύσκολες στιγμές, αδελφοί, μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό, μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.”).

Έτσι, τα νάματα του αγίου Νικοδήμου μάς αρδεύουν μέχρι σήμερα. Η “πνευματική” ηγεσία του τόπου όμως θέλει να τον ξεχάσουμε. Τα σχολικά βιβλία, ενώ ασχολούνται με ελάσσονες λογίους του Διαφωτισμού, που ελάχιστα επηρέασαν τους Έλληνες της εποχής τους, αν κρίνουμε από την κυκλοφορία και διάδοση των βιβλίων τους, δεν ξέρω αν αναφέρουν καν τον άγιο Νικόδημο ή τον μέγα απόστολο του Γένους άγιο Κοσμά τον Αιτωλό, που δέσποσαν στις συνειδήσεις των πολλών κατά την προεπαναστατική περίοδο. (Είναι χαρακτηριστικό πως ο Κ. Θ. Δημαράς, εισηγητής αυτής της τάσης στην Ελλάδα, ενώ, από τις 946 σελίδες της “Ιστορίας της νεοελληνικής λογοτεχνίας”, αφιερώνει κοντά στις εκατό στους λογίους του Διαφωτισμού, δίνει μόλις μία και κάτι στον άγιο Κοσμά και τρεισήμισι στον Παπαδιαμάντη, προσπαθώντας εμφανώς ν’ απαξιώσει το έργο του με όσα γράφει γι’ αυτόν. Τον δε άγιο Νικόδημο, τον συγγραφέα με τις μεγαλύτερες κυκλοφορίες κατά την περίοδο 1782-1845, ούτε που τον μνημονεύει!)

Τον Παπαδιαμάντη τον επανέφεραν δυναμικά στο προσκήνιο οι ομότεχνοί του, και σήμερα θεωρείται ο μέγιστος των πεζογράφων μας, κάτι που ο Νίκος Τριανταφυλλόπουλος αποκάλεσε “νίκη των ποιητών”. Θα έλεγα, και νίκη του αγίου Νικοδήμου, από το πνευματικό περιβάλλον του οποίου ξεπήδησε ο κυρ Αλέξανδρος.

 

Σημειώσεις:

1. Βλ. Εμμ. Φραγκίσκου, “Αόρατος Πόλεμος” (1796), “Γυμνάσματα Πνευματικά” (1800). Η πατρότητα των “μεταφράσεων” του Νικοδήμου Αγιορείτη, “Ο Ερανιστής”, έτος ΚΕ-ΛΑ, τόμος 19(1993), σ. 104.

2 Χρήστου Γιανναρά, Ορθοδοξία και Δύση στη Νεώτερη Ελλάδα, Αθήνα 1992, σ. 206. Ο Γιανναράς γράφει πως ο άγιος Νικόδημος “επιλέγει, μεταφράζει και εκδίδει, σαν βιβλία “ψυχοφελέστατα” για τους Ορθοδόξους, δυο τυπικά ρωμαιοκαθολικά εγχειρίδια” (ό.π., σ. 199), αγνοώντας, όπως προκύπτει από μελέτες, μεταγενέστερες του βιβλίου του (του Εμμ. Φραγκίσκου, ό.π., αλλά και του Κ. Παπουλίδη, Αγιορειτικά, Άγιον Όρος 1993, σσ. 125-127) ότι ο Άγιος έχει αλλάξει άρδην το περιεχόμενό τους, προσθέτοντας και πολύ νικοδημικό υλικό. Π.χ., τα “Πνευματικά γυμνάσματα” από ένα τευχίδιο των 30 σελίδων, μεταμορφώθηκαν σε τόμο των 650.

3 Φίλιππου Ηλιού, Ελληνική Βιβλιογραφία του 19ου αιώνα. Τόμος 1ος, 1801-1818, Αθήνα 1997, σσ. νϛ-νζ.

4 ό.π., σ. νϛ.

 

 

(Πηγή: Αντίφωνο)

 

Υπαίθριες σκέψεις για την βία, την ασχήμια και την ομορφιά (Σωτήρης Γουνελάς)

Αχνοφαίνεται πέρα μακριά. Ένα κομμάτι βουνοκορφής. Αχνό μέσα απ’ τη ζέστη που ανεβαίνει κι απλώνεται αργά αργά μαζί με το φως της μέρας, τους ήχους από τα τζιτζίκια και ότι άλλο σκιρτά στην ύπαιθρο.

Κοιτάζεις από ένα ψηλό σημείο. Είσαι σε σπίτι εξοχής, σε ύψωμα, κι αγναντεύεις πέρα τη βουνοκορφή. Αχνοφαίνεται κι όμως ελκύει. Μπορεί να θυμίζει κάτι άλλο, μια ανεπαίσθητη μορφή, μια εικόνα που έρχεται από το παρελθόν, άσβηστη, χαμένη ποιος ξέρει σε ποιο άβρετο βάθος που κάτι υπονοεί, κάτι υποβάλλει.

Και ο όγκος; Δεν σημαίνει κάτι, δεν φανερώνει; Διακρίνεις από μακριά δέντρα και βλάστηση. Όλα αχνά, σαν πίνακας ακουαρέλας, νεροχρώματα. Από πάνω απλωμένος ουρανός, αυτό το γαλάζιο, κάπως θαμπό, σίγουρα λόγω υδρατμών ζέστης που κόρωσε αυτές τις μέρες.

Άραγε ποιος λόγος σ’ έκανε να σταματήσεις σ’ αυτό το σημείο του βουνού; Ένα τοπίο ανοιχτό, όπου το βλέμμα περιφέρεται ελεύθερο, ζητάει κάτι να βρει, σίγουρα όμορφο, διάφανο, απλό αν όχι αδρό. Γραμμές, σχήματα, όγκοι, φύλλα, φυλλωσιές, κλαδιά, κορμοί μισοκαμένοι από την σχετικά πρόσφατη πυρκαγιά, ξερά χόρτα που τα χρυσίζει ο ήλιος, κυπαρίσσια καταπράσινα υψωμένα λίγο πιο ’κει που γλύτωσαν το κάψιμο, το μικρό νεκροταφείο του χωριού που πας να το πεις κοιμητήριο –αυτό είναι το σωστό, αλλά προϋποθέτει πίστη στην Ανάσταση–, πουλιά εξαφανισμένα –δεν ακούστηκε λαλιά–, το τσιτσίρισμα των τζιτζικιών, θάμνοι ξεραμένοι αλλά και άλλοι ολοζώντανοι και βέβαια ένας ολόκληρος μικρόκοσμος, εκατοντάδες λιλιπούτια πλάσματα αφανή, που αυλακώνουν το χώμα κρυμμένα.

Τώρα κοιτάζω φοίνικες. Δεν έχουν «ανδρωθεί» ακόμη, μοιάζουν παιδικοί. Είναι φουντωτοί, πράσινοι, τα μυτερά τους φύλλα σαν σπαθιά, περιβάλλουν το σπίτι, ακοίμητοι φρουροί ανήλικες, αντικρίζουν μικρές πεταλούδες που φάνηκαν μια στιγμή και χάθηκαν. Τις στροβιλίζει κι αυτές η αύρα και πετούν ανάμεσα στις πρασινάδες, ψάχνουν να βρουν κανένα λουλούδι να χαρούν την ευωδιά του ή να χαϊδευτούν στα πέταλά του.

Υπάρχει απουσία τρυφερότητας.

Έχουν παντού προωθήσει τη βία.

Δεν είναι μόνο στους πολέμους και στις εμφύλιες συρράξεις που κατακλύζουν την Αφρική (Ρωσία και Ουκρανία, εξάλλου, τι είναι;). Αυτά είναι η εκδήλωση της βίας, αλλά η βία προϋπάρχει, ένα «θηρίο» κατοικεί τον άνθρωπο σαν ένας συνδυασμός άγριου θυμικού που ξεσπά αγκαλιά με μια πατικωμένη επιθυμία, υποθέτω καταπιεσμένη, που εκρήγνυται και τα βάφει όλα κόκκινα.

Με τις ταινίες που προβάλλονται εξοικειώνονται οι θεατές με το έγκλημα, τη βία, το αίμα (και το σεξ). Έχει καθιερωθεί ως συνδυασμός τους, έχουν ολότελα αφαιρέσει τη Φύση (Κτίση) και την Ομορφιά και προωθούν όλα τα άλλα. Σκηνοθετική ικανότητα, επίδοση στη φωτογραφία, καλή ηθοποιία συνδυάζονται και επινοούν ταινίες όπου προβάλλεται άλλοτε κρυμμένη άλλοτε ολοφάνερη η εγκληματική πράξη. Τα πτώματα των δολοφονημένων ξαπλωμένα πάνω στα τραπέζια του νεκροτομείου συνοδεύονται από μουσικές που συχνά σε θέλγουν. Η όλη κατάσταση τυλίγεται σε ωραίο περιτύλιγμα και σερβίρεται. Μήπως όμως είναι ένας τρόπος να πεις ότι «κοιτάξτε, αυτό είναι η ζωή»;

Δημιουργείται έτσι μια ανταλλαγή: από τη μια η εικονική πραγματικότητα, από την άλλη η πραγματικότητα του κόσμου, κάποια στιγμή αυτά τα δύο γίνονται ένα. Όμως η εικονική υπερτερεί.

Συγκρίνουν πολύ τη βία στη φύση με εκείνη των ανθρώπων. Αυτό μπορεί να γίνει από τότε που εξομοίωσαν τον άνθρωπο με το ζωικό και φυτικό βασίλειο. Όσο ο άνθρωπος διέφερε ριζικά, όσο ήταν αυτό που η παράδοση έλεγε «εικόνα Θεού» δεν γινόταν αυτό. Όχι ότι δεν υπήρχε βία μέσα σε αυτά τα πλαίσια, αλλά την ερμήνευαν ως ένα συνδυασμό δαιμονικού στοιχείου και ανθρώπινης ξεστρατισμένης βούλησης.

Υπήρχε τότε η δυνατότητα της μεταστροφής, υπήρχε η ελπίδα ότι η πορεία του ανθρώπου δεν είναι ένας κλειστός ορίζοντας, ώσπου ο άνθρωπος να βυθιστεί στη λάσπη (πνευματική ή ηθική). Μπορούσε να ξανασηκωθεί, μπορούσε να αντικρίσει Φως, μπορούσε να αλλάξει.

Σήμερα που εξατμίστηκε η «εικόνα» τι γίνεται; Πώς θα σταματήσει το μέσα «θηρίο»; Από που θα αντλήσει ο βουτηγμένος στη λάσπη άνθρωπος τη δυνατότητα εξόδου από το αδιέξοδο; Θα βρει το κουράγιο να αγωνιστεί μέσα του και να επιβάλλει κάθαρση με την αρχαία ή τη χριστιανική σημασία;

Ο Σταύρος Ξαρχάκος (ναι, ο συνθέτης) είχε γράψει ένα συγκλονιστικό για την αλήθεια του κείμενο που το βρίσκω άκρως επίκαιρο. Μεταξύ άλλων έλεγε:

«Μια κουλτούρα κοινωνικής επιθετικότητας και αγριότητας που επιβάλλει τον εγωκεντρικό ατομικισμό ως ύψιστη πολιτιστική αξία. Αυτή που λειτουργεί στα πλαίσια της εθνικής, της ηπειρωτικής και της διεθνικής μας καθημερινότητας ως επιθετικό ιδεώδες για να μετασχηματίζεται κάθε τόσο σε πολεμικό γεγονός για την εξυπηρέτηση μεγάλων συμφερόντων αφενός και την επιβολή υπερ-εξουσιαστικότητας, αφετέρου. Ακριβώς αυτό συμβαίνει τώρα με την αμερικανική υπερδύναμη, η οποία το 1945 επέβαλε την έναρξη της ατομικής εποχής και της ενδεχόμενης ανά πάσα στιγμή πυρηνικής καταστροφής (μερικής ή γενικής). Ακολούθησαν χρόνια πυρηνικού ανταγωνισμού –Ψυχρού Πολέμου– των δύο τότε κόσμων με επικίνδυνες κορυφώσεις που οδήγησαν στο χείλος της πυρηνικής καταστροφής, αλλά και με συνεχείς πολεμικές τοπικές συγκρούσεις που αύξησαν τη φρίκη στον κόσμο μας, αφού η πολεμικότητα είχε αναχθεί σε ιδεώδες ενός πολιτισμού πολέμων, για την επιβολή –και από τις δυο πλευρές– γεωστρατηγικών, γεωπολιτικών και γεωοικονομικών συμφερόντων. Ώσπου ο ανατολικός πόλος κατέρρευσε για να διαμορφωθεί από το 1989-1990 ο τρομερός μονοπολικός κόσμος της διαβολικής-αγγελικής αμερικανικής πλανηταρχικής υπερδύναμης, η οποία θεώρησε από εκεί και πέρα ότι είναι εξουσιοδοτημένη ηθικά να ‘σώσει’ χώρες, λαούς, ανθρωπότητα…» (Ελευθεροτυπία, «Η επικίνδυνη κουλτούρα του ναρκισσισμού» 12-13 Απριλίου 2003).

Χρειάζεται να πω εδώ ότι αυτά τα πράγματα τα γνωρίζουν οι παλαιότεροι (οι άνω των 60), τα γνωρίζουν και τα καταλαβαίνουν, αλλά αυτοί που τα γράφουν είναι λίγοι. Στο άρθρο αυτό ο συγγραφέας του συνοψίζει μια πραγματικότητα που αφορά τον πλανήτη ολόκληρο και που στις μέρες μας, μετά την εκλογή του νέου αμερικανού προέδρου παρουσιάζεται ανάγλυφη και επαναλαμβανόμενη, παρά τις περί ειρήνης υποσχέσεις του νεοεκλεγέντος (πίσω από κάθε προωθούμενη ειρηνική διευθέτηση κραδαίνεται και μια απειλή…). Η αλλαγή από τότε μέχρι σήμερα είναι ότι η Ρωσία ανεβαίνει στο προσκήνιο και μάλιστα ενισχυμένη από την συμμαχία της με την Κίνα (στην αγκαλιά της οποίας την έστειλε η αμετροεπής πολιτική των ΗΠΑ).

Ο Ξαρχάκος καταγγέλλει πιο κάτω και κάτι άλλο:

«…τον πολιτισμό της προσδοκίας για ένα καλύτερο κόσμο δεν τον επεδίωξε ούτε ως αντίληψη ούτε ως τρόπο πολιτικής ευθύνης […] Ο στόχος των ΗΠΑ ήταν να καλύψουν την αγριότητα του δικού τους πολιτισμού, ενός άγριου ναρκισσισμού, όπως έγραψε το 1978 στο ομότιτλο βιβλίο του ο Αμερικανός στοχαστής και αναλυτής του πολιτισμού Christopher Lasch, ο οποίος δημιούργησε βαθιά αίσθηση επικρίνοντας «τον ψευδεπίγραφο πολιτισμό της εγωϊστικότητας και της ηδονιστικότητας που κυριάρχησε στην Αμερική τη δεκαετία του ’70».

Όσοι εδώ και χρόνια ασκήσαμε ριζική κριτική στον Δυτικό πολιτισμό δεν καταφέραμε να πείσουμε τους πολίτες αυτής της παράξενης χώρας (για την Ελλάδα μιλάω) ότι ο λαός της έχει αρχαίες αν όχι αρχέγονες καταβολές (Αρχαία Ελλάδα και Βυζάντιο) που τα νοήματα και οι σημασίες που εκπέμπουν βρίσκονται στους αντίποδες των «προτάσεων» του νεώτερου δυτικοευρωπαϊκού πολιτισμού. Δεν θα πρέπει να ρωτηθούμε σήμερα για κάποια ζητήματα που δεν αναρωτιόμαστε ποτέ; Όπως:

Πούθε άντλησαν οι δυτικοί την Αναγέννησή τους; Δεν την άντλησαν από την αρχαία φιλοσοφία, παιδεία, τέχνη και πολιτική; Σε ποιο βαθμό αυτά που έλαβαν τα παραμόρφωσαν; Την χριστιανική τους παράδοση που την βρήκαν; Τους πρώτους αιώνες η χριστιανοσύνη δεν ήταν ενωμένη; Γιατί διασπάστηκε και εν τέλει κόπηκε σε πολλά κομμάτια; Από πού κι ως πού άνθρωποι άγευστοι αγιοπνευματικής παράδοσης, Εκκλησίας και Θεολογίας θα μας πουν σε μακροσκελείς αναλύσεις τι είναι Εκκλησία και χριστιανισμός αλλά ακόμη και τι είναι θρησκεία; Από πού κι ως πού ένας Φρόυντ άσχετος ακόμη και με την ιουδαϊκή παράδοση θα μας εξαγγείλει ότι η θρησκεία είναι απάτη; Μια θεολογία που δεν είναι άλλο από εννοιολόγηση, όπως αναπτύχθηκε στο δυτικό χριστιανισμό, τι σχέση μπορεί να έχει με την αποκαλυπτική-εκκλησιαστική θεολογία; Η λογοκρατία μέχρι πότε θα κυριαρχεί ως μοναδικός πάροχος αλήθειας σ’ έναν κόσμο που έχει κοπεί χίλια κομμάτια;

Η ανικανότητα λογικών λύσεων φαίνεται σε όλο της το μέγεθος στη Μέση Ανατολή:

«Το αφήνω στους ιστορικούς να κρίνουν αν το Ισραήλ διαπράττει γενοκτονία στη Γάζα. Αυτό που είναι ξεκάθαρο για μένα είναι ότι η ισραηλινή κυβέρνηση διαπράττει αυτοκτονία, ανθρωποκτονία και αδελφοκτονία στη Γάζα».

Αυτά είναι λόγια του Τόμας Φρήντμαν ενός από τους πιο «διακεκριμένους αρθρογράφους στον κόσμο» και δημοσιεύτηκαν στους Τάιμς Νέας Υόρκης (μεταφέρθηκαν από τον Νότη Παπαδόπουλο στην Καθημερινή της 31ης Αυγούστου 2025 σε άρθρο με τίτλο «Γεωπολιτική αυτοκτονία στη Μέση Ανατολή»).

Για να βλέπεις τι συμβαίνει στον κόσμο, για να κατανοείς και για να κρίνεις χρειάζεται κριτήριο που δεν μπορεί να περιορίζεται σε μια διανοητική ανάλυση και διπλωματική γλώσσα. Γιατί ο άνθρωπος δεν είναι μονάχα λόγος είναι και θυμικό, είναι και επιθυμία, είναι και πάθος, είναι και μάνητα που σε τέτοιες περιπτώσεις ξεπερνάει κάθε όριο. Μα το σημαντικότερο είναι η αίσθηση και συναίσθηση που έχω για τον άλλο άνθρωπο. Υπάρχει για μένα; Συν-υπάρχει;

Ερώτημα; Αυτή τη στιγμή με όλα τα φριχτά που συμβαίνουν στον κόσμο θεωρούμε ότι οι λαοί συν-υπάρχουν και επιμελούνται την αγαστή συνεργασία και συμπάθεια ή απλούστατα προωθούνται ανελέητοι ανταγωνισμοί και αντιπαλότητες συχνά μάλιστα ερήμην των λαών;

Ο κόσμος βρίσκεται στα πρόθυρα πρωτόγνωρης παγκόσμιας σύρραξης. Εάν δεν πιστέψει ο άνθρωπος ότι δεν είναι αυτός ο κυρίαρχος και ότι δεν μπορεί να κάνει ό,τι θέλει στον πλανήτη, σωτηρία δεν θα παρουσιαστεί. Ο άνθρωπος πρέπει να εγκαταλείψει την εξωστρέφεια από την οποία τρέφεται αιώνες και να στραφεί στο μέσα. Να αντιμετωπίσει τον εαυτό του, που έχει ξεχάσει ποιος είναι αληθινά και από πούθε έρχεται.

Εκεί μέσα παίζεται όλο το παιχνίδι της βίας και της μη βίας, της ειρήνης και της αμάχης, της μάνητας και της ησυχίας, αυτής της πνευματικής ησυχίας για την οποία μιλούν οι Ησυχαστές.

Κάποτε αυτή η πνευματική ησυχία και ειρήνη συνδυαζόταν με τη φυσική ησυχία. Σήμερα ο πολιτισμός των πόλεων την τίναξε στον αέρα, δεν τη βρίσκεις παρά μονάχα αν φύγεις εκτός πόλης. Μα και εκεί δύσκολα τα πράγματα. Ο θόρυβος θεωρείται πρόοδος και εξέλιξη! Μα πώς θα ακούσω τον μέσα εαυτό όταν κυριαρχεί παντού το βουητό του κόσμου; Υπάρχει ένα κήρυγμα του Κίρκεγκωρ που αναφέρεται στην ευαγγελική παραβολή των «κρίνων του αγρού». Ο Κίρκεγκωρ σχολιάζει συστήνοντας να γίνουμε μαθητές των λουλουδιών. Γιατί έτσι θα μάθουμε τη σιωπή και την υπακοή. Αυτά τα δύο θα μας πάνε πιο πέρα ή πιο μέσα. Θα διακόψουμε τη φλυαρία μας, το ασίγαστο κουβεντολόϊ μας, και θα αφουγκραστούμε σε βάθος τι λέει Εκείνος, ο Πρώτος, ο Αρχικός Δημιουργός και ο Λόγος του (Υιός). Να γιατί έχει τόση σημασία η σιωπή και η ησυχία. Και έτσι σιγά σιγά μπορεί να ανοιχτεί ο άνθρωπος σε εκείνο το ξεχασμένο κήρυγμα για την ουράνια βασιλεία.

*

Ξαναγυρίζω στο ύπαιθρο. Κατεβαίνω από το βουνό με το αυτοκίνητο και αντικρίζω τη θάλασσα. Είναι πρωί και ο ήλιος –φωτοδότης– έχει καταυγάσει ολόκληρη την επιφάνεια. Άσπρη, κάτασπρη θάλασσα, ασημίζει γυαλιστερή. Όπου σαλεύει κύμα, όπου φουσκώνουν νερά, ένας ασημένιος καταρράχτης σείεται πάνω στην απλωμένη πέτσα. Δημιουργείται ένας φωτεινός κόσμος, κάτι σαν τεράστιο σκηνικό Κτίσης, ο νους σε πάει στην αρχή της Δημιουργίας, όπου το Πνεύμα «επεφέρετο επάνω του ύδατος». Ένας κρυστάλλινος κόσμος. Κρύβεσαι κάπου μέσα σου για να θαυμάσεις χωρίς να σε βλέπουν. Έχει λησμονηθεί το πλατωνικό «θαυμάζειν». Από το πρωί ως το βράδυ εξηγούν. Τίποτε δεν μένει ανεξήγητο. Τέτοια μανία έχει καταλάβει τους ανθρώπους που σαν δεν υπάρχει εξήγηση για κάτι, μένουν άλαλοι, βουβοί, μισοπεθαμένοι. Μα τότε, σε αυτή την υποτιθέμενη σιγή, στη μετεώριση, μπορεί να ξαναπιάσουμε τον μίτο. Σαν τον μάγο στις Χίλιες και μία νύχτες, που ξεγέλασε την πριγκίπισσα και πήρε το θαυματουργό λυχνάρι του Αλαδίνου. Ένα τέτοιο λυχνάρι είναι ο μίτος.

Και μαζί να συναντηθούμε με την oμορφιά. Η oμορφιά δεν είναι αισθητική παρουσία ούτε αξία. Είναι νεύμα Θεού. Είναι κάτι λογικά απροσδιόριστο που τινάζει στον αέρα τις επικρατούσες κρίσεις και απόψεις, τα ελαφρά τραγούδια, τους θυμούς της ποπ και ραπ μουσικής, την αποχαλίνωση των αισθήσεων. Η oμορφιά που είπε ο Ντοστογιέφσκι ότι θα σώσει τον κόσμο συντροφεύεται, συνοδεύεται και θάλλει, μαζί με την αγάπη, τη δικαιοσύνη και την ελευθερία. Στο βάθος των πραγμάτων υπάρχει μια αδιατάρακτη ενότητα άλλης τάξης, και πρέπει να βρεθεί σπρώχνοντας πέρα τα παράσιτα, τα ζιζάνια και τη σαβούρα των κοινωνιών που επάνω στην απρέπεια και τη χυδαιότητα καμώνονται τις ελεύθερες ή μάλλον τις «απελευθερωμένες». Αυτή η «απελευθέρωση» μήπως είναι το βύθισμα στη λάσπη και την ασχήμια;

 

 

 

(Πηγή: neoplanodion.gr)

Η αιδώς και η σεμνότητα στην χριστιανική ζωή (Λάμπρος Κ. Σκόντζος, Θεολόγος – Καθηγητής)

Ορθόδοξη Θεώρηση της Ενδυμασίας και της Γύμνιας

Βρισκόμαστε στην καρδιά του καλοκαιριού, μιας από τις ωραιότερες και πλέον ευχάριστες περιόδους του έτους. Δυστυχώς, όμως, η εποχή αυτή συνοδεύεται συχνά από φαινόμενα που μαρτυρούν τη βαθιά ηθική και πνευματική κρίση της σύγχρονης κοινωνίας. Με πρόσχημα τις υψηλές θερμοκρασίες, πολλοί άνθρωποι εμφανίζονται δημόσια με ενδυμασία που αφήνει εκτεθειμένο το σώμα τους σε βαθμό ασύμβατο με τη χριστιανική αντίληψη περί αιδούς και σεμνότητας. Η δημόσια αυτή έκθεση του σώματος, όταν μάλιστα συνοδεύεται από πρόθεση επίδειξης ή πρόκλησης, δεν αποτελεί απλώς προσωπική επιλογή, αλλά μπορεί να γίνει αφορμή σκανδαλισμού των συνανθρώπων και πρόκλησης πνευματικής βλάβης.

Η Αγία Γραφή και η πατερική παράδοση διδάσκουν ότι ο πιστός καλείται να αποφεύγει όχι μόνο την προσωπική αμαρτία, αλλά και κάθε συμπεριφορά που γίνεται αιτία να παρασυρθούν και άλλοι στην αμαρτία. Ο σκανδαλισμός του αδελφού αποτελεί σοβαρό πνευματικό παράπτωμα, διότι αντιστρατεύεται το πνεύμα της αγάπης και της ευθύνης απέναντι στον πλησίον.

Δυστυχώς, στις ημέρες μας η απομάκρυνση από τον Θεό λαμβάνει ολοένα και μεγαλύτερες διαστάσεις. Η αναίδεια προβάλλεται πλέον ως στοιχείο ελευθερίας και προόδου, ενώ η αιδώς, η σωφροσύνη και η σεμνότητα θεωρούνται από πολλούς ξεπερασμένες αντιλήψεις. Έτσι, άνθρωποι που επιδιώκουν να ζουν σύμφωνα με τις χριστιανικές αρχές χαρακτηρίζονται συχνά ως αναχρονιστικοί ή συντηρητικοί.

Στην αλλοίωση αυτή συμβάλλουν σε μεγάλο βαθμό τα σύγχρονα μέσα επικοινωνίας και ψυχαγωγίας. Η τηλεόραση, ο κινηματογράφος, το διαδίκτυο, η διαφήμιση και γενικότερα η βιομηχανία του θεάματος προβάλλουν συστηματικά πρότυπα ζωής που εξιδανικεύουν τη σωματική επίδειξη και υποβαθμίζουν την αξία της σεμνότητας. Πρόσωπα με μεγάλη δημοσιότητα προβάλλονται ως πρότυπα, επηρεάζοντας ιδιαίτερα τους νέους, οι οποίοι συχνά υιοθετούν άκριτα τις συμπεριφορές και τις ενδυματολογικές επιλογές τους.

Η κατάσταση αυτή δεν αποτελεί απλώς κοινωνικό φαινόμενο· έχει βαθύτατες πνευματικές διαστάσεις. Όταν η εξωτερική εμφάνιση ανάγεται σε υπέρτατη αξία και το ανθρώπινο σώμα αντιμετωπίζεται ως αντικείμενο επίδειξης, υποβαθμίζεται η ιερότητα του ανθρώπινου προσώπου, το οποίο, σύμφωνα με τη χριστιανική διδασκαλία, είναι εικόνα Θεού και προορίζεται να γίνει ναός του Αγίου Πνεύματος.

 

Η αιδώς στην αρχαιοελληνική σκέψη

Η αιδώς υπήρξε διαχρονικά θεμελιώδης αρετή της ανθρώπινης κοινωνίας, ενώ η αναίδεια θεωρήθηκε πάντοτε γνώρισμα ηθικής παρακμής. Δεν είναι μόνο η χριστιανική παράδοση που προβάλλει τη σεμνότητα ως αξία· και η αρχαιοελληνική σοφία αναγνώρισε ότι η αιδώς αποτελεί αναγκαίο θεμέλιο του πολιτισμένου βίου.

Οι μεγάλοι Έλληνες φιλόσοφοι και συγγραφείς αντιμετώπισαν με αυστηρότητα κάθε μορφή αναισχυντίας και ηθικής εκτροπής. Ο Αριστοτέλης παρατηρεί χαρακτηριστικά ότι «το χρώμα της ντροπής είναι το ωραιότερο», αναδεικνύοντας την αιδώ ως γνώρισμα εσωτερικής ευγένειας και ηθικής καλλιέργειας.

Ο Μένανδρος χαρακτηρίζει τη ντροπή «κάστρο της ομορφιάς», επισημαίνοντας ακόμη ότι «η αιδώς στολίζει την ομορφιά, όπως η δρόσος τη φύση», ενώ αλλού τονίζει πως εκείνος που δεν αναγνωρίζει τίποτε ως ιερό ή όσιο έχει φθάσει στο έσχατο σημείο της αναίδειας.

Ο Πλάτων θεωρεί πραγματικά χαμένο εκείνον που έχει αποβάλει κάθε αίσθημα ντροπής, ενώ ο Ευριπίδης χαρακτηρίζει την αναίδεια ως ένα από τα μεγαλύτερα ελαττώματα του ανθρώπου.

Ιδιαίτερα εύγλωττη είναι και η παρατήρηση του Ηροδότου: «ἅμα δὲ κιθῶνι ἐκ δυο μένῳ συνεκδύεται καὶ τὴν αἰδῶ γυνή» (Ἱστορίαι Α΄ 8), δηλαδή όταν η γυναίκα αποβάλλει τον χιτώνα της, αποβάλλει μαζί και την αιδώ της. Ανεξάρτητα από τις κοινωνικές συνθήκες της εποχής κατά την οποία διατυπώθηκε η φράση αυτή, αποτυπώνει την πεποίθηση των αρχαίων ότι η ενδυμασία συνδέεται άμεσα με την αίσθηση της σεμνότητας.

Παρόμοια είναι και η προτροπή του Ισοκράτη: «Όσα είναι αισχρό να πράττει κανείς, είναι αισχρό και να τα λέγει». Η ηθική εκτροπή αρχίζει από τον λόγο και τις σκέψεις και καταλήγει αναπόφευκτα στις πράξεις. Η ανθρώπινη συμπεριφορά αποτελεί ενιαία πραγματικότητα, στην οποία ο εσωτερικός κόσμος εκδηλώνεται και εξωτερικά.

 

Η βιβλική θεώρηση της αιδούς

Για τη χριστιανική πίστη, η αιδώς δεν αποτελεί απλώς κοινωνική σύμβαση ούτε προϊόν συγκεκριμένης εποχής. Είναι πνευματική αρετή, άρρηκτα συνδεδεμένη με τη σωφροσύνη, την ταπείνωση και τον σεβασμό προς το ανθρώπινο πρόσωπο.

Αντίθετα, η αναίδεια και η αναισχυντία δεν βλάπτουν μόνο εκείνον που τις εκδηλώνει, αλλά συχνά γίνονται αιτία σκανδαλισμού και πνευματικής βλάβης των άλλων. Γι’ αυτό και η Εκκλησία αντιμετωπίζει το ζήτημα όχι αποκλειστικά ως προσωπική επιλογή, αλλά και ως θέμα ευθύνης απέναντι στον πλησίον.

Η πρώτη αναφορά στη γύμνια ως συνέπεια της πτώσεως βρίσκεται στο τρίτο κεφάλαιο της Γενέσεως. Πριν από την παρακοή, οι πρωτόπλαστοι ζούσαν μέσα στην κοινωνία της θείας χάριτος χωρίς να αισθάνονται ντροπή. Μετά την αμαρτία, όμως, η πνευματική τους κατάσταση μεταβλήθηκε ριζικά. Τότε «διηνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοὶ τῶν δύο, καὶ ἔγνωσαν ὅτι γυμνοὶ ἦσαν, καὶ ἔρραψαν φύλλα συκῆς καὶ ἐποίησαν ἑαυτοῖς περιζώματα» (Γεν. 3, 7).

Η επίγνωση της γυμνότητάς τους δεν αποτελεί απλή βιολογική διαπίστωση· φανερώνει τη συνείδηση της απώλειας της θείας χάριτος και την εμπειρία της πνευματικής απογυμνώσεως.

Γι’ αυτό και στη συνέχεια ο ίδιος ο Θεός κατασκευάζει για τους πρωτοπλάστους δερμάτινους χιτώνες: «Καὶ ἐποίησε Κύριος ὁ Θεὸς τῷ Ἀδὰμ καὶ τῇ γυναικὶ αὐτοῦ χιτῶνας δερματίνους καὶ ἐνέδυσεν αὐτούς» (Γεν. 3, 21).

Οι Άγιοι Πατέρες ερμηνεύουν ποικιλοτρόπως το χωρίο αυτό. Πέρα από τον συμβολισμό της φθοράς και της θνητότητας, η ενδυμασία υπενθυμίζει και την ανάγκη της σεμνότητας μετά την πτώση του ανθρώπου. Όπως χαρακτηριστικά ερμηνεύει ο ιερός Χρυσόστομος, ο Θεός έντυσε τον άνθρωπο «πρὸς τὸ μὴ γυμνοὺς εἶναι καὶ ἐνασχημονεῖν» (PG 53,149), δηλαδή ώστε να αποφεύγεται η ασχημοσύνη της γυμνότητας και να διαφυλάσσεται η ευπρέπεια του ανθρώπινου προσώπου.

 

Η διδασκαλία του Κυρίου και του Αποστόλου Παύλου

Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός ανέδειξε με ιδιαίτερη έμφαση την καθαρότητα της καρδιάς ως θεμέλιο της πνευματικής ζωής. Η αμαρτία, κατά τη διδασκαλία Του, δεν αρχίζει μόνο από την εξωτερική πράξη, αλλά από τον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου. Γι’ αυτό και στην Επί του Όρους Ομιλία διδάσκει ότι ακόμη και η εμπαθής επιθυμία αποτελεί ήδη πνευματική πτώση: «Πᾶς ὁ βλέπων γυναῖκα πρὸς τὸ ἐπιθυμῆσαι αὐτὴν ἤδη ἐμοίχευσεν αὐτὴν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ» (Ματθ. 5, 28).

Στη συνέχεια, με τον γνωστό υπερβολικό λόγο που χρησιμοποιεί για να καταδείξει τη σοβαρότητα του σκανδαλισμού, προτρέπει τον άνθρωπο να απομακρύνει από τη ζωή του κάθε αιτία που τον οδηγεί στην αμαρτία: «Εἰδὲ ὁ ὀφθαλμός σου ὁ δεξιὸς σκανδαλίζει σε, ἔξελε αὐτόν… καὶ εἰ ἡ δεξιά σου χεὶρ σκανδαλίζει σε, ἔκκοψον αὐτήν…» (Ματθ. 5, 29-30).

Η διδασκαλία αυτή δεν στρέφεται εναντίον του σώματος, το οποίο αποτελεί δημιούργημα του Θεού, αλλά εναντίον της εμπαθούς χρήσεώς του. Το ανθρώπινο σώμα είναι προορισμένο να γίνει όργανο αγιασμού και όχι μέσο καλλιέργειας των παθών ή πρόκλησης σκανδαλισμού.

Την ίδια θεολογία αναπτύσσει και ο απόστολος Παύλος. Υπενθυμίζει στους πιστούς ότι το σώμα τους είναι «ναὸς τοῦ ἐν ὑμῖν Ἁγίου Πνεύματος» (Α΄ Κορ. 6, 19) και, επομένως, οφείλουν να το διαφυλάσσουν με σεβασμό και αγιότητα. Δεν ανήκει αποκλειστικά στον άνθρωπο, αλλά αποτελεί δώρο του Θεού και προορίζεται για τη δόξα Του.

Γι’ αυτό και ο Απόστολος τονίζει με αυστηρότητα ότι όσοι επιμένουν αμετανόητα σε βίο αντίθετο προς το θέλημα του Θεού «βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσι» (Α΄ Κορ. 6, 9-10). Παράλληλα υπογραμμίζει ότι «τὸ δὲ σῶμα οὐ τῇ πορνείᾳ, ἀλλὰ τῷ Κυρίῳ, καὶ ὁ Κύριος τῷ σώματι» (Α΄ Κορ. 6, 13), ενώ προτρέπει με ιδιαίτερη έμφαση: «Φεύγετε τὴν πορνείαν» (Α΄ Κορ. 6, 18).

Η προτροπή αυτή δεν αφορά μόνο μία συγκεκριμένη αμαρτία, αλλά ολόκληρη τη στάση του χριστιανού απέναντι στο σώμα και τις αισθήσεις του. Ο πιστός καλείται να ζει όχι «κατὰ σάρκα», αλλά «κατὰ πνεῦμα» (Ρωμ. 8, 4-13), αφήνοντας το Άγιο Πνεύμα να κατευθύνει τη ζωή και τις επιλογές του.

Στην ίδια προοπτική εντάσσεται και η γνωστή αποστολική προτροπή προς τις χριστιανές γυναίκες: «Γυναῖκας ἐν καταστολῇ κοσμίῳ μετὰ αἰδοῦς καὶ σωφροσύνης κοσμεῖν ἑαυτάς…» (Α΄ Τιμ. 2,9-10). Η αποστολική αυτή διδασκαλία δεν απορρίπτει την επιμέλεια της εξωτερικής εμφάνισης, αλλά υπενθυμίζει ότι η αληθινή ομορφιά αναδεικνύεται πρωτίστως μέσα από την ευσέβεια, τη σεμνότητα και τα αγαθά έργα.

 

Η μαρτυρία των Αγίων Πατέρων

Η ίδια αντίληψη διατρέχει ολόκληρη την πατερική γραμματεία. Οι Πατέρες της Εκκλησίας θεωρούν ότι η αιδώς αποτελεί έκφραση της εσωτερικής πνευματικής ζωής και ότι η σεμνή ενδυμασία δεν είναι απλώς εξωτερικός τύπος, αλλά καρπός ταπεινού φρονήματος.

Ο Μέγας Βασίλειος ελέγχει όσους αποκαλύπτουν χωρίς αιδώ το σώμα τους, γράφοντας χαρακτηριστικά: «ἀναισχύντως ἀπογυμνοῦσιν, ἃ συγκαλύπτειν εὐσχημονέστερον». Η παρατήρησή του δεν αφορά μόνο την εξωτερική εμφάνιση, αλλά κυρίως τη διάθεση της καρδιάς, η οποία εκδηλώνεται και μέσω της ενδυμασίας.

Ακόμη σαφέστερος είναι ο ιερός Χρυσόστομος, ο οποίος υπενθυμίζει ότι το σώμα του ανθρώπου ανήκει στον Θεό και αποτελεί ναό του Αγίου Πνεύματος. Γι’ αυτό γράφει: «Εἰ γὰρ ἀλλότριόν ἐστι τὸ σῶμα, οὐκ ἔχετε ἐξουσίαν ἀλλότριον σῶμα ὑβρίζειν… οὐδὲνα ὸν μολύνειν τοῦ Πνεύματος» (PG 61, 147).

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει ο Χρυσόστομος και στη γυναικεία φιλαρέσκεια όταν αυτή μετατρέπεται σε ματαιοδοξία. Προτρέπει τις γυναίκες να στρέψουν την επιμέλειά τους προς την εσωτερική καλλιέργεια της ψυχής και όχι αποκλειστικά προς τον εξωτερικό στολισμό: «Παῦσαι τῆς μανίας, γύναι· ἐπὶ τὴν ψυχὴν μετάγαγε τὴν τοιαύτην σπουδήν… ὁ γὰρ κόσμος ὁ ἔξωθεν οὐκ ἀφίησι τὸν ἔνδον γενέσθαι καλόν» (PG 62, 542).

Στο ίδιο πνεύμα κινείται και ο Μέγας Αθανάσιος, όταν συμβουλεύει: «Οὐκ ἐκδύσῃ γυμνός· νυκτὸς δὲ καὶ ἡμέρας τὸ ἱμάτιόν σου ἔστω καλύπτον τὴν σάρκα σου» (PG 28, 264C).

Τέλος, ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός συνδέει τη σεμνή εμφάνιση με την ευλάβεια και τον φόβο του Θεού, επισημαίνοντας ότι το «πανταχόθεν περιστέλλεσθαι καλῶς» αποτελεί γνώρισμα ανθρώπου που ζει με επίγνωση της παρουσίας του Θεού (PG 95, 1005).

Από τη βιβλική και πατερική αυτή παράδοση γίνεται φανερό ότι η Εκκλησία δεν αντιμετωπίζει τη σεμνότητα ως εξωτερικό τύπο ούτε ως κοινωνική σύμβαση. Τη θεωρεί έκφραση της εσωτερικής πνευματικής ζωής, καρπό ταπεινώσεως, σωφροσύνης και σεβασμού προς το ανθρώπινο σώμα, το οποίο είναι δημιούργημα του Θεού και προορίζεται για τον αγιασμό.

 

Οι σύγχρονες προκλήσεις

Η εποχή μας χαρακτηρίζεται από μια πρωτοφανή προβολή της εξωτερικής εμφάνισης. Η βιομηχανία της μόδας, η διαφήμιση, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και γενικότερα η σύγχρονη καταναλωτική κουλτούρα διαμορφώνουν πρότυπα που συνδέουν την ανθρώπινη αξία με την εικόνα και την προβολή του σώματος. Η ενδυμασία παύει πολλές φορές να υπηρετεί την ευπρέπεια και την καλαισθησία και μετατρέπεται σε μέσο εντυπωσιασμού ή πρόκλησης.

Η Εκκλησία δεν αρνείται την αισθητική ούτε την επιμέλεια της εξωτερικής εμφάνισης. Αντιθέτως, αναγνωρίζει την ομορφιά ως δώρο του Θεού. Εκείνο που αποδοκιμάζει είναι η ματαιοδοξία, η καλλιέργεια της φιλαυτίας και κάθε μορφή συμπεριφοράς που υποβαθμίζει το ανθρώπινο πρόσωπο σε αντικείμενο επίδειξης ή γίνεται αιτία σκανδαλισμού του πλησίον.

Μέσα σε αυτό το κλίμα διαμορφώνονται συχνά και οι σύγχρονες ενδυματολογικές τάσεις, οι οποίες δεν υπηρετούν πάντοτε τη σεμνότητα και τη διάκριση που προβάλλει η χριστιανική παράδοση. Ο πιστός καλείται να αντιμετωπίζει τα ρεύματα της εποχής με πνευματική εγρήγορση, ασκώντας διάκριση και αποφεύγοντας την άκριτη μίμηση κάθε νέας μόδας.

 

Η ευπρέπεια στον ιερό χώρο

Ιδιαίτερη ευθύνη έχουμε όταν προσερχόμαστε στους ιερούς ναούς. Ο ναός δεν αποτελεί έναν κοινό δημόσιο χώρο, αλλά τον τόπο της λατρείας του Τριαδικού Θεού, όπου τελείται το μυστήριο της σωτηρίας του ανθρώπου. Γι’ αυτό η εμφάνισή μας οφείλει να εκφράζει σεβασμό προς την ιερότητα του χώρου και προς το εκκλησιαστικό σώμα.

Δυστυχώς, δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο να προσέρχονται πιστοί με ενδυμασία που παραπέμπει περισσότερο σε χώρο αναψυχής παρά σε τόπο λατρείας. Το γεγονός αυτό δεν αφορά αποκλειστικά τις γυναίκες αλλά και τους άνδρες, όταν η ενδυμασία τους χαρακτηρίζεται από υπερβολική προχειρότητα ή έλλειψη ευπρέπειας.

Η Εκκλησία δεν ενδιαφέρεται για την επιβολή ενός εξωτερικού ενδυματολογικού κώδικα ούτε κρίνει τους ανθρώπους από την κοινωνική τους εμφάνιση. Εκείνο που υπενθυμίζει είναι ότι η εξωτερική μας παρουσία καλείται να αντανακλά τον εσωτερικό σεβασμό προς τον Θεό και το ιερό μυστήριο της θείας λατρείας.

Η Υπεραγία Θεοτόκος προβάλλεται διαχρονικά ως το ύψιστο πρότυπο ταπεινώσεως, καθαρότητας και σεμνότητας. Η εκκλησιαστική μας παράδοση την τιμά ως «τιμιωτέραν τῶν Χερουβὶμ καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ», διότι με την απόλυτη υπακοή της στο θέλημα του Θεού έγινε η Μητέρα του σαρκωθέντος Λόγου. Η μνήμη της αποτελεί διαρκή πρόσκληση προς όλους τους πιστούς να καλλιεργούν τη σεμνότητα και την ταπείνωση ως στοιχεία της εν Χριστώ ζωής.

 

Επίλογος

Σε μια εποχή κατά την οποία η εξωτερική εικόνα προβάλλεται συχνά ως υπέρτατη αξία, η Εκκλησία εξακολουθεί να υπενθυμίζει ότι η αληθινή ομορφιά πηγάζει από την καθαρότητα της καρδιάς, τη σωφροσύνη, την ταπείνωση και την αγάπη προς τον Θεό και τον άνθρωπο.

Η αιδώς δεν αποτελεί κατάλοιπο μιας άλλης εποχής ούτε περιορισμό της ανθρώπινης ελευθερίας. Είναι πνευματική αρετή που διαφυλάσσει την αξιοπρέπεια του ανθρώπινου προσώπου και εκφράζει τον σεβασμό προς το σώμα ως δημιούργημα του Θεού και ναό του Αγίου Πνεύματος.

Γι’ αυτό ο χριστιανός καλείται να ενδύεται με ευπρέπεια, απλότητα και διάκριση, όχι από φόβο της κοινωνικής κριτικής, αλλά από αγάπη προς τον Θεό και τον πλησίον. Η σεμνή ενδυμασία αποτελεί εξωτερική έκφραση μιας εσωτερικής πνευματικής πραγματικότητας και μαρτυρεί την επιθυμία του ανθρώπου να ζει σύμφωνα με το θέλημα του Θεού.

Ας καλλιεργούμε, λοιπόν, πρώτα τη σεμνότητα της ψυχής, διότι από αυτήν πηγάζει και η σεμνότητα της ζωής. Όταν η καρδιά φωτίζεται από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, τότε και η εξωτερική συμπεριφορά γίνεται αυθόρμητα έκφραση της εν Χριστώ ζωής. Έτσι ο άνθρωπος δοξάζει τον Θεό όχι μόνο με τα λόγια του, αλλά και με ολόκληρη την ύπαρξή του.

 

 

Περί μνησικακίας (Πρωτοπρ. Διονύσιος Τάτσης)

Οἱ ἄνθρωποι θυμοῦνται περισσότερο τὸ κακὸ ποὺ τοὺς ἔκανε κάποιος, παρὰ τὶς καλωσύνες καὶ εὐεργεσίες ποὺ δέχτηκαν ἀπὸ τὸν ἴδιο ἢ ἀπὸ ἄλλους! Ἡ μνησικακία εἶναι παν­ίσχυρη ἁμαρτία καὶ τὰ ἀποτελέσματα στὸν ἄνθρωπο, ποὺ τὴν ἔχει, εἶναι καταστρεπτικὰ γιὰ τὸν πνευματικό του ἀγώνα, ἂν φυσικὰ ὑπάρχει.

Ἡ μνησικακία διεγείρει τὸν ἄνθρωπο καὶ τροφοδοτεῖ τὸ συν­αισθηματικό του κόσμο. Βιώνει διαρκῶς δυσάρεστες καταστάσεις τοῦ παρελθόντος, οἱ ὁποῖες φυσιολογικὰ θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχαν λησμονηθεῖ, γιατί ἐπηρεάζουν καὶ τὸ παρόν. Πολλὲς φορὲς ἐκεῖνος, ποὺ προκάλεσε τὸ κακὸ μπορεῖ νὰ μὴ ζεῖ πιὰ καὶ ὁ μνησίκακος ταλαιπωρεῖται μάταια μὲ τὴ μνήμη τοῦ κακοῦ καὶ συγκεκριμένα μὲ τὴ συμπεριφορὰ τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ τὸ εἶχε προκαλέσει.

ἱερὸς Χρυσόστομος λέει ὅτι ὁ Θεὸς ἀποστρέφεται τὸν ἄνθρωπο, ποὺ εἶναι μνησίκακος, «γιατί διατηρεῖ τὴν ἔχθρα πρὸς τὸν πλησίον του συνεχῶς μέσα στὴν ψυχή του καὶ κάνει ἐμπαθῆ τὴν καρδιά του μὲ τὴν ὀργὴ καὶ τὸ μῖσος». Χαρακτηρίζει τὴ μνησικακία «ὡς ἄρνηση τῆς συμφιλίωσης, ποὺ εἶναι πηγὴ ψυχικῆς ὀδύνης» καὶ τὸ ἀποτέλεσμα θὰ εἶναι «νὰ ὁδηγηθεῖ ἔξω ἀπὸ τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν».1

Στὴν κλίμακα ὁ ὅσιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης περιγράφει τὴ μνησικακία μὲ ἀριστουργηματικὸ καὶ συνάμα περιεκτικὸ τρόπο καὶ ἀναφέρει τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς στὸν ἄνθρωπο ποὺ τὴν ἔχει: «Μνησικακία σημαίνει κατάληξη τοῦ θυμοῦ, φύλακας τῶν ἁμαρτημάτων, μῖσος τῆς δικαιοσύνης, ἀπώλεια τῶν ἀρετῶν, δηλητήριο τῆς ψυχῆς, σαράκι τοῦ νοῦ, ἐντροπὴ τῆς προσευχῆς, ἐκκοπὴ τῆς δέησης, ἀποξένωση τῆς ἀγάπης, καρφὶ μπηγμένο στὴν ψυχή, αἴσθηση δυσάρεστη, ποὺ ἀγαπᾶται μέσα στὴ γλυκύτητα τῆς πικρίας της, συνεχὴς ἁμαρτία, ἀνύστακτη παρανομία, διαρκὴς κακία. Τοῦτο τὸ σκοτεινὸ καὶ δύσμορφο πάθος, ἡ μνησικακία δηλαδή, ἀνήκει στὰ πάθη ποὺ γεννιοῦνται ἀπὸ ἄλλα πάθη καὶ ὄχι σὲ αὐτὰ ποὺ γεννοῦν»2.

Ὅταν ὑπάρχει ἡ ἔχθρα στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ἀγάπη ἀπουσιάζει καὶ συσσωρεύονται πολλὰ ἄχρηστα βάρη, τὰ ὁποῖα προκαλοῦν συνεχῆ ἐνόχληση. Παράλληλα ὁ μνησίκακος στερεῖται «τοὺς οἰκτιρμοὺς» (αἴσθημα συμπάθειας σὲ κάποιον ποὺ πάσχει) τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ ἐγκαταλείπεται ἀπὸ τὸ Θεό.

ὅσιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος ὑποδεικνύει τὸν τρόπο ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τὴ μνησικακία: «Ἡ ἀνάμνηση τῶν παθημάτων τοῦ Ἰησοῦ, θὰ θεραπεύσει τὴν ψυχή, ποὺ μνησικακεῖ, διότι θὰ αἰσθάνεται ὑπερβολικὴ ντροπή, ἐνῶ θὰ ἀναλογίζεται τὴ δική του ἀνεξικακία»3.

Μέγας Βασίλειος παρομοιάζει τοὺς μνησίκακους μὲ τὴν καμήλα, ἡ ὁποία θυμᾶται γιὰ πολὺ καιρὸ τὸ βασανισμό της ἀπὸ κάποιον καὶ περιμένει νὰ τὸν ἐκδικηθεῖ! Λέει σχετικά: «Ἀκοῦστε, μνησίκακοι, ἐσεῖς ποὺ καλλιεργεῖτε τὴ μνησικακία σὰν νὰ εἶναι ἀρετή, ἀκοῦστε μὲ ποιὸ ζῶο μοιάζεται, ὅταν κρύβεται τὴ δυσαρέσκεια κατὰ τοῦ πλησίον σὰν σπίθα μέσα στὴ στάχτη τόσον καιρό, ἕως ὅταν βρεῖτε τὴν εὐκαιρία νὰ ἀνάψετε ξανὰ τὸ θυμὸ σὰν φλόγα».4

ἱερὸς Χρυσόστομος θεωρεῖ τὴ μνησικακία φοβερὸ πάθος, μὲ τὸ ὁποῖο δὲν πολεμεῖται αὐτὸς ποὺ ἔκανε τὸ κακό, ἀλλὰ αὐτὸς ποὺ τὸ δέχτηκε, γιατί μένουν ἀσυγχώρητα τὰ ἁμαρτήματά του. Εἶναι ἀξιοπρόσεκτος ὁ λόγος του πρὸς τὸν μνησίκακο: Ὅταν θέλεις νὰ μνησικακεῖς, σκέψου ὅτι μνησικακεῖς εἰς βάρος σου καὶ ὄχι εἰς βάρος ἄλλου, γιατί τὰ δικά σου ἁμαρτήματα κάνεις ἀσυγχώρητα καὶ ὄχι τὰ τοῦ πλησίον. Ἂς μὴ σπρώχνουμε λοιπὸν τὸ ξίφος ἐναντίον μας μὲ τὸ νὰ εἴμαστε μνησίκακοι».5

Ἡ ἀνεξικακία δείχνει ἀνωτερότητα καὶ ἐλευθερώνει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴ μνησικακία. Ὁ ἱ. Χρυσόστομος μᾶς δείχνει τὸ δρόμο: «Τίποτα δὲν ὑπάρχει ἀσφαλέστερο ἀπὸ τὸ νὰ σπλαγχνιζόμαστε τοὺς ἐχθρούς μας, οὔτε πιὸ μεγάλο σφάλμα ἀπὸ τὸ νὰ θέλουμε νὰ ἐκδικούμαστε καὶ νὰ ἀποκρούουμε τοὺς ἐχθρούς μας».6

Σημειώσεις:

1. Βασιλείου Δ. Χαρώνη, Παιδαγωγικὴ ἀνθρωπολογία Ἰωάννου Χρυσοστόμου, τόμος Γ΄, Ἀθήνα 1995, σελ. 507.

2. Κλῖμαξ, Ὠρωπὸς 1978, σελ. 166-167.

3. Ὅπ. παρ., σελ. 168.

4. Βασιλείου Δ. Χαρώνη, Παιδαγωγικὴ ἀνθρωπολογία Μεγάλου Βασιλείου, τόμος Β΄, Ἀθήνα 2003, σελ. 666.

5. Βασιλείου Δ. Χαρώνη, Παιδαγωγικὴ ἀνθρωπολογία Ἰωάννου Χρυσοστόμου, τόμος Γ΄, Ἀθήνα 1995, σελ. 508.

6. Ὅπ. παρ., σελ. 487.

 

(Πηγή: “Ορθόδοξος Τύπος”)

 

ΣΧΕΤΙΚΑ:

 

Κυριακή ΣΤ’ Ματθαίου: Ερμηνεία της Αποστολικής περικοπής (Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος)

(Προς Ρωμ. 12, 6-14)

Υπομνηματισμός των χωρίων Ρωμ. 12, 4-8

«καθάπερ γρ ν ν σώματι μέλη πολλ χομεν, τ δ μέλη πάντα ο τν ατν χει πρξιν, οτως ο πολλο ν σμά σμεν ν Χριστ, δ καθ᾿ ες λλήλων μέλη (: διότι όπως σε ένα σώμα έχουμε πολλά μέλη και όλα τα μέλη δεν έχουν το ίδιο έργο, έτσι οι πολλοί πιστοί στην Εκκλησία είμαστε ένα σώμα εξαιτίας της ενώσεώς μας με τον Χριστό, και ο καθένας μας είμαστε μέλη ο ένας του άλλου. Συνεπώς οφείλουμε να συνεργαζόμαστε με ταπείνωση και ο καθένας να υπηρετεί όλο το σώμα της Εκκλησίας)» [Ρωμ. 12, 4-5]

Πάλι χρησιμοποιεί το ίδιο παράδειγμα, που χρησιμοποίησε και στην επιστολή προς τους Κορινθίους, για να καταπολεμήσει το ίδιο ακριβώς πάθος· καθόσον είναι μεγάλη η δύναμη του φαρμάκου και η επίδραση του παραδείγματος αυτού προς διόρθωση της αρρώστιας της αλαζονείας. «Για ποιο λόγο, λοιπόν», λέγει, «υπερηφανεύεσαι εσύ; Ή γιατί πάλι άλλος εξευτελίζει τον εαυτό του; Δεν είμαστε ένα σώμα όλοι, και μεγάλοι και μικροί; Όταν λοιπόν κατά το σπουδαιότερο είμαστε ένα και μέλη ο ένας του άλλου, γιατί με την αλαζονεία ξεχωρίζεις τον εαυτό σου; Γιατί περιφρονείς τον αδελφό σου; Εφόσον, όπως ακριβώς εκείνος είναι μέλος σου, έτσι και εσύ είσαι μέλος εκείνου· και είναι μεγάλη και ως προς αυτό η ισοτιμία σας».

Αναφέρει λοιπόν δύο πράγματα που είναι ικανά να εξαλείψουν την αλαζονεία τους· και ότι είμαστε μέλη ο ένας του άλλου, όχι ο μικρός του μεγάλου μόνο, αλλά και ο μεγάλος του μικρότερου, και ότι όλοι αποτελούμε ένα σώμα· ή καλύτερα και τρία· καθόσον έδειξε πως είναι χάρισμα αυτό που μας δόθηκε. Μην υπερηφανεύεσαι λοιπόν· γιατί το χάρισμα σου δόθηκε από τον Θεό, δεν το έλαβες εσύ, ούτε το βρήκες. Γι’ αυτό και μιλώντας για τα χαρίσματα, δεν είπε ότι «ο ένας έλαβε μεγαλύτερο και ο άλλος μικρότερο», αλλά τι; Είπε ότι ο καθένας έλαβε «διαφορετικό» χάρισμα. «Έχοντας λοιπόν», λέγει, «χαρίσματα», όχι μεγαλύτερα και μικρότερα, αλλά «διαφορετικά».

Τι σημασία έχει, αν δεν σου όρισε τα ίδια; Όμως το σώμα είναι το ίδιο. Και αρχίζοντας από χάρισμα, καταλήγει σε κατόρθωμα· γιατί, αφού ανέφερε την προφητεία και τη διακονία και όλα τα παρόμοια, κατέληξε στην ελεημοσύνη, στην προθυμία και στη βοήθεια. Επειδή λοιπόν ήταν φυσικό μερικοί να είναι ενάρετοι, αλλά να μην έχουν ικανότητα για προφητεία, δείχνει ότι και το να έχει κανένας αρετή είναι χάρισμα, και μάλιστα πολύ μεγαλύτερο από εκείνο, όπως ακριβώς έδειξε στην προς Κορινθίους επιστολή, και τόσο μεγαλύτερο μάλιστα, όσο ότι το ένα έχει μισθό, ενώ το άλλο, η προφητεία, στερείται κάθε αμοιβής, καθόσον όλο είναι δωρεά και χάρη. Γι’ αυτό λέγει: «χοντες δ χαρίσματα κατ τν χάριν τν δοθεσαν μν διάφορα, ετε προφητείαν, κατ τν ναλογίαν τς πίστεως (: και έχοντας διάφορα χαρίσματα και ικανότητες, ανάλογα με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος που μας δόθηκε, ας αρκούμαστε σε αυτές, και ας μη ζητούμε εγωιστικά εκείνο που δεν μας έδωσε το Άγιο Πνεύμα. Είτε δηλαδή έχουμε το χάρισμα της προφητείας, ας προφητεύουμε ανάλογα με το χάρισμα που δόθηκε στον καθένα σύμφωνα με τον βαθμό της πίστεώς του)» [Ρωμ. 12, 6].

Αφού λοιπόν τους παρηγόρησε αρκετά, θέλει να τους βάλει και σε αγωνία, και να τους κάνει πιο πρόθυμους, αποδεικνύοντας ότι αυτοί οι ίδιοι δίνουν τις αφορμές για να λάβουν μεγαλύτερο ή μικρότερο χάρισμα. Βέβαια λέγει ότι αυτό δόθηκε και από τον Θεό, όπως όταν λέγει: «κάστ ς Θες μέρισε μέτρον πίστεως (: ανάλογα με το χάρισμα που μοίρασε ο Θεός στον καθένα· και μη νομίσετε ότι τα χαρίσματα δίνονται στον καθένα για να του γίνονται αφορμή αμαρτωλής καυχήσεως και αλαζονείας. Δίνονται για να υπηρετεί ο καθένας τους άλλους και το σύνολο της Εκκλησίας[Ρωμ. 12, 3] ή «κατ τν χάριν τν δοθεσαν μν (: σύμφωνα με τη χάρη, που μας έχει δοθεί από το Άγιο Πνεύμα)» [Ρωμ. 12, 6], για να συγκρατήσει τους υπερήφανους, λέγει όμως ότι και από αυτούς έγινε η αρχή, για να παρακινήσει τους αδιάφορους, πράγμα που κάνει και στην προς Κορινθίους επιστολή, μιλώντας και για τα δύο αυτά.

Όταν δηλαδή λέγει «ζηλοτε δ τ χαρίσματα τ κρείττονα. κα τι καθ᾿ περβολν δν μν δείκνυμι (: επιδιώκετε λοιπόν με ζήλο τα χαρίσματα που φέρνουν μεγαλύτερη ωφέλεια, και γι’ αυτό είναι και ανώτερα. Και τώρα σας δείχνω ένα πολύ ανώτερο ακόμα δρόμο, και μέσο έξοχο και υπέροχο, με το οποίο αποκτώνται τα καλύτερα χαρίσματα. Και το μέσο αυτό είναι η αγάπη)» [Α΄Κορ. 12, 31]· δείχνει πως και αυτοί είναι αίτιοι για τα διαφορετικά χαρίσματα που δίνονται, αλλά όταν λέγει: «πάντα δ τατα νεργε τ ν κα τ ατ Πνεμα, διαιρον δί κάστ καθς βούλεται (: και όλα αυτά τα πολλά και ποίκιλα χαρίσματα ενεργεί το ένα και το αυτό Άγιο Πνεύμα, το οποίο μοιράζει ιδιαιτέρως και χωριστά στον καθένα σύμφωνα με την Θεία του θέληση. Και η θέληση του αυτή δεν είναι μεροληπτική και αυθαίρετη, αλλά πάντοτε αποβλέπει από συμφέρον και εκείνου στον οποίον δίνετε χάρισμα, αλλά και όλου του σώματος της εκκλησίας)» [Α΄Κορ. 12, 11], αποδεικνύει εκείνο, το ότι δηλαδή δεν πρέπει να υπερηφανεύονται εκείνοι που έχουν λάβει, μετριάζοντας από παντού το πάθος τους, πράγμα ακριβώς που κάνει και εδώ. Και πάλι για να ενισχύσει τους απελπισμένους λέγει: «ετε προφητείαν, κατ τν ναλογίαν τς πίστεως (: είτε δηλαδή έχουμε προφητικό χάρισμα, ας προφητεύουμε ανάλογα με το χάρισμα που δόθηκε στον καθένα σύμφωνα με τον βαθμό της πίστεώς του)»· γιατί, αν και είναι χάρη, όμως δεν δίνεται τυχαία, αλλά λαμβάνοντας τα μέτρα από εκείνους που τη δέχονται, τόση παρέχεται, όσο ανάλογο είναι το σκεύος πίστεως στο οποίο προσφέρεται.

«Ετε διακονίαν, ν τ διακονί(: είτε έχουμε χάρισμα εκκλησιαστικής διακονίας, ας μένουμε στο χάρισμα αυτό της διακονίας)»· εδώ αναφέρει κάτι το γενικό, που αφορά όλους, καθόσον διακονία ονομάζεται το αποστολικό έργο. Και κάθε πνευματικό έργο είναι διακονία. Βέβαια η ονομασία αυτή ανήκει σε ειδική φροντίδα, αλλά εδώ λέχθηκε με γενική έννοια.

«ετε διδάσκων, ν τ διδασκαλί(: είτε είναι κανείς διδάσκαλος των θείων αληθειών, ας μένει στη διδασκαλία και ας αρκείται να εξηγεί τις αλήθειες που αποκαλύπτονται από τους προφήτες και περιλαμβάνονται στον λόγο του Θεού)». Πρόσεχε πως αναφέρει αυτά αδιάφορα με ποια σειρά, πρώτα το μικρό και τελευταία το μεγάλο, για να διδάξει αυτό ακριβώς το ίδιο, το να μην αλαζονεύονται δηλαδή και να μην υπερηφανεύονται.

«ετε παρακαλν, ν τ παρακλήσει (: και εκείνος που έχει το χάρισμα να προτρέπει στην αρετή και στην εφαρμογή των θείων αληθειών, τις οποίες αποκαλύπτει βέβαια ο προφήτης, εξηγεί όμως ο διδάσκαλος, ας μένει στο έργο της προτροπής)» [Ρωμ. 12, 8]. Και αυτό είναι είδος διδασκαλίας. Λέγει: «νδρες δελφοί, ε στι λόγος ν μν παρακλήσεως πρς τν λαόν, λέγετε (: άνδρες αδελφοί, εάν έχετε να πείτε κάποιο λόγο προτρεπτικό και διδακτικό για το λαό, μιλήστε· εάν έχετε λόγο διδασκαλίας και παρηγορίας προς τον λαό, λέγετέ τον)» [Πράξ. 13, 15].

Στη συνέχεια για να δείξει ότι δεν είναι μεγάλο κέρδος να ασκεί κανείς την αρετή, αν δεν γίνεται αυτό με τον κατάλληλο νόμο και τρόπο, προσθέτει: « μεταδιδούς, ν πλότητι (: εκείνος που έχει κλίση να μοιράζει από τα αγαθά του στους φτωχούς, ας το κάνει αυτό με απλότητα, χωρίς επίδειξη ή άλλα εγωιστικά ελατήρια)»· διότι δεν φτάνει το να δώσουμε, αλλά πρέπει και με γενναιοδωρία να το κάνουμε αυτό· γιατί απλότητα αυτό αναγνωρίζει παντού, επειδή και οι πέντε μωρές παρθένες της παραβολής είχαν λάδι, αλλά επειδή δεν είχαν αρκετό, τα έχασαν όλα [βλ. Ματθ. 25,1-13].

« προϊστάμενος, ν σπουδ(: εκείνος στον οποίο ανατέθηκε η επιστασία, η φροντίδα κι η επιμέλεια οποιουδήποτε καλού έργου, ας επιστατεί με προθυμία και δραστηριότητα.)» [Ρωμ. 12, 8]· γιατί δεν αρκεί το να είναι προϊστάμενος, εάν δεν εργάζεται με ζήλο.

« λεν, ν λαρότητι (: και εκείνος που κάνει ελεημοσύνη, ας ελεεί με χαρά και καλοσύνη)»· γιατί δεν φτάνει το να ελεήσει κανείς, αλλά πρέπει να το κάνει αυτό με γενναιοδωρία και με διάθεση χωρίς λύπη· ή καλύτερα, όχι μόνο με διάθεση χωρίς λύπη, αλλά και με ευχάριστη και χαρούμενη. Γιατί δεν είναι το ίδιο το να μη λυπάται κανείς και το να χαίρεται.

Και αυτό ακριβώς τόνιζε με προσοχή, όταν έγραφε και στους Κορινθίους. Προτρέποντας λοιπόν για γενναιοδωρία, έλεγε: « σπείρων φειδομένως φειδομένως κα θερίσει, κα σπείρων π᾿ ελογίαις π᾿ ελογίαις κα θερίσει. καστος καθς προαιρεται τ καρδία (: και πρέπει να γνωρίζετε αυτό, ότι εκείνος που σπέρνει με τσιγγουνιά, με τσιγγουνιά και θα θερίσει. Και εκείνος που σπέρνει άφθονα, άφθονα και θα θερίσει. Ο καθένας ας δίνει ελεύθερα ό,τι έχει διάθεση η καρδιά του)». Και διορθώνοντας τη διάθεση, έλεγε στη συνέχεια: «μ κ λύπης ξ νάγκης· λαρν γρ δότην γαπ Θεός (: χωρίς να στενοχωριέται ή να εξαναγκάζεται· διότι ο Θεός αγαπά εκείνον που δίνει με προθυμία και χαρούμενο πρόσωπο)» [Β’ Κορ. 9, 6-7]· γιατί και τα δύο πρέπει να παραβρίσκονται σε εκείνον που ελεεί, δηλαδή και αφθονία και ευχαρίστηση.

Για ποιο λόγο λοιπόν κλαις και στενοχωριέσαι για όσα χρήματα χάνεις επειδή δίνεις ελεημοσύνη και γιατί στενοχωριέσαι όταν ελεείς, προδίδοντας έτσι τον καρπό του κατορθώματος; Καθόσον, αν στενοχωριέσαι, δεν ελεείς, αλλά είσαι σκληρός και απάνθρωπος. Γιατί αν εσύ στενοχωριέσαι, πώς θα μπορέσεις να ανορθώσεις τον λυπημένο; Γιατί είναι ανάγκη να μην υποψιασθεί εκείνος κανένα πονηρό, και όταν δίνεις με χαρά. Επειδή λοιπόν τίποτε δεν φαίνεται στους ανθρώπους να είναι τόσο αισχρό, όσο το να λαμβάνουν από άλλους, αν δεν εξαφανίσεις με την υπερβολική χαρά την υποψία και δεν δείξεις ότι λαμβάνεις μάλλον παρά δίνεις, περισσότερο ταπείνωσες παρά ανακούφισες εκείνον που λαμβάνει. Γι’ αυτό λέγει: « λεν, ν λαρότητι (: εκείνος που ελεεί, ας προσφέρει την ελεημοσύνη του με γλυκύτητα και καλοσύνη)». Γιατί ποιος λαμβάνει βασιλεία και είναι σκυθρωπός; Ποιος δέχεται συγχώρηση αμαρτημάτων και παραμένει κατηφής; Μην προσέχεις λοιπόν στη δαπάνη των χρημάτων, αλλά στο κέρδος που έρχεται από τη δαπάνη. Γιατί, αν εκείνος που σπέρνει χαίρεται, παρόλο βέβαια που σπέρνει πάνω στην αβεβαιότητα, πολύ περισσότερο πρέπει να χαίρεται εκείνος που καλλιεργεί τον ουρανό. Έτσι και αν ακόμη δώσεις λίγα, θα δώσεις πολλά· όπως πάλι, αν δώσεις με σκυθρωπό ύφος, και αν ακόμη δώσεις πολλά, έκανες λίγα τα πολλά. Έτσι και η χήρα με δύο λεπτά ξεπέρασε πολλά τάλαντα, γιατί ήταν γενναιόδωρη η διάθεσή της.

«Και πώς είναι δυνατό», θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος, «να κάνει κανείς με προθυμία αυτό, όταν ζει μέσα στη χειρότερη φτώχεια και στερείται τα πάντα;» Ρώτησε τη φτωχή χήρα του Ευαγγελίου που με το δίλεπτό της για το κουτί υπέρ των φτωχών επαινέθηκε από τον ίδιο τον Κύριο [βλ. Μάρκ. 12, 41-44: «Τότε ο Ιησούς κάθισε απέναντι απ’ το θησαυροφυλάκιο του ναού και παρατηρούσε πώς ο πολύς λαός έριχνε χάλκινα κέρματα στο θησαυροφυλάκιο. Και πολλοί πλούσιοι έριχναν πολλά. Ήλθε και μια φτωχή χήρα κι έριξε δύο λεπτά, δηλαδή έναν κοδράντη. Κάλεσε τότε ο Ιησούς τους μαθητές Του και τους είπε: “Αληθινά σας λέω ότι η φτωχή αυτή χήρα έριξε περισσότερα απ’ όλους αυτούς που ρίχνουν χρήματα στο θησαυροφυλάκιο· διότι όλοι αυτοί έριξαν απ’ το περίσσευμά τους. Αυτή όμως έριξε από το υστέρημά της και από την τέλεια φτώχεια της όλα όσα είχε, όλη την περιουσία της”»] και θα ακούσεις τον τρόπο και θα μάθεις ότι δεν κάνει τη δυσχέρεια η φτώχεια, αλλά η διάθεση κάνει και αυτό και το αντίθετο. Γιατί μπορεί κανείς και στη φτώχεια να είναι μεγαλόψυχος και στον πλούτο μικρολόγος. Γι’ αυτό και στη μετάδοση αγαθών ζητάει τη γενναιοδωρία και στην ελεημοσύνη τη χαρά και στην προστασία τον ζήλο· γιατί δεν θέλει να βοηθούμε μόνο με χρήματα εκείνους που έχουν ανάγκη, αλλά και με λόγια και με πράγματα και με το σώμα και με όλα τα άλλα. Και αφού είπε την πρώτη προστασία που γίνεται με τη διδασκαλία και με τη νουθεσία (γιατί αυτή είναι πιο αναγκαία, αφού είναι και τροφή της ψυχής), ήρθε στην προστασία που γίνεται με τα χρήματα και όλα τα άλλα.

 

***

 

Υπομνηματισμός των χωρίων Ρωμ. 12, 9-13: ΚΑΝΟΝΕΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΖΩΗΣ

Έπειτα, για να δείξει πώς μπορεί να κατορθωθούν αυτά, παρουσιάζει τη μητέρα των αγαθών, την αγάπη. « γάπη νυπόκριτος (: Η αγάπη σας ας είναι πάντοτε ειλικρινής, απαλλαγμένη από κάθε υποκρισία και ιδιοτέλεια)» [Ρωμ. 12, 9]. Αν έχεις αυτή, δεν θα καταλάβεις τη δαπάνη των χρημάτων, ούτε τον κόπο των σωμάτων, ούτε την κούραση των λόγων, ούτε τον ιδρώτα και τη διακονία, αλλά θα τα υποφέρεις όλα γενναία, είτε με το σώμα, είτε με χρήματα, είτε με λόγο, είτε με οτιδήποτε άλλο πρέπει να βοηθήσεις τον πλησίον. Όπως ακριβώς λοιπόν δεν απαιτεί μόνο μετάδοση αγαθών, αλλά μετάδοση με γενναιοδωρία, ούτε προστασία, αλλά προστασία με ζήλο, ούτε ελεημοσύνη, αλλά ελεημοσύνη με χαρά, έτσι και δεν απαιτεί απλώς αγάπη, αλλά αγάπη χωρίς υποκρισία· επειδή και αυτό αγάπη είναι, και αν γίνει αυτό, όλα τα άλλα ακολουθούν. Καθόσον εκείνος που ελεεί, ελεεί με χαρά, γιατί στον εαυτό του δίνει· και εκείνος που προΐσταται, προΐσταται με ζήλο, γιατί τον εαυτό του βοηθάει· και εκείνος που δίνει κάτι, το κάνει αυτό με γενναιοδωρία, γιατί στον εαυτό του δίνει.

Έπειτα επειδή υπάρχει και αγάπη για πονηρά πράγματα, όπως είναι η αγάπη των ακόλαστων, η αγάπη όσων συμφωνούν για χρήματα και αρπαγές, ή για μεθύσια και συμπόσια, για να καθαρίσει την αγάπη απ’ αυτά, λέγει: «ποστυγοντες τ πονηρόν (: να αποστρέφεστε με όλη σας τη δύναμη το πονηρό)». Και δεν είπε «να απέχετε» αλλά «να μισείτε», και όχι απλώς να το μισείτε, αλλά και υπερβολικά να το μισείτε· διότι η πρόθεση «πό» πολλές φορές σημαίνει επίταση εκείνου με το οποίο συντίθεται, όπως όταν λέγει «ποκαραδοκία (: συνεχή έντονη αναμονή)» [Ρωμ. 8, 19] και «πεκδεχόμενοι (: προσδοκώντας με πολύ μεγάλη αδημονία, ανυπομονησία)» [Ρωμ. 8, 23].

Επειδή λοιπόν πολλοί, αν και δεν πράττουν τα κακά, έχουν όμως την επιθυμία γι΄ αυτά,  γι’ αυτό είπε: «να τα αποστρέφεστε και να τα μισείτε με όλη σας τη δύναμη». Γιατί αυτός θέλει και η σκέψη μας να είναι καθαρή και να έχουμε εμείς για την κακία μεγάλη έχθρα και μίσος και πόλεμο. «Να μη νομίσετε λοιπόν, επειδή είπα», λέγει, «να αγαπήσετε ο ένας τον άλλο, ότι εννοώ μέχρι το σημείο αυτό, ώστε και στα κακά να συνεργάζεστε μεταξύ σας· γιατί εντελώς το αντίθετο νομοθετώ· να είσαι ξένος όχι μόνο από την πράξη, αλλά και από τη διάθεση για την κακία· και όχι μόνο να είσαι ξένος από τη διάθεση αυτή, αλλά και υπερβολικά να την αποστρέφεσαι και να τη μισείς».

Και δεν αρκείται μόνο σε αυτό, αλλά και τη διάπραξη της αρετής ορίζει λέγοντας: «κολλώμενοι τ γαθ(: να είστε και να μένετε πάντοτε προσκολλημένοι στο αγαθό)». Δεν είπε «να κάνετε μόνο» αλλά και «να είστε συνέχεια στο καλό»· γιατί αυτό δήλωσε με το να παραγγείλει να είναι προσηλωμένοι. Έτσι και ο Θεός, όταν ένωνε τον άνδρα με τη γυναίκα, έλεγε: «νεκεν τούτου καταλείψει νθρωπος τν πατέρα ατο κα τν μητέρα κα προσκολληθήσεται πρς τν γυνακα ατο, κα σονται ο δύο ες σάρκα μίαν (: εξαιτίας του στενού αυτού συνδέσμου του άντρα προς τη γυναίκα, στο μέλλον κάθε άντρας θα αφήνει τον πατέρα και τη μητέρα του και θα συνδέεται στενότατα με τη γυναίκα του, ώστε οι δύο να γίνουν πλέον μία σάρκα δια της συζυγίας)» [Γεν. 2, 24].

Στη συνέχεια αναφέρει τις αιτίες, για τις οποίες πρέπει ο ένας να αγαπάει τον άλλο: «τ φιλαδελφί ες λλήλους φιλόστοργοι (: με την ειλικρινή και αδελφική αγάπη να γίνεστε φιλόστοργοι ο ένας στον άλλον)» [Ρωμ. 12, 10].«Είστε αδελφοί», λέγει, «και γεννηθήκατε από τους ίδιους πόνους του τοκετού· επομένως και γι’ αυτό θα ήταν δίκαιο να αγαπάτε ο ένας τον άλλο». Το ίδιο έλεγε και ο Μωυσής σε εκείνους τους Εβραίους που φιλονικούσαν και είχαν έρθει στα χέρια στην Αίγυπτο: «νδρες, δελφοί στε μες· να τί δικετε λλήλους; (: Άνθρωποί μου, εσείς είστε μεταξύ σας αδέλφια. Γιατί αδικείτε ο ένας τον άλλο;)» [Πράξ. 7, 26· πρβλ. Έξ. 2, 13-14].

Όταν λοιπόν αναφέρεται στους μη Χριστιανούς λέγει «ε δυνατόν, τ ξ μν μετ πάντων νθρώπων ερηνεύοντες (: όσο εξαρτάται από σας, προσπαθείτε να έχετε ειρηνικές σχέσεις με όλους τους ανθρώπους, αν είναι δυνατόν)» [Ρωμ. 12, 18], όταν όμως μιλάει για τους πιστούς λέγει: «τ φιλαδελφί ες λλήλους φιλόστοργοι (: με την ειλικρινή και αδελφική αγάπη να γίνεστε φιλόστοργοι ο ένας προς τον άλλον)». Εκεί δηλαδή ζητάει το να μη φιλονικούν και το να αγαπούν, και όχι απλώς να αγαπούν, αλλά και να αισθάνονται στοργή. «Γιατί δεν πρέπει», λέγει, «η αγάπη να είναι μόνο χωρίς υποκρισία, αλλά να είναι δυνατή και ζωηρή και ολόθερμη».

Γιατί ποιο το κέρδος, αν αγαπάς βέβαια χωρίς δόλο, αλλά δεν αγαπάς με θέρμη; Γι’ αυτό και είπε «να είστε φιλόστοργοι μεταξύ σας», δηλαδή και να αγαπάς, και να αγαπάς θερμά. Να μην αρκείσαι να αγαπιέσαι από άλλον, αλλά ο ίδιος να τρέχεις σε αυτό και να κάνεις την αρχή. Γιατί έτσι θα κερδίσεις και τον μισθό της δικής του αγάπης. Αφού είπε λοιπόν την αιτία, για την οποία πρέπει να αγαπούμε ο ένας τον άλλο, λέγει και πώς θα μπορούσε να γίνει σταθερή η αγάπη.  Γι’ αυτό και προσθέτει: «τ τιμ λλήλους προηγούμενοι (: να προλαβαίνει ο καθένας να αποδίδει πρώτος την τιμή στους άλλους και να μη σπεύδει να ζητεί για τον εαυτό του τιμές και πρωτοκαθεδρίες)». Γιατί έτσι η αγάπη και γίνεται και αφού γίνει, παραμένει. Και τίποτε δεν κάνει τόσο φίλους, όσο το να προσπαθεί κανείς να ξεπεράσει τον πλησίον του στην τιμή. Και όχι μόνο αγάπη, αλλά και τιμή μεγαλύτερη γίνεται από εδώ· γιατί τα όσα προαναφέρθηκαν προέρχονται από την αγάπη, αλλά η αγάπη γίνεται από την τιμή, όπως ακριβώς λοιπόν και η τιμή από την αγάπη.

Στη συνέχεια, για να μην τιμούμε μόνο, απαιτεί και κάτι άλλο παραπάνω λέγοντας «τ σπουδ μ κνηροί (: στην προθυμία και στον ζήλο που απαιτείται για κάθε θεάρεστο έργο να μην είστε δυσκίνητοι και οκνηροί)» [Ρωμ. 12, 11]. Γιατί πραγματικά και αυτό γεννάει αγάπη, όταν μαζί με την τιμή δείξουμε και φροντίδα για κάποιον. Καθόσον τίποτε δεν συμβάλλει τόσο στο να αγαπιέται κανείς, όσο η τιμή και η φροντίδα. Γιατί δεν φθάνει το να αγαπάει, αλλά χρειάζεται και αυτό. Ή καλύτερα, από την αγάπη γίνεται και αυτό, όπως ακριβώς λοιπόν και η αγάπη από αυτό διαθερμαίνεται, και τον ένα δημιουργεί ο άλλος· καθόσον υπάρχουν πολλοί που αγαπούν με τη σκέψη τους, αλλά δεν απλώνουν το χέρι για βοήθεια. Γι’ αυτό από παντού οικοδομεί την αγάπη.

Και πώς θα ήταν δυνατό να μη γίνουμε οκνηροί στο ζήλο; «Τ πνεύματι ζέοντες (: οι εσωτερικές σας πνευματικές δυνάμεις να είναι γεμάτες από θερμή αφοσίωση και πάντοτε ζεστές από την πνευματική φλόγα του Αγίου Πνεύματος)». Πρόσεχε πώς παντού ζητάει τις επιτάσεις. Γιατί δεν είπε μόνο: «να δίνετε κάτι», αλλά «να δίνετε κάτι με αφθονία, με απλοχεριά», ούτε «να είστε προϊστάμενοι», αλλά «να εργάζεστε με ζήλο», ούτε είπε απλώς και μόνο «να ελεείτε», αλλά «να ελεείτε με χαρά», ούτε μόνο «να τιμάτε», αλλά «να ξεπερνάτε τους άλλους στις τιμές», ούτε μόνο «να αγαπάτε», αλλά «να αγαπάτε χωρίς υποκρισία», ούτε «να απέχετε από τα κακά», αλλά «να τα αποστρέφεστε και να τα μισείτε τα κακά», ούτε «να επιδιώκετε τα αγαθά», αλλά «να προσηλώνεστε στους τρόπους απόκτησης των αιωνίων αγαθών», ούτε απλώς «να αγαπάτε», αλλά «να αγαπάτε με φιλοστοργία», ούτε «να είστε πρόθυμοι», αλλά «όχι με οκνηρία», ούτε «να έχετε το πνεύμα», αλλά «να έχετε το θερμό πνεύμα, δηλαδή, για να είστε θερμοί και σε εγρήγορση». Εάν λοιπόν έχεις εκείνα που προαναφέρθηκαν, θα προσελκύσεις το Άγιο Πνεύμα· εάν παραμένει Αυτό κοντά σου, και προς εκείνα θα σε κάνει να τρέξεις, και όλα από το Άγιο Πνεύμα και την αγάπη θα είναι εύκολα, αφού και από τις δύο μεριές θα είσαι πυρωμένος. Δεν βλέπεις πως οι ταύροι, που έχουν επάνω στη ράχη τους τη φλόγα, είναι σε όλους αφόρητοι; Έτσι και εσύ θα είσαι αφόρητος στον διάβολο, αν λάβεις και από τις δύο μεριές τη φλόγα.

«τ Κυρί δουλεύοντες (: Με όλα αυτά τα χαρίσματα και τις αρετές να υπηρετείτε τον Κύριο ως αφοσιωμένοι δούλοι Του)». Με όλα αυτά δηλαδή είναι δυνατό να υπηρετήσεις τον Θεό. Γιατί, όσα κάνεις στον αδελφό σου, πηγαίνουν στον Κύριό σου, και ευεργετούμενος Αυτός, αμέσως σου λογαριάζει τον μισθό. Είδες πού οδήγησε το φρόνημα εκείνου που κάνει αυτά;

Στη συνέχεια, για να δείξει πώς μπορεί να αναφθεί η φλόγα του Πνεύματος, λέγει: «τ λπίδι χαίροντες, τ θλίψει πομένοντες, τ προσευχ προσκαρτεροντες (: η ακλόνητη ελπίδα σας στα μελλοντικά αγαθά να σας γεμίζει χαρά και να σας ενισχύει για να δείχνετε υπομονή στη θλίψη. Και να επιμένετε στην προσευχή, από την οποία θα παίρνετε μεγάλη βοήθεια για όλες αυτές τις αρετές, καθώς και για τις δύσκολες περιστάσεις της ζωής)». Γιατί όλα αυτά είναι προσανάμματα της φωτιάς εκείνης. Επειδή δηλαδή απαίτησε και δαπάνη χρημάτων και σωματικό κόπο και προστασία και ζήλο και διδασκαλία και τα άλλα τα επίπονα, προετοιμάζει πάλι τον αθλητή με την αγάπη, με το Πνεύμα, με την ελπίδα. Γιατί τίποτε δεν κάνει την ψυχή τόσο γενναία και τολμηρή σε όλα, όσο η αγαθή ελπίδα.

Έπειτα και πριν από τα ελπιζόμενα αγαθά δίνει πάλι άλλο έπαθλο. Επειδή δηλαδή η ελπίδα ανήκε στα μελλοντικά, λέγει: «να έχετε υπομονή στη θλίψη». Γιατί και πριν από τα μελλοντικά, θα κερδίσεις στο παρόν μεγάλο καλό από τη θλίψη, το να γίνεσαι καρτερικός και δόκιμος. Και μαζί με αυτό δίνει και άλλη βοήθεια λέγοντας: «τ προσευχ προσκαρτεροντες (: να επιμένετε πάντοτε με προθυμία και ζήλο στην προσευχή)». Όταν λοιπόν και η αγάπη κάνει εύκολο το πράγμα, και το Άγιο Πνεύμα βοηθάει, και η ελπίδα ελαφρύνει, και η θλίψη σε κάνει δόκιμο και ικανό για να τα υποφέρεις όλα γενναία, και έχεις μαζί με αυτά και άλλο όπλο πάρα πολύ μεγάλο, την προσευχή και τη βοήθεια από την παράκληση, ποιο από τα προστάγματα πλέον θα είναι δύσκολο; Κανένα. Είδες πώς από παντού στήριξε τον αθλητή και έδειξε πολύ ελαφρά τα προστάγματα;

Πρόσεχε πάλι πώς καταπιάνεται με την ελεημοσύνη ή καλύτερα όχι απλώς με την ελεημοσύνη, αλλά με την ελεημοσύνη στους Χριστιανούς. Γιατί με το να πει παραπάνω, « λεν, ν λαρότητι (: εκείνος που ελεεί, ας προσφέρει την ελεημοσύνη του με γλυκύτητα και καλοσύνη)», άνοιξε το χέρι σε όλους· εδώ όμως ομιλεί για ελεημοσύνη υπέρ των πιστών. Γι’ αυτό και προσθέτει λέγοντας: «τας χρείαις τν γίων κοινωνοντες (: να συμμετέχετε και να βοηθάτε στις ανάγκες των Χριστιανών)». Δεν είπε: «να δίνετε στις ανάγκες τους», αλλά «να μετέχετε στις ανάγκες τους», δείχνοντας ότι μεγαλύτερα παίρνουν παρά δίνουν, και ότι το πράγμα είναι εμπορία· γιατί είναι κοινωνία. Προσφέρεις εσύ χρήματα; Σου προσφέρουν εκείνοι την παρρησία προς τον Θεό.

«τν φιλοξενίαν διώκοντες (: να επιδιώκετε τη φιλοξενία χωρίς να περιμένετε οι ξενιτεμένοι αδελφοί να σας τη ζητήσουν)». Δεν είπε «να εκτελείτε», αλλά «να επιδιώκετε», διδάσκοντάς μας να μην περιμένουμε πότε να έρθουν σε εμάς εκείνοι που έχουν ανάγκη, αλλά να τρέχουμε πίσω τους και να τους καταδιώκουμε.

Αυτό έκανε ο Λωτ, αυτό έκανε ο Αβραάμ. Καθόσον την ημέρα την ξόδεψε σε αυτό, περιμένοντας το καλό αυτό κυνήγι, και όταν το είδε, αναπήδησε και έτρεξε να το συναντήσει, και προσκύνησε μέχρι το έδαφος και είπε: «Κύριε, ε ρα ερον χάριν ναντίον σου, μ παρέλθς τν παδά σου (: Κύριε, εάν τυχόν βρήκα χάρη ενώπιόν Σου, μην καταφρονήσεις τον δούλο Σου)» [Γεν. 18, 3]. Όχι όπως εμείς, όταν δούμε κάποιον ξένο ή φτωχό, κατεβάζουμε τα φρύδια μας και δεν τους θεωρούμε άξιους ούτε για χαιρετισμό. Και αν ύστερα από χίλια παρακάλια μαλακώσουμε και διατάξουμε τον υπηρέτη να δώσει λίγα χρήματα, νομίζουμε πως κατορθώσαμε το παν. Όμως εκείνος δεν συμπεριφερόταν έτσι, αλλά πήρε τη θέση του ικέτη και του υπηρέτη, αν και βέβαια δεν ήξερε ποιους επρόκειτο να υποδεχθεί. Εμείς όμως, αν και γνωρίζουμε καλά ότι υποδεχόμαστε τον Χριστό, ούτε έτσι γινόμαστε μαλακοί. Αλλά εκείνος βέβαια και παρακαλεί και ικετεύει και προσκυνεί, ενώ εμείς βρίζουμε εκείνους που μας πλησιάζουν· και εκείνος τα καταφέρνει όλα μόνος του και με τη γυναίκα του, ενώ εμείς δεν τα καταφέρνουμε ούτε με τους υπηρέτες μας.

Εάν όμως θα ήθελες να δεις και το τραπέζι που παράθεσε, θα δεις και εδώ πολλή γενναιοδωρία. Τη γενναιοδωρία όμως δεν την έκανε η αφθονία των χρημάτων, αλλά ο πλούτος της διαθέσεως. Πόσοι λοιπόν πλούσιοι υπήρχαν τότε; Αλλά κανένας δεν έκανε τίποτε παρόμοιο. Πόσες χήρες υπήρχαν στο Ισραήλ; Καμιά όμως δεν φιλοξένησε τον Ηλία. Πόσοι πλούσιοι πάλι υπήρχαν στην εποχή του Ελισαίου; Αλλά η Σουμανίτδα τρυγούσε μόνη της τον καρπό της φιλοξενίας, όπως βέβαια και ο Αβραάμ τότε, τον οποίο αξίζει να θαυμάζουμε μαζί με την αφθονία των αγαθών και για την προθυμία και ιδίως για αυτό, ότι δηλαδή έκανε αυτά αν και δεν γνώριζε ποιοι ήταν οι επισκέπτες. Μην πολυεξετάζεις λοιπόν και εσύ, γιατί δέχεσαι εξαιτίας του Χριστού. Και αν θελήσεις να περιεργάζεσαι πάντοτε, πολλές φορές θα παραλείψεις και δοκιμασμένο και έγκριτο άνδρα, και θα χάσεις τον μισθό εξαιτίας αυτού. Αν και βέβαια εκείνος που δέχεται μη έγκριτο δεν κατηγορείται, αλλά και μισθό έχει (« δεχόμενος προφήτην ες νομα προφήτου μισθν προφήτου λήψεται, κα δεχόμενος δίκαιον ες νομα δικαίου μισθν δικαίου λήψεται (: Εκείνος που υποδέχεται και υποστηρίζει και βοηθά έναν προφήτη, επειδή είναι προφήτης, θα πάρει την ίδια ανταμοιβή που θα πάρει κι ο προφήτης· και εκείνος που υποδέχεται τον δίκαιο, επειδή είναι δίκαιος, θα πάρει την ίδια ανταμοιβή που θα πάρει κι ο δίκαιος [Ματθ. 10, 41]), ενώ εκείνος που από την άκαιρη αυτή εξέταση παραλείπει το θαυμαστό, ακόμη και τιμωρείται.

Μην πολυεξετάζεις λοιπόν τους τρόπους ζωής και τις πράξεις καθόσον αυτό είναι γνώρισμα της πιο χυδαίας συμπεριφοράς, να εξετάζεις σχολαστικά ολόκληρη τη ζωή του φτωχού ανθρώπου εξαιτίας ενός ψωμιού που είναι να του δώσεις για να σταματήσει η πείνα του. Είτε λοιπόν είναι δολοφόνος αυτός, είτε είναι ληστής, είτε είναι οτιδήποτε, δεν σου φαίνεται άξιος για ψωμί και λίγα χρήματα; Και ο Κύριός σου και τον ήλιο ανατέλλει σε αυτόν, ενώ εσύ τον θεωρείς ανάξιο και για την καθημερινή τροφή;

Εγώ όμως αναφέρω και άλλη υπερβολή. Και αν ακόμη δηλαδή γνωρίζεις πολύ καλά, ότι ο φτωχός που χρειάζεται να ελεήσεις είναι γεμάτος από άπειρα κακά, ούτε έτσι θα έχεις δικαιολογία, αφού του στερείς την καθημερινή του τροφή. Γιατί είσαι δούλος του Ιησού, που έλεγε: «οκ οδατε ποίου πνεύματός στε μες (: δεν ξέρετε ακόμη τι διαθέσεων και φρονημάτων ανθρώπους σας κάνει η νέα πνευματική δύναμη και ζωή που μεταδίδει η διδασκαλία μου και η χάρη του Πνεύματός μου. Δεν είστε άνθρωποι και διδάσκαλοι του πνεύματος της οργής και τιμωρίας που επικρατούσε στην Παλαιά Διαθήκη, αλλά του πνεύματος της πραότητας, της μακροθυμίας και της αγάπης, που δεν καταστρέφει, αλλά σώζει)» [Λουκά 9, 55].

Είσαι υπηρέτης Εκείνου που θεράπευσε εκείνους που Τον λιθοβόλησαν, ή καλύτερα, Εκείνου που σταυρώθηκε για αυτούς. Και μη μου λέγεις ότι φόνευσε άλλον. Γιατί και αν ακόμη πρόκειται να φονεύσει εσένα τον ίδιο, ούτε έτσι να τον αφήνεις να υποφέρει από πείνα. Καθόσον είσαι μαθητής Εκείνου που ποθούσε τη σωτηρία εκείνων που Τον σταύρωσαν, Εκείνου που έλεγε βρισκόμενος πάνω στο σταυρό: «Πάτερ, φες ατος· ο γρ οδασι τί ποιοσι (: Πατέρα μου, συγχώρησέ τους˙ διότι είναι τυφλωμένοι από τα πάθη τους και δεν ξέρουν τι κάνουν)» [Λουκ. 23, 34].

Είσαι δούλος Εκείνου που θεράπευσε αυτόν που Τον χαστούκισε, Εκείνου που στεφάνωσε αυτόν που Τον έβρισε ενώ βρισκόταν επάνω στο σταυρό, πράγμα με το οποίο τι θα μπορούσε να εξισωθεί; Καθόσον στην αρχή και οι δύο ληστές Τον έβριζαν, αλλά όμως στον ένα από αυτούς άνοιξε τον παράδεισο. Και δακρύζει για εκείνους που πρόκειται να Τον φονεύσουν, και ταράζεται και συγχύζεται βλέποντας τον προδότη, όχι γιατί επρόκειτο να σταυρωθεί, αλλά γιατί χάθηκε εκείνος, οδηγήθηκε στην απώλεια με τις επιλογές του. Ταρασσόταν λοιπόν προβλέποντας την αγχόνη, την κόλαση που ακολουθούσε τον Ιούδα μετά την αγχόνη. Και παρόλο που γνώριζε την κακία του, μέχρι την τελευταία ώρα τον ανεχόταν, και δεν τον απομάκρυνε, αλλά και φίλησε τον προδότη.

Ο Κύριός σου φιλεί και δέχεται εκείνον που πρόκειται να συντελέσει στο να χυθεί αμέσως το Τίμιο Αίμα Του από τους ανόμους στους οποίους πρόδωσε τον Διδάσκαλό του, αλλά εσύ δεν κρίνεις τον φτωχό άξιο ούτε για ψωμί; Και δεν σέβεσαι τον νόμο που όρισε ο Χριστός; Γιατί με αυτά έδειξε ότι όχι μόνο τους φτωχούς δεν πρέπει να αποστρεφόμαστε, αλλά ούτε εκείνους που μας οδηγούν στο θάνατο. Μη μου πεις λοιπόν ότι «ο τάδε μου προξένησε κακά», αλλά σκέψου τι έκανε ο Χριστός λίγο πριν την Σταύρωσή Του, με το φίλημα, με το οποίο επρόκειτο να παραδοθεί, για να διορθώσει τον προδότη. Και κοίταζε πώς τον ελέγχει: «ούδα», λέγει, «φιλήματι τν υἱὸν το νθρώπου παραδίδως; (: Ιούδα, με φίλημα, που ως τώρα ήταν δείγμα της αγάπης μας, προδίδεις αυτόν που είναι ο μοναδικός εκπρόσωπος του ανθρώπινου γένους και ο αναμενόμενος Μεσσίας σύμφωνα με τους προφήτες; [Λουκά 22, 48]. Ποιον δεν θα μαλάκωνε, ποιον δεν θα λύγιζε αυτή η φωνή; Ποιο θηρίο, ποιο διαμάντι; Αλλά δεν λύγισε εκείνον τον άθλιο.

Μη λέγεις, λοιπόν, ότι «ο τάδε φόνευσε τον τάδε, και  γι’ αυτό τον αποστρέφομαι». Γιατί, και αν ακόμη πρόκειται να βγάλει το ξίφος εναντίον σου και να μπήξει το δεξί του χέρι στον ίδιο τον λαιμό σου, φίλησε αυτό το χέρι, γιατί και ο Χριστός φίλησε τον μαθητή Του εκείνον που Του προξένησε τη σφαγή. Και εσύ λοιπόν να μη μισείς, αλλά να κλαις και να σπλαχνίζεσαι εκείνον που θέλει να σου κάνει κακό. Γιατί αυτός είναι άξιος να τον σπλαχνιζόμαστε και να τον κλαίμε. Είμαστε λοιπόν υπηρέτες Εκείνου που φίλησε και τον προδότη (γιατί δεν θα σταματήσω να το επαναλαμβάνω συνέχεια αυτό) και είπε λόγια πιο τρυφερά από το φίλημα. Γιατί δεν είπε: «μιαρέ και παμπόνηρε και προδότη, αυτές τις αμοιβές μας δίνεις πίσω για την τόση ευεργεσία;», αλλά πώς είπε; «Ιούδα», αναφέροντας το κύριο όνομα, που ήταν λόγος περισσότερο εκείνου που ταλανίζει και επαναφέρει στην τάξη, παρά εκείνου που οργίζεται. Και δεν είπε: «τον Διδάσκαλό σου, τον Κύριό σου και Ευεργέτη σου», αλλά «τον υιό του ανθρώπου». Εάν λοιπόν δεν ήταν διδάσκαλος ούτε κύριος, παραδίνεις αυτόν που συμπεριφερόταν σε εσένα τόσο ήπια και τόσο ειλικρινά, ώστε και την ώρα της προδοσίας να σε φιλεί και μάλιστα όταν το φίλημα ήταν το σημάδι της προδοσίας; Ευλογητός είσαι Κύριε! Πόσο μεγάλης ταπεινοφροσύνης, πόσο μεγάλης ανεξικακίας παράδειγμα έδωσες!

Αλλά προς τον Ιούδα βέβαια έτσι μίλησε, προς εκείνους όμως που ήρθαν εναντίον Του με ξύλα και λαμπάδες δεν μίλησε έτσι; Και τι θα μπορούσε να υπάρξει πιο τρυφερό από τα λόγια που λέχθηκαν και προς εκείνους; Γιατί, ενώ μπορούσε να τους εξαφανίσει αμέσως όλους, δεν έκανε τίποτε από αυτά, αλλά τους μίλησε με σκοπό να τους ελέγξει λέγοντας: «τί ξήλθετε ς π λστν μετ μαχαιρν κα ξύλων συλλαβεν με; (: γιατί, σαν να ήμουν ληστής, βγήκατε με μαχαίρια και με ρόπαλα να με πιάσετε; Κάθε μέρα καθόμουν κοντά σας διδάσκοντας μέσα στο ιερό και δεν με συλλάβατε[Ματθ. 26, 55]. Και αφού τους έριξε κάτω, επειδή εξακολουθούσαν να είναι πνευματικά αναίσθητοι, με τη θέλησή Του πάλι παραδινόταν, και ανεχόταν να βλέπει να περνούν αλυσίδες στα άγια χέρια Του, αν και μπορούσε όλα μαζί να τα συγκλονίσει και να τα ρίξει κάτω.

Εσύ όμως και ύστερα από αυτά συμπεριφέρεσαι άγρια προς τον φτωχό. Και βέβαια και αν ακόμη είναι ένοχος για άπειρα κακά, η φτώχεια και η πείνα είναι ικανά να μαλακώσουν εκείνη την ψυχή που δεν είναι υπερβολικά πωρωμένη. Αλλά εσύ εξακολουθείς να είσαι άγριος και να μιμείσαι τους θυμούς των λιονταριών· αν και βέβαια αυτά δεν θα έτρωγαν ποτέ νεκρά σώματα, εσύ όμως παρόλο που τον βλέπεις να είναι ταριχευμένος με τόσα κακά, πατάς επάνω του ενώ είναι πεσμένος, κατασπαράζεις το σώμα του με τις ύβρεις, μαζεύεις συμφορά επάνω στη συμφορά, και εκείνον που κατέφυγε στο λιμάνι τον κάνεις να χτυπήσει σε σκόπελο και προκαλείς πιο φοβερό ναυάγιο από αυτούς που βρίσκονται στη θάλασσα. Και πώς εσύ θα πεις στο Θεό: «ελέησέ με»;

Και πώς ζητάς συγχώρηση των αμαρτημάτων, όταν υβρίζεις με την ασπλαχνία σου Εκείνον που δεν αμάρτησε καθόλου, και απαιτείς τιμωρία για την πείνα και την τόσο μεγάλη ανάγκη, και ξεπερνάς στην αγριότητα όλα τα θηρία; Γιατί αυτά, επειδή τα εξαναγκάζει η κοιλιά, τρώγουν την τροφή που είναι συνηθισμένη σε αυτά, ενώ εσύ, χωρίς να σε παρακινεί κανένας, ούτε να σε εξαναγκάζει, κατατρώγεις τον αδελφό σου δαγκώνοντας και σπαράζοντας αυτόν, αν και όχι με τα δόντια, αλλά με λόγια πιο φοβερά από τα δαγκώματα. Πώς λοιπόν θα δεχθείς την ιερή προσφορά, αφού έβαψες κόκκινη τη γλώσσα σου με ανθρώπινα αίματα; Πώς δίνεις ειρήνη με στόμα που είναι γεμάτο πόλεμο; Και πώς θα απολαύσεις την υλική τροφή, όταν μαζεύεις τόσο πολύ δηλητήριο; Δεν διορθώνεις τη φτώχεια· γιατί και την ερεθίζεις; Δεν ανακουφίζεις κάποιον που βρίσκεται σε άθλια κατάσταση· γιατί και τον εξευτελίζεις; Δεν αφαιρείς τη στενοχώρια· γιατί και τη μεγαλώνεις; Δεν δίνεις χρήματα· γιατί και βρίζεις με λόγια;

Δεν άκουσες πόσο τιμωρούνται όσοι δεν τρέφουν τους φτωχούς; Σε ποιες τιμωρίες καταδικάζονται; Λέγει: «πορεύεσθε π᾿ μο ο κατηραμένοι ες τ πρ τ αώνιον τ τοιμασμένον τ διαβόλ κα τος γγέλοις ατο(: εσείς που από τα έργα σας γίνατε καταραμένοι, φύγετε μακριά από μένα στο πυρ το αιώνιο, που έχει ετοιμαστεί για τον διάβολο και τους αγγέλους του)» [Ματθ. 25, 41]. Εάν όμως όσοι δεν τρέφουν καταδικάζονται έτσι, με ποια τιμωρία θα τιμωρηθούν εκείνοι, που μαζί με το ότι δεν τρέφουν, βρίζουν κιόλας; Πόσο μεγάλη κόλαση θα υποφέρουν, πόσο μεγάλη γέενα;

Για να μην προκαλέσουμε λοιπόν τόσα κακά εναντίον μας, όσο ακόμη μπορούμε, ας διορθώσουμε και την κακή αυτή αρρώστια και ας βάλουμε χαλινάρι στη γλώσσα. Και όχι μόνο να μη βρίζουμε, αλλά και να παρηγορούμε, και με λόγια και με πράγματα, ώστε αφού αποταμιεύσουμε από πριν πολλή ελεημοσύνη για τον εαυτό μας, να επιτύχουμε τα αγαθά που μας έχει ο Θεός υποσχεθεί, τα οποία είθε να τα επιτύχουμε όλοι μας, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, μέσω του οποίου και μαζί με τον οποίο στον Πατέρα και συγχρόνως στο άγιο Πνεύμα ανήκει η δόξα στους αιώνες. Αμήν.

 

***

 

Υπομνηματισμός των χωρίων Ρωμ. 12, 14-15 : ΚΑΝΟΝΕΣ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΖΩΗΣ

 

«Ελογετε τος διώκοντας μς, ελογετε κα μ καταρσθε (: να εύχεστε για εκείνους που σας καταδιώκουν· για όλους να εύχεστε και να λέτε καλά λόγια ζητώντας την ευλογία του Θεού επάνω τους, και ποτέ να μην τους καταριέστε)» [Ρωμ. 12, 14].

Αφού ο Παύλος τούς δίδαξε πώς πρέπει να συμπεριφέρονται μεταξύ τους και αφού ένωσε με ακρίβεια τα μέλη, έτσι τους οδηγεί πλέον προς την έξω από την εκκλησία παράταξη, κάνοντάς την από εδώ πιο εύκολη. Γιατί, όπως ακριβώς εκείνος που δεν πέτυχε τις υποχρεώσεις του προς τους συγγενείς, δυσκολότερα θα τακτοποιήσει τις υποχρεώσεις του προς τους ξένους, έτσι εκείνος που άσκησε καλά τον εαυτό του σε αυτό, ευκολότερα θα νικήσει και τους ξένους. Για αυτό λοιπόν και ο Παύλος προχωρώντας σιγά σιγά, αναφέρει αυτά μετά από εκείνα, και λέγει: «ελογετε τος διώκοντας μς (: Να εύχεστε και να παρακαλείτε τον Θεό για εκείνους που σας διώκουν)». Δεν είπε «να μη μνησικακείτε, ούτε να τους πολεμείτε», αλλά ζήτησε το πολύ περισσότερο από αυτά. Γιατί εκείνο βέβαια είναι γνώρισμα ανθρώπου πιστού, ενώ αυτό είναι γνώρισμα πλέον αγγέλου.

Και αφού είπε «να ευλογείτε», πρόσθεσε, «και να μην καταριέστε», για να μην κάνουμε και αυτό και εκείνο, αλλά μόνο εκείνο. Καθόσον εκείνοι που μας καταδιώκουν είναι πρόξενοι μισθών σε εμάς. Εάν όμως είσαι προσεκτικός, θα ετοιμάσεις στον εαυτό σου και άλλο μισθό ύστερα από αυτόν. Γιατί εκείνος θα σου δώσει τον μισθό από το διωγμό, ενώ εσύ θα δώσεις στον εαυτό σου τον μισθό από τον καλό σου λόγο σε αυτόν, φανερώνοντας πάρα πολύ μεγάλο δείγμα της αγάπης σου στον Χριστό. Όπως ακριβώς δηλαδή όποιος καταριέται εκείνον που τον καταδιώκει, δείχνει ότι δε χαίρεται υπερβολικά που παθαίνει αυτά για χάρη του Χριστού, έτσι όποιος ευλογεί αποδεικνύει μεγάλη την αγάπη του.

Μην τον κακολογήσεις λοιπόν για να κερδίσεις και εσύ ο ίδιος μεγαλύτερο μισθό και να διδάξεις εκείνον, ότι το πράγμα είναι γνώρισμα προθυμίας και όχι ανάγκης, πανήγυρης και εορτής, όχι συμφοράς ούτε στενοχώριας.  Γι’ αυτό και ο Χριστός έλεγε: «μακάριοί στε ταν επωσι πν πονηρν ῥῆμα καθ᾿ μν ψευδόμενοι νεκεν μο. χαίρετε κα γαλλισθε, τι μισθς μν πολς ν τος ορανος (: μακάριοι είστε εσείς οι μαθητές μου, όταν σας χλευάσουν οι άνθρωποι και σας καταδιώξουν και εξαιτίας μου πουν κάθε είδους ψεύτικες κακολογίες και κατηγορίες εναντίον σας. Να χαίρεστε και να εκδηλώνετε ζωηρά τη χαρά σας, διότι θα είναι μεγάλη η ανταμοιβή σας στους ουρανούς. Έτσι εξάλλου καταδίωξαν και τους προφήτες που έστειλε ο Θεός πριν από σας)» [Ματθ. 5, 11-12]. Γι’ αυτό και οι απόστολοι επέστρεφαν χαρούμενοι, όχι γιατί τους έβρισαν μόνο. Αλλά και γιατί μαστιγώθηκαν. Γιατί μαζί με τα προηγούμενα θα κερδίσεις και άλλο μεγάλο, το να καταπλήξεις και έτσι τους εχθρούς σου και να τους διδάξεις με τα έργα ότι βαδίζεις προς άλλη ζωή. Γιατί, αν σε δει να χαίρεσαι και να πετάς από χαρά γιατί σε κακομεταχειρίζονται, θα μάθει καλά εκ των πραγμάτων ότι έχεις άλλες ελπίδες μεγαλύτερες από τα παρόντα· γιατί, αν δεν κάνεις αυτό, αλλά κλαις και οδύρεσαι, από πού θα μπορέσει να μάθει εκείνος, ότι περιμένεις άλλη ζωή; Αλλά και μαζί με αυτό πάλι θα επιτύχεις και κάτι άλλο. Γιατί, αν σε δει να μη στενοχωριέσαι για τις ύβρεις, αλλά και να ευλογείς, θα σταματήσει να σε καταδιώκει.

Κοίταξε λοιπόν πόσα καλά γίνονται από εδώ· και ο μισθός θα είναι μεγαλύτερος για σένα και ο πειρασμός μικρότερος και εκείνος θα σταματήσει να σε καταδιώκει, και ο Θεός θα δοξασθεί και η πίστη σου θα γίνει διδασκαλία ευσέβειας για εκείνον που έχει βρεθεί σε πλάνη. Γι’ αυτό όχι μόνο εκείνους που μας βρίζουν, αλλά και εκείνους που μας καταδιώκουν και μας κακομεταχειρίζονται με τα έργα, διέταξε να τους ευεργετούμε και  με έργα.

«χαρειν μετ χαιρντων κα κλαειν μετ κλαιντων (: να χαίρεστε μαζί με εκείνους που χαίρονται, και να κλαίτε μαζί με εκείνους που κλαίνε)». Επειδή λοιπόν είναι δυνατό να ευλογήσουμε και να μην καταραστούμε αλλά να μην το κάνουμε αυτό από αγάπη, θέλει να θερμαινόμαστε εντελώς με την αγάπη. Γι αυτό πρόσθετε και αυτό, ώστε να μην ευλογούμε μόνο, αλλά και να συμπονούμε και να συμπάσχουμε αν κάποτε τους βλέπαμε να έχουν πέσει σε συμφορά. «Ναι», θα μπορούσε να πει κανείς, «αλλά το να συμπονούμε με εκείνους που κλαίνε πολύ σωστά το διέταξε, το άλλο όμως γιατί τέλος πάντων το πρόσταξε, αφού δεν είναι κανένα μεγάλο πράγμα;». Και όμως, εκείνο χρειάζεται φιλοσοφότερη ψυχή, δηλαδή το να χαιρόμαστε μαζί με εκείνους που χαίρονται, παρά το να κλαίμε μαζί με εκείνους που κλαίνε. Γιατί αυτό βέβαια το κατορθώνει και η ίδια η φύση και κανένας δεν είναι τόσο σκληρός σαν πέτρα, που να μην κλαίει εκείνον που βρίσκεται σε συμφορές, εκείνο όμως χρειάζεται πάρα πολύ γενναία ψυχή, ώστε όχι μόνο να μη φθονούμε αυτόν που ευημερεί, αλλά και να χαιρόμαστε μαζί του. Γι αυτό και ανέφερε πρώτο αυτό· γιατί τίποτε δεν δυναμώνει τόσο την αγάπη, όσο όταν μετέχουμε μεταξύ μας και στη χαρά και στη λύπη.

Να μη μένεις λοιπόν, επειδή ο ίδιος βρέθηκες μακριά από τις συμφορές και έξω από τη συμπάθεια. Γιατί, όταν ο πλησίον πάθει κάτι κακό, οφείλεις να κάνεις κοινή τη συμφορά· να συμμετέχεις λοιπόν στα δάκρυα, για να ανακουφίσεις  τη λύπη· να συμμετέχεις στη χαρά, για να ριζώσεις την ευφροσύνη και να στερεώσεις την αγάπη, και για να ωφελήσεις πριν από εκείνον τον εαυτό σου, γιατί με τα δάκρυα κάνεις τον εαυτό σου συμπονετικό, ενώ με τη συμμετοχή στη χαρά, τον καθαρίζεις εντελώς από το φθόνο και τη ζήλεια. Πρόσεχε, όμως, παρακαλώ, και την έλλειψη φορτικότητας από τον Παύλο. Γιατί δεν είπε, «σταμάτησε τη συμφορά», για να μη λέγεις πολλές φορές ότι είναι αδύνατο, αλλά το πιο εύκολο πρόσταξε και το οποίο έχεις τη δύναμη να το κάνεις. Γιατί και αν ακόμη δεν μπορέσεις να εξαλείψεις το κακό, να δακρύζεις, και το περισσότερο το εξάλειψες· και αν ακόμη δεν μπορέσεις να μεγαλώσεις την ευτυχία, να χαίρεσαι και την αύξησες πολύ. Γι’ αυτό συμβουλεύει όχι μόνο να μη φθονούμε, αλλά και εκείνο που είναι πολύ περισσότερο, το να χαιρόμαστε δηλαδή μαζί του· γιατί αυτό είναι πολύ περισσότερο από το να μη φθονούμε.

 

ΠΗΓΕΣ:

  • https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/in-epistulam-ad-romanos.pdf
  • Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στην Προς Ρωμαίους επιστολή, ομιλία ΚΒ΄, ΚΓ’, πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1985, τόμος 17, σελίδες 456-487 .
  • http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
  • Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
  • Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
  • Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
  • http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
  • http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm

 

(Επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος)

❌