Normal view

There are new articles available, click to refresh the page.
Before yesterdayΗ ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ

Πώς Θα Σωθούμε: Εσύ και ο εαυτός σου (Ιερά Μονή Παρακλήτου)

By: alopsis
13 June 2026 at 01:00

Επιλογή και διασκευή ψυχωφελών κειμένων από το βιβλίο “ΑΜΑΡΤΩΛΩΝ ΣΩΤΗΡΙΑ” του μοναχού Αγαπίου Λάνδου του Κρητός

Εσύ και ο εαυτός σου

Στην αρχή του κεφαλαίου που πραγματεύεται τη σχέση μας με το Θεό, γράψαμε ότι απέναντι στον εαυτό σου πρέπει να έχεις καρδιά δικαστή. Και ένας ευσυνείδητος δικαστής διαθέτει δύο βασικά προσόντα: γνώση και θάρρος. Γνώση μεν, για να ξέρει τι πρέπει να κάνει σε κάθε περίπτωση σύμφωνα με το νόμο, και θάρρος, για να κάνει αυτό που πρέπει χωρίς να φοβάται τίποτα και χωρίς να επηρεάζεται από κανέναν.

Στην αντιμετώπιση του εαυτού σου πρέπει να είσαι κι εσύ οπλισμένος με γνώση και θάρρος, για να κάνεις ό,τι πρέπει, σύμφωνα με το νόμο του Θεού, και μάλιστα με ανδρεία, χωρίς να φοβάσαι τους εχθρούς σου, ορατούς και αοράτους, και χωρίς να επηρεάζεσαι απ΄αυτούς.

Όπως ασφαλώς γνωρίζεις, είσαι δισύνθετος, αποτελείσαι δηλαδή από σώμα και ψυχή. Πρέπει, λοιπόν, τόσο το σώμα, με όλα τα μέλη και τις αισθήσεις του, όσο και η ψυχή, με όλες τις ροπές και τις δυνάμεις της, να επιτελούν το αγαθό και τις αρετές, να υπηρετούν δηλαδή το σκοπό της σωτηρίας.


Πρώτα-πρώτα πρέπει να κυβερνάς το σώμα σου με αυστηρότητα, όχι με επιείκεια, υποχωρητικότητα στις απαιτήσεις του, ανοχή στη χαυνότητα και την οκνηρία του. Μάθε να ζεις με λιτότητα ή ακόμα και με στέρηση. Αγάπησε τη σκληραγωγία και τον αυτοέλεγχο στην τροφή, στον ύπνο και σ΄όλα τα αναγκαία του σώματος. Επιπλέον να προσέξεις την εξωτερική σου εμφάνιση και συμπεριφορά, γιατί και σ΄αυτό δίνουν μεγάλη σημασία οι άγιοι Πατέρες. Η σύνεση, η λεπτότητα, το μέτρο, η σεμνότητα και η αυτοσυγκράτηση να χαρακτηρίζουν την ενδυμασία, το βάδισμα, τις κινήσεις, τις συζητήσεις σου. Τίποτα να μην κάνεις, που θα μπορούσε να σκανδαλίσει τους άλλους. Η παρουσία σου ανάμεσα στους ανθρώπους ας είναι πάντα προσεκτική, διακριτική, ταπεινή, ειρηνική και διδακτική, έτσι ώστε και εκείνοι να ωφελούνται και ο Θεός να δοξάζεται.

Η επιμελής φύλαξη των αισθήσεων του σώματος είναι απαραίτητη προϋπόθεση της πνευματικής σου υγείας και προκοπής. Για τις αισθήσεις, όμως, γράψαμε ήδη. Εδώ τώρα θ΄αναφερθούμε και στη φύλαξη της γλώσσας, με βάση τα σχετικά αγιογραφικά χωρία.

“Ο θάνατος και η ζωή είναι στην εξουσία της γλώσσας”, λέει ο Παροιμιαστής (18:21). Και δεν υπερβάλλει. Γιατί ποιος δεν ξέρει πόσο καλό αλλά και πόσο κακό μπορεί να κάνει η γλώσσα του ανθρώπου; Πράγματι, χαρίζει ζωή αλλά και σκορπίζει θάνατο.

Επομένως, πρέπει και αξίζει ν΄αγωνιστείς σκληρά για τη φύλαξη και τον έλεγχο της γλώσσας σου. Τι ακριβώς, όμως, πρέπει να προσέξεις;

Η προσπάθειά σου θα επικεντρωθεί σε τέσσερα σημεία:

α) στο τι θα πεις,

β) στο πώς θα το πεις,

γ) στο πότε θα το πεις και

δ) στο κίνητρο και το σκοπό που έχεις.

Σχετικά με το πρώτο σημείο, πρέπει να βρίσκεσαι σε διαρκή επιφυλακή, ώστε να μη βγαίνει από το στόμα σου κανένας κακός και βλαβερός λόγος, παρά μόνο καλός και ωφέλιμος, που να οικοδομεί πνευματικά όσους τον ακούνε, όπως συμβουλεύει ο απόστολος Παύλος: “Κανένας βλαβερός λόγος ας μη βγαίνει από το στόμα σας, παρά μόνο ωφέλιμος, που να μπορεί να οικοδομήσει, όταν χρειάζεται, και να κάνει καλό σ΄αυτούς που τον ακούνε” (Εφ. 4:29). Έτσι, η γλώσσα σου δεν πρέπει να εκτρέπεται ποτέ σε αισχρολογίες, κουτσομπολιά, συκοφαντίες, ματαιολογίες, ψέματα, κολακείες και άλλα παρόμοια, που ασφαλώς γνωρίζεις. Προπαντός να προσέχεις, ώστε ν΄αποφεύγεις δύο πολύ σοβαρά αλλά και πολύ συνηθισμένα αμαρτήματα της γλώσσας, στα οποία συνεχώς πέφτουν οι περισσότεροι άνθρωποι: την καύχηση και την κατάκριση. Επίσης, αν σου εμπιστεύθηκαν κάποιο μυστικό, εφόσον δεν πρόκειται για κάτι εφάμαρτο αυτό καθεαυτό ή με εφάμαρτες συνέπειες, δεν πρέπει να το φανερώσεις ποτέ.

Σχετικά με το δεύτερο σημείο, το πώς θα πεις κάτι, πρέπει να ξέρεις ότι τα λόγια σου, όσο σωστά κι αν είναι, θα γίνονται αποδεκτά από τους άλλους μόνο αν τους τα απευθύνεις με πραότητα, αγάπη και καλοσύνη -όχι με οργή, βιαιότητα και υψηλοφροσύνη.

Ας έρθουμε στο τρίτο σημείο, στο πότε θα μιλήσεις. Και σ΄αυτό χρειάζεται προσοχή και διάκριση. Γιατί, όπως λέει ο σοφός Σειράχ (20:19-20), όσο αποκρουστικός είναι ένας αγροίκος άνθρωπος, άλλο τόσο κι ένας λόγος που λέγεται σε ακατάλληλο καιρό. Ακόμα κι ένα σοφό γνωμικό, όταν λέγεται άκαιρα, δεν πιάνει τόπο.

Ως προς το τέταρτο, τέλος, σημείο, δηλαδή τα κίνητρα και τους σκοπούς των λόγων σου, καταλαβαίνεις, ασφαλώς, ότι πρέπει να σε χαρακτηρίζει πάντοτε η ευθύτητα, η απλότητα, η ειλικρίνεια και η ανιδιοτέλεια. Ό,τι θα πεις, να προέρχεται από άδολη συνείδηση και αγαθή προαίρεση. Να μη λες λόγια που δεν πιστεύεις, γιατί αυτό είναι υποκρισία. Να μην παριστάνεις το σοφό, γιατί αυτό δείχνει ματαιοδοξία. Εσύ να επιδιώκεις, με όσα λες, τη δόξα του Θεού και την ωφέλεια του πλησίον.

Μετά τις σωματικές αισθήσεις και τη γλώσσα, πρέπει ν΄αναφερθούμε και στις ψυχικές δυνάμεις, δηλαδή τις ροπές και τις κινήσεις της ψυχής, λ.χ. αγάπη, μίσος, χαρά, λύπη, επιθυμία, θυμό, κ.λ.π. Οι ψυχικές δυνάμεις κατανέμονται σε τρεις κατηγορίες, που αντιστοιχούν στα τρία μέρη της ψυχής, το λογιστικό (νους), το θυμικό (καρδιά, συναίσθημα) και το επιθυμητικό (βούληση). Όλα τα πάθη από δω ξεκινούν και από δω τρέφονται. Από το λογιστικό, η υπερηφάνεια, η βλασφημία, η απιστία, η αίρεση κ.τ.ό. Από το θυμικό, το μίσος, η μνησικακία, ο φθόνος, η ασπλαχνία κ.τ.ό. Από το επιθυμητικό, η φιλαργυρία, η γαστριμαργία και η πορνεία.

Εδώ, λοιπόν, είναι η ρίζα και η δύναμη της αμαρτίας. Εδώ βρίσκει ο διάβολος τα όπλα, με τα οποία σε πολεμάει. Εδώ είναι οι πτώσεις και οι νίκες -οι πτώσεις των χαύνων και των ράθυμων και των αμελών, και οι νίκες των γενναίων αθλητών του Χριστού. Εδώ κατορθώνεται όλη η αρετή, με το να δαμάσεις και να χαλινώσεις τα άγρια κι ανήμερα τούτα θηρία, τα πάθη. Αυτός είναι ο αμπελώνας, που έχεις να σκάβεις και να φροντίζεις καθημερινά. Αυτός είναι ο κήπος, απ΄όπου θα ξεριζώνεις με επιμέλεια τα ζιζάνια και θα φυτεύεις τις αρετές. Αυτό είναι το άρμα, όπου εσύ, σαν άλλος ηνίοχος, με τη δύναμη του νου και με χαλινάρια τους καλούς λογισμούς, θα συγκρατείς τα πάθη, θα εξουσιάζεις τις ψυχικές δυνάμεις και θα τις κατευθύνεις στο αγαθό.

Σε τούτο βρίσκεται η διαφορά ανάμεσα στα παιδιά του Θεού και στους δούλους του κόσμου, ανάμεσα στους πνευματικούς και τους σαρκικούς ανθρώπους: Οι πρώτοι πιστεύουν και υπακούνε στον Κύριο και στις εντολές Του, οι δεύτεροι, υπακούνε στις επιθυμίες της σάρκας, στις υποβολές του πονηρού, στις επιταγές του κόσμου, στις ροπές των παθών.

Ο αληθινός χριστιανός, με την πνευματική γνώση και την αγαθή προαίρεση και τον θείο έρωτα, αγωνίζεται και νεκρώνεται ως προς την αμαρτία και τα πάθη.

Γι΄αυτή τη νέκρωση των παθών, πρέπει να ξέρεις ότι σου χρειάζονται

α) η ταπείνωση της καρδιάς,

β) η υλική και πνευματική πτωχεία και

γ) το άγιο μίσος για τον εαυτό σου.

Η ταπείνωση της καρδιάς αποκτάται:

α) με την αυτογνωσία, δηλαδή τη γνώση και την παραδοχή της μηδαμινότητος και της αμαρτωλότητός σου

β) με τους σωματικούς κόπους, εφόσον καταβάλλονται με επίγνωση του σκοπού τους,

γ) με την πρόθυμη αποδοχή των ύβρεων, εξευτελισμών, καταφρονήσεων και χλευασμών,

δ) με το να βάζεις τον εαυτό σου πάντα στην τελευταία θέση, κάτω απ΄όλους, και να τον θεωρείς χειρότερο απ΄όλους,

ε) με το να κόβεις, σε κάθε περίσταση, όλα τα κλαδιά και τις εκδηλώσεις της υπερηφάνειας, και

στ) με την αδιάλειπτη προσευχή.

Η υλική και πνευματική πτωχεία συνδέεται στενά με την ταπείνωση. Είναι η εκούσια καταφρόνηση όλων των επίγειων πραγμάτων, των απολαύσεων, των τιμών και της δόξας για χάρη του Χριστού. Η διπλή αυτή πτωχεία, η συνειδητή και εκούσια, χαρίζει στον άνθρωπο ανέκφραστη εσωτερική ανάπαυση και καρδιακή ειρήνη. Επειδή η αληθινή ανθρώπινη ευδαιμονία έχει την αρχή της στην κατάπαυση των επιθυμιών του κόσμου τούτου, όποιος φτάνει σ΄αυτό το σημείο, αρχίζει να προγεύεται ήδη την ουράνια μακαριότητα.

Το άγιο μίσος για τον εαυτό σου δεν αποτελεί, όπως ίσως θα νομίσεις, φραστικό σχήμα παράδοξο ή οξύμωρο. Είν΄εκείνο που είπε ο Κύριος: “Αυτός που αγαπάει τη ζωή του, θα τη χάσει, κι αυτός που δεν λογαριάζει τη ζωή του στον κόσμο αυτό, θα τη φυλάξει για την αιώνια ζωή” (Ιω. 12:25). Εδώ δεν πρόκειται για το εφάμαρτο και ολέθριο μίσος που έχουν εναντίον του εαυτού τους οι απελπισμένοι άνθρωποι, και που συχνά τους οδηγεί ως την αυτοκτονία, αλλά για το σωτήριο μίσος που είχαν οι άγιοι εναντίον του αμαρτωλού και εμπαθούς εαυτού τους, εναντίον του σαρκικού φρονήματος. Αυτό το μίσος τούς έκανε να ταλαιπωρούν τη σάρκα τους με σκληρές ασκήσεις και να υποδουλώνουν το σώμα στο πνεύμα, για να μη γίνεται εμπόδιο στην πνευματική τους προκοπή και τελείωση. Αυτό το μίσος θα σε βοηθήσει κι εσένα πολύ στον αγώνα σου για την απονέκρωση των παθών και την πνευματική σου αναγέννηση.

 

___________________

*Ο συγγραφέας του βιβλίου “Αμαρτωλών Σωτηρία” μοναχός Αγάπιος, κατά κόσμον Αθανάσιος Λάνδος, ο “μέγας ευαγγελιστής του υποδούλου Γένους”, γεννήθηκε στο Χάνδακα, το σημερινό Ηράκλειο της Κρήτης, στα τέλη του 16ου αι. (μετά το 1580). Οι σαφείς και έγκυρες βιογραφικές πληροφορίες για τον Αγάπιο είναι πενιχρές, κι αυτές σεμνά κρυμμένες μέσα στα έργα του. Γιατί, όπως σωστά παρατηρήθηκε, ήταν ο ορθόδοξος μοναχός που κράτησε τον εαυτό του στη σκιά -άλλωστε, ούτε σχέσεις με προσωπικότητες της εποχής του επιδίωξε ούτε εκκλησιαστικά αξιώματα επιζήτησε-, ενώ φρόντισε για την προβολή του λόγου του Θεού και την ψυχική ωφέλεια των συνανθρώπων του. Ξέρουμε μόνο ότι σπούδασε τα ελληνικά και τα ιταλικά γράμματα στην Κρήτη, όπου η παιδεία γνώριζε τότε μεγάλη ακμή, ίσως μάλιστα και στην Ιταλία. […] (Από την εισαγωγή της έκδοσης)

 

Εκδόσεις Ιεράς Μονής Παρακλήτου

 

[Το βιβλίο (το οποίο και συνιστούμε ανεπιφύλακτα) χωρίζεται σε δύο μέρη. Το πρώτο αναφέρεται στις αμαρτίες και τα πάθη, στις θλίψεις και τη ματαιότητα του κόσμου. Το δεύτερο, στη σχέση μας με το Θεό, τον πλησίον και τον εαυτό μας, στη νηστεία και την προσευχή, στην εξομολόγηση και τη θεία κοινωνία, στη μνήμη του θανάτου, στον παράδεισο και την κόλαση]

Κυριακή Β΄ Ματθαίου: Οι εποπτείες τού Θεού (π. Αθανάσιος Μυτιληναίος)

By: alopsis
12 June 2026 at 01:00

[Ματθ. 4, 18-23]

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία που εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 21-6-1998       

Το πρώτο ξεκίνημα, αγαπητοί μου, του Ενανθρωπήσαντος Θεού Λόγου, όπως είδαμε να μας περιγράφει στη σημερινή ευαγγελική περικοπή ο ευαγγελιστής Ματθαίος. Ένα ξεκίνημα απόλυτα φυσικό και ανθρώπινο και ταυτόχρονα θείο και υπερφυσικό.

Ο Κύριος περιπατεί εις τον αιγιαλόν της λίμνης της Τιβεριάδος και εκεί εις την ακρολιμνιά, δύο αδέλφια ψαράδες, ο Πέτρος και ο Ανδρέας, ασχολούνται με την ψαρική και το καΐκι τους. Βέβαια προηγήθηκε ένα κήρυγμα του Κυρίου στα πλήθη, μια θαυμαστή αλιεία και μάλιστα εις το καΐκι του Πέτρου και του Ανδρέα και σε ένα ακόμη ζευγάρι αδέλφια, τον Ιάκωβον και τον Ιωάννην.

Με πολλή λιτότητα μας περιγράφει ο ευαγγελιστής Ματθαίος τα εξής: «Περιπατν ησος παρ τν θάλασσαν τς Γαλιλαίας εδε δύο δελφούς. Κα προβς κεθεν εδεν λλους δύο δελφούς κα κάλεσεν ατούς». Δηλαδή: «Περιπατώντας», λέει, «ο Κύριος παρά την θάλασσαν της Γαλιλαίας, είδε δύο αδέλφια. Πήγε λίγο πιο κάτω, είδε άλλα δύο αδέλφια και τους εκάλεσε».

Εξέρχεται, βλέπετε, ο Κύριος για να εκλέξει τους δώδεκα μαθητάς Του. Και αποτείνεται στα δύο ζεύγη των αδελφών. Ασφαλώς ο Κύριος θα είδε στη λίμνη κι άλλους ψαράδες. Αλλά αποτείνεται και σε ένα δεύτερο ζεύγος ψαράδων. Επισημαίνει αυτούς τους τέσσερις ψαράδες. Γιατί δεν απετάνθηκε σε άλλους; Και γιατί απετάθη εις αυτούς τους τέσσερις μόνο; Τι μπορούσε να βλέπει σ’ αυτούς ο Κύριος; Ασφαλώς το βάθος της αγαθής των προαιρέσεως. Και ο Κύριος δεν αστόχησε. Έβλεπε, λοιπόν, και ως Θεός. Όχι μόνον ως άνθρωπος. Αλλά και ως Θεός.

Αυτό που προηγουμένως σας είπα, ότι ήταν ένα ξεκίνημα απόλυτα φυσικό και ανθρώπινο, και ταυτόχρονα θείο και υπερφυσικό. Αργότερα, όταν θα αναφερθεί εις τον Ιούδα τον προδότη, θα πει: «Οκ γ μς τος δώδεκα ξελεξάμην;». «Εγώ», λέγει, «δεν σας εξέλεξα εσάς τους δώδεκα;». «Κα ες ξ μν ες διάβολός στιν». «Και ένας από σας είναι διάβολος». Και εννοούσε τον Ιούδα τον Ισκαριώτη. Ακόμη, θα μας σημειώσει ο ευαγγελιστής Ιωάννης: «γώ οδα ος ξελεξάμην». «Εγώ γνωρίζω ποιους έχω διαλέξει». Και ακόμη θα μας σημειώσει ο ίδιος ευαγγελιστής: «Οχ μες μ ξελέξατε, λλ’ γ ξελεξάμην μς». «Δεν με διαλέξατε εσείς Εμένα, αλλά Εγώ διάλεξα εσάς». Κι εδώ φαίνεται η υπερφυσική γνώσις του Ιησού Χριστού. Έτσι εκλέγει σαν άνθρωπος και εκτιμά την ανθρώπινη προαίρεση σαν Θεός.

Ώστε, λοιπόν, μας βλέπει ο Χριστός. Μας γνωρίζει ο Χριστός. Μας εποπτεύει. Και φυσικά δεν λαθεύει. Κι αν απήλθε στον ουρανό και μας είπε ότι μαζί μας θα είναι έως της συντελείας του αιώνος, όλες τις ημέρες της Ιστορίας, έως ότου παρέλθει ο κόσμος και έως εκεί πάλι μας εποπτεύει, μας βλέπει. «Εγώ είμαι», λέγει, «μαζί σας».

Βλέπει στα δύο ζεύγη των μαθητών, αγαπητοί, τόσο την αγαθή τους προαίρεση, όσο και την προθυμία τους. Αλλά και εις τα άλλα δύο ζεύγη το ίδιο. Που άφησαν πατέρα, δίχτυα, καΐκια και Τον ακολούθησαν με ολοκληρωτική προσφορά. Αυτό μας καταπλήσσει.

Μήπως ο Θεός, όμως, προσωποληπτεί; Αποτείνεται εις αυτούς τους τέσσερις, δείχνοντας μίαν προσωποληψίαν; Όχι βέβαια. Κι εμάς ο Θεός μάς καλεί. Ναι, κι εμάς. Τόσο στη σωτηρία μας, εφόσον «πάντας νθρώπους θέλει σωθναι κα ες πίγνωσιν ληθείας λθεν», όσο και σε ειδικά όργανα διακονίας. Ζηλεύεις τον Ιερό Χρυσόστομο, πάτερ Αθανάσιε; Μπορείς να φθάσεις, άμα θέλεις. Τι έκανες για να φθάσεις; Ζηλεύεις τον Α, τον Β, τον Γ, τον Δ Πατέρα της Εκκλησίας μας; Μπορείς κι εσύ να γίνεις. Γιατί δεν έγινες; Δεν προσωποληπτεί, λοιπόν, ο Θεός. Εμείς δεν προσφέρομε τον εαυτόν μας σωστά. Αν μου πείτε ότι έδωσε ειδικά χαρίσματα εις αυτούς…Και ποιος σας είπε ότι ο Θεός δίνει έτσι κατά τρόπον περίεργον, σπάταλον τα χαρίσματά Του; Είδε την προαίρεσή σου; Είδε τον κόπο σου; Θα σου δώσει χαρίσματα! Θα σου δώσει χαρίσματα. Εργάστηκες λοιπόν; Δεν προσωποληπτεί ο Θεός. Αλλά δίδει εκεί που βλέπει ότι θα αξιοποιηθούν εκείνα τα οποία θα δώσει.

Αλλά όλοι, δυστυχώς, δεν έχουν προετοιμάσει τον εαυτό τους για μια τέτοια διακονία. Τι λέγω διακονία; Εδώ ούτε για την ίδια τους την σωτηρία δεν έχουν φροντίσει. Οι μαθηταί; Ω, οι μαθηταί! Αν θέλετε να ρίξομε μια ματιά σ’ αυτούς… ιδιωτικά ετοίμαζαν τον εαυτό τους, πρώτιστα με την προσεκτική τους ζωή. Ύστερα με την μελέτη και με την προσευχή. Έχομε ένα μικρό δείγμα. Όταν ο Φίλιππος βρήκε τον φίλο του, τον Ναθαναήλ, τι του είπε; «Εκείνον τον οποίον έγραψε ο Μωυσής και οι προφήται, δηλαδή τον Μεσσία, τον βρήκαμε». Πού Τον βρήκαν; Τον βρήκαν πρώτα πρώτα στις Γραφές. Τα γνωρίσματα του Μεσσίου τα βρήκαν στις Γραφές. Οι άρχοντες, φύσει-θέσει, έπρεπε να γνωρίζουν τα γνωρίσματα του Μεσσίου. Και όχι μόνον δεν τα εγνώριζαν, γιατί δεν μελετούσαν τον λόγον του Θεού. Γιατί, νομίζετε σήμερα, δεσποτάδες και αρχιερείς μελετούν τον λόγο του Θεού; Αν μελετούσαν τον λόγον του Θεού, δεν θα ‘σερναν σαν σκυλάκι την Εκκλησία στον Οικουμενισμό ή δεν ξέρω πού αλλού! Αν μελετούσαν. Αν μελετούσαν. Ναι! Κάποτε, θυμάμαι εδώ και σαράντα χρόνια, ο αρχιεπίσκοπος του Καντέρμπουρι (Canterbury), Αγγλικανός, συμμετείχε σε μία προσπάθεια να αμνηστευτούν οι ομοφυλόφιλοι. Και είπα πολύ απλά: «Μα δεν άνοιξε την Αγία Γραφή να διαβάσει ότι δεν πρόκειται περί ασθενείας αλλά πρόκειται περί αμαρτίας; Εκεί δεν διάβασε τίποτε;». Ιδού. Αυτό είναι το πράγμα.

Λοιπόν μελετούσαν οι υποψήφιοι μαθηταί του Χριστού, χωρίς να ξέρουν ότι θα χρηματίσουν μαθηταί του Χριστού. Πού να το φανταστούν! Πού να φανταστούν μία τόσο μεγάλη τιμή. Λοιπόν, μελετούσαν τις Γραφές, για Εκείνον που έγραψε ο Μωυσής και οι προφήται. Και είχαν μάθει τα χαρακτηριστικά του Μεσσίου. Και είχαν μάθει ακόμα ότι ο Μεσσίας είναι παθητός. Ότι θα εσταυρούτο. Πρόσεξαν οι άρχοντες του λαού για τον Μεσσία ότι θα ήτο παθητός; Όπως ακριβώς ο γάιδαρος, με συμπαθάτε, όταν δει ένα αυλάκι με νερό, κοντοστέκεται. Και μετά -το φοβάται ο γάιδαρος το νερό- και μετά δίνει έναν πήδο και περνάει το ποταμάκι. Αυτό ‘κάναν οι άρχοντες. Όπου έβρισκαν σημείο ότι ο Ιησούς, ο Μεσσίας είναι παθητός, κοντοστεκόντουσαν κι αμέσως το ξεπερνούσαν. Κατάντημά τους. Γιατί; Γιατί άλλα πράγματα προσανατόλιζαν την σκέψη τους. Ότι ο Μεσσίας είναι εθνικός λυτρωτής! Εθνικός λυτρωτής. Και θα τους δώσει να φάνε με χρυσά κουτάλια. Εκεί πήγαινε το μυαλό τους. Κι όταν βλέπανε τον Μεσσία παθητόν, στην Γραφή, στον Ησαΐα, σας είπα, εκεί, με ένα πήδημα το ξεπερνούσαν. Κι όταν είδαν τον Ιησούν επί του Σταυρού: «Τι είδους Μεσσίας είναι αυτός, ο οποίος ήδη επί του Σταυρού πάσχει;». Βλέπετε, παρακαλώ; Έκαναν σωστή μελέτη; Σίγουρα όχι.

Ενώ οι μαθηταί, όχι μελετούσαν τις Γραφές, τις έβλεπαν σωστά αλλά και προσδοκούσαν. Μάλιστα έχομε και μιαν άλλη αποκάλυψη κάπου. Εκείνη η προφήτις η Άννα, η θαυμαστή, εκείνη, γυναίκα, η χήρα, κόντευε τα 100 της χρόνια, με τον Συμεών, εκείνον τον θαυμάσιον άνθρωπο, τον δίκαιο, τον Θεοδόχον, όπως τον λέμε, που εκράτησε στην αγκαλιά του το νήπιον «Ιησούς», ξέρετε τι; Έχει μία παρατήρηση εκεί ο ευαγγελιστής Λουκάς. Ξέρετε τι παρατήρηση; Ότι η Άννα έλεγε και σε όσους εκείνους είχαν σωστή αντίληψη περί Μεσσίου στα Ιεροσόλυμα, ότι ο Μεσσίας ήλθε. Εκείνοι που είχαν σωστή αντίληψη περί Μεσσίου. Ναι παρακαλώ. Αυτό θα πει «μελετάω σωστά». Και έτσι προετοίμαζε ο κάθε μαθητής το εαυτού σκεύος, για να σταθεί εύχρηστος καιρῷ τῷ δέοντι εις τον Κύριον.

Ακόμη, καλεί ο Θεός, αλλά όλοι, δυστυχώς, δεν ανταποκρίνονται. Όχι μόνο στη δική Του διακονία, αλλά ούτε, όπως ήδη σας είπα, και στην προσωπική τους σωτηρία. Δεν ακούν. Εκείνος ο ταλαίπωρος Δημάς, συνεργάτης του Παύλου, συνεργάτης ενός Παύλου…: «Δημς γάρ με γκατέλιπεν γαπήσας τν νν αἰῶνα, κα πορεύθη ες Θεσσαλονίκην». Στην πατρίδα του δηλαδή.

Εποπτεύει, λοιπόν, ο Κύριος κάθε προαίρεση και κάθε ενέργεια εκείνων που θα Του αφοσιωθούν. Και τους εποπτεύει προ καταβολής κόσμου!!! Το ακούσατε; Πριν θεμελιωθεί ο κόσμος, τους εποπτεύει. Μα, ακόμη δεν ήρθαν εις το προσκήνιον της Ιστορίας. Πώς, λοιπόν, προ καταβολής κόσμου, πριν ακόμη καν γίνει η Δημιουργία ολόκληρη, τους γνωρίζει, τους εποπτεύει, τους βλέπει; Ακούστε τι σημειώνει ο ευαγγελιστής Ιωάννης εις το βιβλίον της Αποκαλύψεως: «Και προσκυνήσουσιν -εννοείται τον Αντίχριστον, γράφει στο 13ο κεφάλαιό του- ατν πάντες ο κατοικοντες π τς γς, ν ο γέγραπται τ νομα ν τ βιβλί τς ζως το ρνίου το σφαγμένου π καταβολς κόσμου». «Δεν είναι γραμμένοι», λέει, «στο βιβλίον της ζωής του αρνίου, που είναι σφαγμένον προ καταβολής κόσμου»!. Προορισμένος, οὕτως εἰπεῖν, οἰκείᾳ βουλήσει, ο Θεός Λόγος να ενανθρωπήσει και να δώσει τον εαυτό Του για τους ανθρώπους και εκείνοι οι οποίοι θα ήσαν γραμμένοι στο βιβλίον της ζωής, προ καταβολής κόσμου! Μην πείτε, λοιπόν, ότι αυτά είναι γραμμένα και συνεπώς από τα γραμμένα κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει. Είναι ένα πολύ πολύ πρόχειρο και επιπόλαιο επιχείρημα, ότι «Αφού είναι γραμμένα… πώς; Έχω καμίαν, τάχα, ευθύνη;». Απλώς, αγαπητοί μου, είναι τα ονόματα γραμμένα με βάση την προαίρεση που θα έδειχναν όταν θα έλθουν στο προσκήνιο της Ιστορίας.

Εποπτεύει και τα έθνη. Έστω κι αν αυτά δεν γνωρίζουν τον αληθινό Θεό. Γιατί όλα Του ανήκουν. Και τούτο γιατί είναι κι αυτά μέσα στο πρόγραμμα, αν το θέλετε, της Θείας Προνοίας.

Βλέπομε εδώ ότι ο Θεός, κατά τρόπον ανθρωπομορφικόν, λέγει για τα Σόδομα. Είναι οι τρεις άνδρες και λέγουν μεταξύ των στον Αβραάμ: «Καταβς ον ψομαι –δεν είπε «καταβάντες»· γιατί Ένας είναι ο Θεός. Αυτή η περίφημη περικοπή-, ε κατ τν κραυγν ατν τν ρχομένην πρός με συντελονται, ε δ μή, να γν». «Έφθασε», λέει, μήνυμα στον ουρανό ότι αυτοί οι άνθρωποι κάνουν αυτήν την αμαρτία, την ομοφυλοφιλία. Εγώ –λέει ο Θεός, ανθρωπομορφικά, προσέξτε, δηλαδή σαν να μιλάει άνθρωπος- δεν πίστεψα στ’ αυτιά μου και κατέβηκα να δω, έτσι είναι;». Δεν πιστεύει ούτε ο Θεός σε τέτοια που επινοούν αμαρτωλά πράγματα οι άνθρωποι.

Το ίδιο και με την Νινευί, την πρωτεύουσα των Ασσυρίων. Κι επειδή είδε την προαίρεσή τους, έστειλε τον Ιωνά να κηρύξει κήρυγμα μετανοίας. Αγαπητοί μου, να μην πολυπραγμονώ, ενήστευσε ολόκληρη η πόλις, ακόμη ενήστευσαν και τα υποζύγιά τους. Βλέπετε;

Ο Θεός, λοιπόν, εποπτεύει τα έθνη. Έτσι ο Θεός κοιτάζει τους ανθρώπους των Εθνών, πώς ζουν, τι αμαρτίες κάνουν, φανερές ή κρυφές, τι γράφουν -για να ‘ρθω στην εποχή μας- τι γράφουν οι εφημερίδες, τι φωτογραφίες δημοσιεύουν οι εφημερίδες, τι θεατρικά έργα παίζονται, τι διδάσκουν στα σχολεία κ.λπ. κ.λπ. Κι έρχεται να κρίνει κάθε πόλη και κάθε λαό, απ΄ ό,τι ο Κύριος βλέπει. Κι όπως λέγει ο Ψαλμωδός στον 65ον Ψαλμό του: «Ο φθαλμο ατο π τ θνη πιβλέπουσιν». «Τα μάτια», λέει, «του Θεού επιβλέπουν, βλέπουν μετ’ ακριβείας εις τα έθνη».

Και μία ακόμη ωραία εικόνα του Ψαλμωδού, που μας λέγει, πώς ο Θεός βλέπει τα πάντα. Είναι στον 13ο Ψαλμό. Λέγει: «Κύριος κ το ορανο διέκυψεν π τος υος τν νθρώπων το δεν ε στι συνιν κζητν τν Θεόν». Σαν να είναι ένα πάτωμα ο ουρανός και ανοίγει μία καταπακτή, ένα παράθυρο και από κει, λέει, διέκυψεν ο Κύριος, προσέξτε, πάντα ανθρωπομορφικά, δηλαδή έσκυψε να δει τι γίνεται πάνω στη Γη. Αν υπάρχει κανείς που να έχει μυαλό, αν είναι «συνιών», κι αν υπάρχει, τουλάχιστον, «κζητν τν Θεόν». Να είναι, δηλαδή, στην έρευνά Του. Και όχι σε μία νωχελή αδιαφορία του. Είδατε; «Το δεν». Για να ιδεί. Ωραία εικόνα, πραγματικά, αυτή.

Ο Χριστός, λοιπόν, αγαπητοί μου, μας βλέπει. Και στην προσευχή μας, μας βλέπει και στην μελέτη μας, και στις αναζητήσεις μας και εις τον αγώνα μας. Μας βλέπει. Τι είπε στον Ναθαναήλ ο Χριστός; «Πρ το σε Φίλιππον φωνσαι, ντα π τν συκν εδόν σε». «Πριν σε φωνάξει», λέγει, «ο φίλος σου ο Φίλιππος, σε είδα κάτω από την συκιά». Τι έκανε εκεί κάτω από την συκιά; Πρέπει να ήταν αρκετά μακριά ο Ιησούς Χριστός, αρκετά-αρκετά μακριά, κι αυτή η συκιά πρέπει να ήταν μέσα σε ένα οικόπεδο, σε μία μάντρα, ντουβάρι γύρω γύρω. Γι’ αυτό εξεπλάγη ο Ναθαναήλ. Τι έκανε εκεί, ξέρετε, ο Ναθαναήλ; Έκανε την προσευχή του. «Εγώ», λέει, «σε είδα, εκεί». Γιατί; Πού την έκανε; Εις Εκείνον που σε λίγο θα τον συναντήσει. Βλέπετε;

Ο Χριστός μάς βλέπει και στην Εξομολόγηση. Το ακούσατε; Άραγε αληθεύομε στην εξομολόγηση; Εξομολογούμεθα ειλικρινά; Κρύβομε κι από τον πνευματικό; Να τον εξαπατήσομε; Γιατί πολλοί νομίζουν ότι πρέπει να υφαρπάξουν την ευχήν της συγχωρήσεως. Φτωχοί άνθρωποι! Ο ιερεύς δεν είναι παντογνώστης. Με βάση εκείνα που του λες, θα κανονίσει. Ο Χριστός θα είναι Εκείνος που θα σε συγχωρήσει· ή δεν θα σε συγχωρήσει. Προσπαθείς να υποκλέψεις την ευχή εις την εξομολόγηση, κρύπτοντας ή αλλοιώνοντας το περιεχόμενο της εξομολογήσεώς σου;

Πολλοί λέγουν: «Πράγματι με βλέπει ο Χριστός;». Να η απάντησις. Ακούστε τι λέγει ο Ψαλμωδός: «Κα επαν -αυτοί οι κάποιοι-· οκ ψεται Κύριος (: ο Κύριος δεν βλέπει). Σύνετε δή, φρονες ν τ λα· καί, μωροί, ποτ φρονήσατε (: Ελάτε –λέει- να βάλετε μυαλό, σεις οι άρχοντες, σεις, όποιοι είσαστε). φυτεύσας τ ος οχ κούει; (: Αυτός που φύτευσε τα αυτιά όχι μόνον εις τους ανθρώπους, μα και στις μύγες και στα κουνούπια, δεν ακούει;). πλάσας τν φθαλμν οχ κατανοε; (: ή Εκείνος που έκανε τα μάτια, –όχι μόνον στους ανθρώπους, θα επαναλάβω, και στις μύγες και στα κουνούπια, και μάλιστα λέει ένας λογοτέχνης μας, ο Στρατής Μυριβήλης, αν, λέγει, μία μύγα θα μπορούσε να ξέρει πώς βλέπει ο άνθρωπος, ενώ αυτή βλέπει πολύ διαφορετικά, γιατί έχει δύο πελώρια σύνθετα μάτια, όπως και η μέλισσα, με μερικές χιλιάδες μάτια, θα ‘σκαζε στα γέλια! Έτσι λέει ο Στρατής Μυριβήλης- Αυτός, λοιπόν, που κατασκεύασε το μάτι, Αυτός δεν βλέπει;)». Είναι νομίζω ένα λογικότατον επιχείρημα.

Ο Χριστός βλέπει, ακόμα, αγαπητοί μου, και τους πειρασμούς μας. Και αν αυτοί οι πειρασμοί είναι έξωθεν, έρχονται απέξω, γιατί και ο άνθρωπος γεννά πειρασμούς στον εαυτό του, αυτό έχει πολύ μεγάλη παρηγορία: «Δεν βλέπει ο Κύριος τι πειρασμό περνάω;». Λέγει εις τον ἂγγελον της Εφέσου, στο βιβλίον της «Αποκαλύψεως». «γγελος» είναι ο επίσκοπος. «Οδα τ ργα σου κα τν κόπον σου κα τν πομονήν σου». «Γνωρίζω τα έργα σου, γνωρίζω τον κόπο σου, γνωρίζω και την υπομονή σου». Και θα πει ακόμη και εις τον άγγελον της Σμύρνης: «Οδά σου τ ργα κα τν θλψιν κα τν πτωχείαν». «Γνωρίζω τα έργα σου και πόσο σε στενοχωρούν οι άνθρωποι -αυτό θα πει θλίψις- αλλά βλέπω και την πτωχεία σου». Όλα αυτά γιατί; Γιατί όπως λέγει ο 7ος Ψαλμός, είναι ο Χριστός ο Κύριος, ο «τάζων καρδίας κα νεφρος». «Εξετάζει», λέει, «καρδίας και νεφρούς». Η «καρδία» εθεωρείτο η έδρα των σκέψεων. Δεν λέω πιο πολλά γιατί θα αργήσω. Οι δε «νεφροί» η έδρα των επιθυμιών και των ενεργειών. Δηλαδή σε ξέρει, σε βλέπει. Άνθρωπε, σε βλέπει.

Ο Χριστός μάς εποπτεύει ακόμη, αγαπητοί, και στις πιο μικρές λεπτομέρειες της ζωής μας. Έκανες καλά τον σταυρό σου; Σε είδε. Δεν έκανες καλά τον σταυρό σου αλλά επιπόλαια; Κι αυτό το είδε.

Κάποτε κλήθηκε σε ένα δείπνο ο Κύριος, από κάποιον Φαρισαίον. Και εκεί, μας σημειώνει ο ευαγγελιστής Λουκάς, τούτο το καταπληκτικό. Πήγε σε μια γωνιά ο Κύριος, μέχρι να έρθουν όλοι οι καλεσμένοι «πέχων πς τς πρωτοκκλησίας ξελέγοντο». «Έβλεπε και παρατηρούσε πώς ο καθένας διάλεγε την πρώτη θέση». «Να τρέξω, να πιάσω την πρώτη θέση». Τας πρωτοκαθεδρίας. Και κατόπιν είπε εκείνη την περίφημη παραβολή, «όταν σε καλέσουν», λέει, «σε δείπνο μην τρέξεις να πιάσεις την πρώτη θέση» κ.τ.λ. κ.τ.λ.

Έτσι νομίζομε, αγαπητοί, ότι ο Χριστιανισμός είναι τήρησις μόνον μερικών βασικών εντολών και όχι άρωμα ζωής. Αγαπητοί, πώς μας βλέπει τον καθένα μας ο Θεός; Πώς μας βλέπει στην καθημερινότητα της ζωής μας; Στο σπίτι, στον δρόμο, στην εργασία, στις ποικίλες ιδιωτικές μας υποθέσεις;

Μας εποπτεύει ακόμη, πώς σκεπτόμαστε, πώς μιλούμε, πώς ενεργούμε, με κάθε μας κίνηση. Ξέρετε τι κέρδος θα είχαμε εάν είχαμε αυτήν την αίσθηση; Δεν θα αμαρτάναμε. Να το μέγα κέρδος. Ακόμη και θα συγκινούμεθα όταν θα αισθανόμαστε ότι ο Κύριος μάς βλέπει σε μια καλή μας προσπάθεια.

Η «Σοφία Σειράχ» έχει μία χαρακτηριστική περικοπή πάνω σ’ αυτό το θέμα. Είναι, αγαπητοί, εις το 23ον κεφάλαιον. Θα σας την πω σε μετάφραση, σε απόδοση: «Ποιος με βλέπει; Σκοτάδι γύρω μου υπάρχει -λέγει ο άνθρωπος- και τα ντουβάρια με καλύπτουν. Κανείς δεν με βλέπει. Τι έχω να φοβηθώ; – Κι εκεί μάλιστα αναφέρεται στο θέμα της μοιχείας-. Και όμως, τα μάτια του Κυρίου είναι μυριοπλάσια φωτεινότερα του ηλίου και πέφτουν σε όλους τους τρόπους ζωής των ανθρώπων και παρατηρούν σε απόκρυφα μέρη. Πριν ακόμη δημιουργηθούν τα πάντα, είναι γνωστά στον Κύριον, όπως είναι γνωστά και μετά που έχουν γίνει».

Ο Κύριος, λοιπόν, μας βλέπει. Ο Κύριος μάς εποπτεύει. Ο Κύριος περιπολεί και το σώμα μας και την ψυχή μας. Έτσι ο αμαρτωλός να ανησυχήσει, για να διορθωθεί. Αλλά και ο φοβούμενος τον Κύριον, να χαρεί. Τίποτα δεν αγνοεί ο Θεός. Ούτε την ελεημοσύνη μας, ούτε την υπομονή μας, ούτε την σωφροσύνη μας, ούτε την μετάνοιά μας, ούτε ένα μας δάκρυ. Όλα τα εποπτεύει ο Θεός. Και τα καλά και τα κακά. Ναι, αγαπητοί μου, όλα τα βλέπει ο Θεός.

 

 

ΠΗΓΕΣ:

 

(Ψηφιοποίηση και επιμέλεια της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος)

💾

Ο από Ζιχνών και Νευροκοπίου Μητροπολίτης Πατρών Νικόδημος Βαλληνδράς. Βίος, δράση και μουσικολογική σπουδή (Ηλίας Δ. Μογλενίδης)

By: alopsis
11 June 2026 at 01:00

Η παρούσα Διδακτορική Διατριβή, υπό τον τίτλο: «Ο από Ζιχνών και Νευροκοπίου Μητροπολίτης Πατρών Νικόδημος Βαλληνδράς. Βίος, δράση και μουσικολογική σπουδή» συνιστά μια πολυδιάστατη επιστημονική έρευνα, η οποία διερευνά εις βάθος την προσωπικότητα, το έργο και την συμβολή του στην Ορθόδοξη Εκκλησία και την Βυζαντινή Μουσική. Η Διδακτορική Διατριβή αναπτύσσεται σε πέντε θεματικά κεφάλαια, τα οποία προσφέρουν πλήρη και εμπεριστατωμένη ανάλυση της ζωής, της θεολογικής, της διοικητικής και της μουσικολογικής του προσφοράς.

Στο πρώτο κεφάλαιο εξετάζεται ο βίος και η δράση του από τα πρώτα του βήματα στον εκκλησιαστικό χώρο έως τη μοναχική του κουρά και τις πρώτες ιερατικές του χειροτονίες. Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στην επιρροή, που άσκησαν οι μορφές του Αγίου Νικολάου Πλανά και του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χρυσάνθου Φιλιππίδη, επί της πνευματικής του διαμόρφωσης και δράσεως. Τεκμηριώνεται η συμμετοχή του στα γεγονότα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά και η εκκλησιαστική του προσφορά κατά την περίοδο του Εμφυλίου Πολέμου, ιδίως μέσω της στρατιωτικής ιερωσύνης.

Το δεύτερο κεφάλαιο επικεντρώνεται στην δεκαετή αρχιερατεία του στη ιστορική Ιερά Μητρόπολη Ζιχνών και Νευροκοπίου (1965–1974). Μελετάται το εκκλησιαστικό και κοινωνικό του έργο, καθώς και η στάση του έναντι των θεσμικών μεταρρυθμίσεων και εκκλησιαστικών κρίσεων της εποχής, όπως το ζήτημα των αφορισμών και η παρέμβασή του στην εκκλησιαστική πολιτική κατά την διάρκεια της Δικτατορίας. Τεκμηριώνεται η δραστήρια συμβολή του στην ανάδειξη της τοπικής αγιολογίας και στην συγγραφή ιερών κειμένων.

Στο τρίτο κεφάλαιο παρουσιάζεται η μακρά και πλούσια διακονία του ως Μητροπολίτου Πατρών (1974–2005). Εξετάζονται οι θεσμικές του πρωτοβουλίες, η συμμετοχή του σε διεθνείς αποστολές της Εκκλησίας της Ελλάδος, η δράση του εντός της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου και ως Αντιπροέδρου και η συνεισφορά του σε μείζονα ζητήματα, όπως η αγιοκατάταξη σύγχρονων αγίων, η μετάφραση της Καινής Διαθήκης και το ζήτημα του Αυτόματου Διαζυγίου. Καταγράφεται, επιπλέον, η επετειακή αναγνώριση της προσφοράς του από εκκλησιαστικούς και κοινωνικούς φορείς.

Το τέταρτο κεφάλαιο αφιερώνεται στην εργογραφία και λειτουργική δραστηριότητά του. Παρουσιάζονται το συγγραφικό του έργο σε ιστορικά, εκκλησιαστικά, εθνικά, πνευματικά, θεολογικά, λειτουργικά, ποιμαντικά και κοινωνικά ζητήματα, καθώς και η συμβολή του στην υμνογραφία με την σύνταξη ιερών ακολουθιών, απολυτικίων και κοντακίων.

Το πέμπτο και τελευταίο κεφάλαιο αναδεικνύει την μουσικολογική προσφορά του, ιδιαιτέρως στον τομέα της Θρησκευτικής Ελληνικής Βυζαντινής Ψαλτικής Τέχνης. Γίνεται αναλυτική παρουσίαση του μουσικού και μελοποιητικού του έργου, με συγκριτική προσέγγιση των τροπικών και μελικών του συνθέσεων, τεκμηριώνοντας την εκκλησιαστική, την μουσική αλλά και καλλιτεχνική του κληρονομιά η οποία ακολούθησε την παραδοσιακή πορεία.

Η παρούσα Διδακτορική Διατριβή κατέχει την πρωτοτυπία. Περιέχει πρωτόλειο υλικό. Προσφέρει πολύτιμο πρωτογενές υλικό, με αρχειακές πηγές και μαρτυρίες, που αναδεικνύουν την ολιστική προσέγγιση του συγγραφέα στον βίο και έργο ενός εκκλησιαστικού ανδρός με πολυδιάστατη προσφορά στην Ορθόδοξη Εκκλησία, στην Ορθόδοξη Θεολογία και στην Τέχνη της Ψαλτικής. Πρόκειται για σημαντική συμβολή στους νευραλγικούς Τομείς της Ανθρωπογεωγραφίας, της Προσωπογραφίας, της Τοπικής Εκκλησιαστικής Γεωγραφίας, της Γενικής Τοπικής Εκκλησιαστικής Ιστορίας, της Εκκλησιαστικής και της Εθνικής Ιστορίας, της Ιστορίας της Λατρείας και της Μουσικής Ιστορίας. Ο μελετητής και ο ερευνητής του παρόντος και του μέλλοντος εστιάζει στον βίο, στην δράση και στην μουσικολογική σπουδή του.

 

Δείτε τα περιεχόμενα και τον πρόλογο ΕΔΩ

 

Διαβάστε ολόκληρη την διατριβή (Online) ΕΔΩ

 

Κατάψυξη – Δωρεά ωαρίων

By: alopsis
10 June 2026 at 01:00

Τα ωάρια δεν είναι συνηθισμένα κύτταρα, αλλά είναι η συνεισφορά της γυναίκας στην δημιουργία των παιδιών της

Η κατάψυξη ωαρίων διαφημίζεται ως «λύση» για τις γυναίκες που δεν σκοπεύουν να τεκνοποιήσουν άμεσα, αλλά το επιθυμούν για το μέλλον. Μέσα από ειδική διαδικασία, οι γυναίκες συλλέγουν και καταψύχουν τα ωάριά τους για μελλοντική χρήση όταν οι συνθήκες θα είναι καταλληλότερες, για να τα προφυλάξουν εάν πρόκειται να υποβληθούν σε μια τοξική (για τα ωάρια) θεραπεία, ή για να τα διαθέσουν (πωλήσουν) σε άλλες γυναίκες με προβλήματα γονιμότητας.

Αυτή η διαδικασία έχει κάποιες ιδιαιτερότητες. Υποστηρίζεται από τις κλινικές εξωσωματικής πως με την κατάψυξη των ωαρίων της, μία γυναίκα μπορεί να «παγώσει» τον χρόνο, να σταματήσει το βιολογικό της ρολόι στην ηλικία που κατέψυξε τα ωάρια. Με αυτή τους την δήλωση οι κλινικές αφήνουν να εννοηθεί πως η επιτυχία της μελλοντικής εγκυμοσύνης της γυναίκας -εάν επιτευχθεί τελικά- θα εξαρτάται μόνο από την ηλικία των ωαρίων της, και όχι από την βιολογική της ηλικία και τις καταστάσεις που την συνοδεύουν. Αυτό δεν είναι αλήθεια και η επιτυχία τεκνοποίησης μέσα από συντηρημένα ωάρια είναι σχετική.

Οι κλινικές επιτρέπουν να ακούγεται η άποψη πως η πώληση ωαρίων είναι μια αλτρουιστική «δωρεά» κυττάρων και όχι αγοραπωλησία του μεριδίου μιας γυναίκας στα βιολογικά της παιδιά. Στην διαδικασία υπάρχει η εμπορική αλλά και ανθρώπινη πλευρά. Ποιος θα αγοράσει αυτά τα ωάρια/ εν δυνάμει παιδιά της, και πώς θα τα χρησιμοποιήσει; Η δότρια μάλλον δεν θα μάθει ποτέ.

Στην διαδικασία της «δωρεάς» οι κλινικές εγγυώνται την ανωνυμία της δότριας. Αυτό σημαίνει πως το παιδί δεν θα μάθει ποτέ ποια είναι η μάνα του. Όταν καταλάβει -αργά ή γρήγορα- ότι δημιουργήθηκε με δωρεά γενετικού υλικού, πώς θα νιώσει το ίδιο, αλλά και πώς θα αντιμετωπίσει την κατάστασή του η οικογένεια; Αυτή η αποκάλυψη δημιουργεί προβλήματα ταυτότητας σε πολλά παιδιά,(1) αλλά συμβαίνει και οι ίδιοι οι ενήλικες να μετανιώνουν που χρησιμοποίησαν τα ξένα ωάρια(2) και οι γυναίκες γιατί τα παραχώρησαν(3) .

Πόσες γυναίκες χρησιμοποιούν τελικά τα ωάρια που κατέψυξαν; Ποια είναι τα ποσοστά επιτυχίας και ποιο το κόστος, οικονομικό ή και στην υγεία τους; Οι κλινικές εξωσωματικής ουδέποτε αναφέρουν τις συνέπειες από αυτή την πρακτική. Ωστόσο, οι γυναίκες πριν την χρησιμοποιήσουν, αξίζει να ενημερωθούν και να αποφασίσουν οι ίδιες εάν τελικά καλύπτει τις ανάγκες τους ή θα αποβεί εις βάρος τους.(4)


Η κατάψυξη και η πώληση ωαρίων ενέχουν κινδύνους για την υγεία της γυναίκας

  • Μέχρι σήμερα, δεν υπάρχει αξιόπιστη ιατρική έρευνα σχετικά με τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της συλλογής ωαρίων στην υγεία των νεαρών γυναικών που δίνουν τα ωάριά τους. Είναι λοιπόν αδύνατο να δώσουν οι γυναίκες αληθινή, ουσιαστική, ενημερωμένη συγκατάθεση προγνωρίζοντας επακριβώς τους κινδύνους για την υγεία και την ψυχολογία όσων εμπλέκονται.
  • Επειδή δεν ελέγχονται οι γυναίκες που «δωρίζουν» ή καταψύχουν τα ωάριά τους κατά την διάρκεια της ζωής τους, υπάρχουν λίγα εμπειρικά δεδομένα σχετικά με τις επιπλοκές που εμφανίζουν αυτές οι γυναίκες αργότερα στην ζωή τους, ως προς τα ζητήματα γονιμότητας, την ανάπτυξη καρκίνων, τις ψυχολογικές συνέπειες της απόφασής τους ή οποιαδήποτε άλλη αρνητική επίδραση είχε η «δωρεά» ή η κατάψυξη των ωαρίων στη καθημερινότητά τους.
  • Οι ιατρικές επιπλοκές που γίνονται γνωστές, σπάνια ανακοινώνονται στην ιατρική βιβλιογραφία, καθώς τα άτομα και οι οργανισμοί που είναι επιφορτισμένοι με την ασφάλεια και την εποπτεία της διαδικασίας είναι οι ίδιοι που επωφελούνται από τη «δωρεά» και την κατάψυξη ωαρίων.
  • Σε αντίθεση με εκείνους που δωρίζουν όργανα ή αίμα, δεν υπάρχει απαίτηση διαχρονικής παρακολούθησης αυτών των γυναικών σε μια κεντρική βάση δεδομένων. Μόλις ολοκληρωθεί η εξαγωγή των ωαρίων, οι γυναίκες ξεχνιούνται. Δεν υπάρχουν αρχεία ή πληροφορίες σχετικά με αυτές ή με το πού κατέληξαν τα ωάριά τους.
  • Η ιατρική διαδικασία που απαιτείται για την ωοληψία είναι χρονοβόρα και υπάρχουν γνωστοί ιατρικοί κίνδυνοι που σχετίζονται με κάθε βήμα. Οι κίνδυνοι περιλαμβάνουν το σύνδρομο υπερδιέγερσης ωοθηκών (OHSS) λόγω υπερωορρηξίας, την απώλεια γονιμότητας, την συστροφή ωοθηκών, το αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, την νεφρική νόσο, την πρόωρη εμμηνόπαυση, κύστεις ωοθηκών και σε ορισμένες περιπτώσεις, τον θάνατο.
  • Η Λευπρορελίνη ή Lupron®, είναι το φάρμακο που χρησιμοποιείται συνήθως στο πρώτο βήμα της διαδικασίας «δωρεάς» και κατάψυξης ωαρίων για να σταματήσει η λειτουργία των ωοθηκών και να προκληθεί ιατρικά εμμηνόπαυση πριν από την υπερδιέγερση των ωοθηκών. Είναι μια συνθετική ορμόνη που δεν έχει εγκριθεί από τον FDA για χρήση στην θεραπεία γονιμότητας. Έχει βαθμολογία κατηγορίας Χ, που σημαίνει ότι εάν μια γυναίκα μείνει έγκυος, ενώ λαμβάνει το φάρμακο, θα εκδηλωθεί βλάβη στο αναπτυσσόμενο έμβρυο. Αυτό είναι εξαιρετικά ανησυχητικό για τις δότριες ωαρίων που είναι πολύ γόνιμες, εάν δεν τηρήσουν τις οδηγίες να μην είναι σεξουαλικά ενεργές κατά τη διάρκεια της διέγερσης των ωοθηκών.
  • Τα παιδιά που γεννιούνται από ωάρια «δότριας» είτε δεν μαθαίνουν ποτέ αυτή την ουσιαστική λεπτομέρεια της δημιουργίας τους, είτε εάν το μάθουν δεν έχουν τρόπο να πληροφορηθούν ποια είναι η γενετική τους μητέρα. (5)
  • Η ψυχολογική πίεση που ασκούν τα μυστικά γύρω από την ανώνυμη σύλληψη είναι απελπιστική για πολλά παιδιά και μόνο πρόσφατα κάποια από αυτά κατάφεραν να οργανωθούν (στο εξωτερικό) μήπως και αποκτήσουν πρόσβαση σε αυτές τις σημαντικές προσωπικές πληροφορίες.
  • Η ψυχολογική πίεση αφορά και τις ίδιες τις γυναίκες που δίνουν τα ωάριά τους, οι οποίες συχνά εκ των υστέρων μετανιώνουν, αναζητούν και αναρωτιούνται νοσταλγικά για τη τύχη των ωαρίων/παιδιών τους.
  • Η κατάψυξη ωαρίων για χρήση από την ίδια την ενδιαφερόμενη γυναίκα περιλαμβάνει τις ίδιες ορμονικές θεραπείες και την ίδια διαδικασία ανάκτησης ωαρίων με εκείνη για την «δωρεά».
  • Οι γυναίκες που καταψύχουν τα ωάριά τους ίσως καθησυχάζονται ψευδώς για την μελλοντική τους γονιμότητα. Η επιτυχία της μεθόδου δεν είναι εγγυημένη: τα δεδομένα για τα ποσοστά γεννήσεων εξαρτώνται από την ηλικία κατά την κατάψυξη και τον αριθμό των ωαρίων που ανακτώνται. Μπορεί να υπάρξει τελικά συναισθηματική απογοήτευση εάν τα κατεψυγμένα ωάρια δεν οδηγήσουν σε επιτυχημένη εγκυμοσύνη καθώς και σε αισθήματα θλίψης ή αποτυχίας.
  • Ενώ η ποιότητα των ωαρίων «παγώνει» παρά την πάροδο του χρόνου, οι επιπλοκές της εγκυμοσύνης σε μεγαλύτερη ηλικία αυξάνονται λόγω της επιβάρυνσης της υγείας της μητέρας.
  • Η διαδικασία «δωρεάς» ή κατάψυξης ωαρίων δεν συνοδεύεται από μακροπρόθεσμες μελέτες που να αξιολογούν τα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα στην υγεία των γυναικών που πωλούν ή καταψύχουν τα ωάριά τους, συμπεριλαμβανομένης της γονιμότητας και ορισμένων τύπων καρκίνου.


Η δότριες ωαρίων δεν ενημερώνονται σωστά

  • Οι «δότριες» ωαρίων στρατολογούνται μέσω διαφημίσεων σε διαδικτυακές αγγελίες, από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τις εφημερίδες και προσφέρουν τα ωάριά τους έναντι αντιτίμου (προκειμένου για τις ΗΠΑ από 5.000 έως 100.000 δολάρια). Αυτές οι αγγελίες, σπάνια, αν όχι ποτέ, δεν κάνουν οποιαδήποτε αναφορά στους πιθανούς κινδύνους για την υγεία, ούτε αποκαλύπτουν ότι δεν έχουν διεξαχθεί ποτέ μακροπρόθεσμες μελέτες, ώστε οι γυναίκες να είναι πραγματικά και πλήρως ενημερωμένες.
  • Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης προτρέπουν με ανεύθυνο τρόπο τις νεαρές γυναίκες να αναβάλουν το βιολογικό τους ρολόι καταψύχοντας τα ωάριά τους, δίνοντας προτεραιότητα σε άλλες δραστηριότητες.
  • Η «δωρεά» ωαρίων συχνά αφορά φτωχότερες γυναίκες που παρέχουν ωάρια σε πλουσιότερα ζευγάρια. Η άνιση δυναμική της φτώχειας και του πλούτου κάνουν τη διαδικασία δελεαστική και καταστροφική συγχρόνως για τις νέες γυναίκες.
  • Σε αντίθεση με τις γυναίκες που λαμβάνουν θεραπεία γονιμότητας, οι «δότριες» ωαρίων σπάνια θεωρούνται ασθενείς και ως εκ τούτου συχνά έχουν ανεπαρκή φροντίδα. Επίσης, παρά το γεγονός ότι οι «δότριες» συναλλάσσονται με ιατρικό προσωπικό, σε κλινικό περιβάλλον, δεν καταλαβαίνουν εξ αρχής ότι δεν θεωρούνται ασθενείς. Επιπλέον, συνάπτουν τις συμφωνίες δωρεάς ωαρίων με όρους που δεν κατανοούν και συνεπώς δεν τους διαπραγματεύονται σωστά.
  • Σε αντίθεση με την δωρεά οργάνων, όπου δεν επιτρέπεται η αποζημίωση λόγω του κινδύνου να αντιμετωπίσουν οι δότες μεγάλους κινδύνους για την υγεία τους εξαιτίας της οικονομικής τους ανάγκης, η «δότρια» ωαρίων -ακόμα και όταν ενημερώνεται για γνωστούς και πιθανούς άγνωστους κινδύνους- είναι συχνά πρόθυμη να ρισκάρει για την υγεία της λόγω οικονομικής ανάγκης. Τα χρήματα παίζουν έναν πολύ καταναγκαστικό και ισχυρό ρόλο στην αγορά της «δωρεάς» ανθρώπινων ωαρίων.
  • Οι γυναίκες που θέλουν να καταψύξουν τα ωάριά τους συχνά δεν σκέφτονται ή δεν συμβουλεύονται για το κόστος αποθήκευσης αυτών των ωαρίων, ή το κόστος χρήσης τους, ούτε έχουν σαφές πλάνο για το τί θα κάνουν με τα ωάρια αυτά μετά από κάποιο χρονικό διάστημα.
  • Δεν υπάρχει μητρώο για την παρακολούθηση της πορείας της υγείας των «δοτριών» ωαρίων ή όσων έχουν καταψύξει, τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα.
  • Δεν υπάρχει όριο στον αριθμό των κύκλων που μια γυναίκα μπορεί να «δωρίσει» ή να παράξει και να καταψύξει τα ωάριά της. Οι γυναίκες συνήθως ενθαρρύνονται να κάνουν πολλαπλούς κύκλους κατάψυξης ωαρίων για να αυξήσουν τις πιθανότητες μιας μελλοντικής ζωντανής γέννας.
  • Οι περισσότερες γυναίκες που καταψύχουν τα ωάριά τους δεν θα τα χρησιμοποιήσουν στην πραγματικότητα. Ορισμένες αναφορές δείχνουν ότι μόλις 1 στις 10 γυναίκες επιστρέφουν για χρήση αυτών των ωαρίων.

 

Ηθικός και Κοινωνικός προβληματισμός.

  • Οι διαφημίσεις συνήθως προβάλλουν συγκεκριμένα φυλετικά, σωματικά και πνευματικά χαρακτηριστικά των «δοτριών» ωαρίων – δίνοντας στους μελλοντικούς γονείς την ευκαιρία (ή τουλάχιστον την ψευδαίσθηση) ότι μπορούν να δημιουργήσουν ένα παιδί κατά παραγγελία. Τα μεγαλύτερα χρηματικά ποσά προσφέρονται γενικά σε δότριες με πολύ συγκεκριμένα ακαδημαϊκά, σωματικά ή εθνοτικά χαρακτηριστικά, όχι μόνο διαιωνίζοντας την οικονομική εκμετάλλευση και την μεροληψία, αλλά κυριολεκτικά πληρώνοντας περισσότερα για χαρακτηριστικά που προτιμά ένα ζευγάρι ή ένα άτομο.
  • Η αποζημίωση για τη δωρεά ποικίλλει σημαντικά: συνήθως, για τις ΗΠΑ είναι 5.000 έως 10.000 δολάρια ανά κύκλο, αλλά μπορεί να ξεπεράσει τα 20.000 δολάρια για δότριες με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά (π.χ. υψηλές βαθμολογίες σε εξετάσεις, αθλητική ικανότητα). Στην Ελλάδα το κόστος της λήψης και χρήσης ωαρίων είναι επίσης υψηλό και η «δωρήτρια» αποζημιώνεται. (5)
  • Τα ωάρια με τα λιγότερο επιθυμητά χαρακτηριστικά, ή όσα θεωρούνται ανεπιθύμητα χρησιμοποιούνται συχνά για επιστημονική έρευνα, δημιουργώντας μια νέα αγορά κακής χρήσης ανθρώπινου υλικού.
  • Τα οικονομικά κίνητρα για τη «δωρεά» ωαρίων έχουν τη δύναμη να δελεάσουν τις νέες γυναίκες, ειδικά τις φοιτήτριες, ώστε να παραβλέψουν τους ιατρικούς και συναισθηματικούς κινδύνους.
  • Η κατάψυξη ωαρίων συχνά προωθείται ως ένας τρόπος για να «σταματήσει το βιολογικό ρολόι», ειδικά σε γυναίκες ηλικίας 20 και 30 ετών που επικεντρώνονται στην καριέρα τους. Ωστόσο, οι κλινικές σπάνια αποκαλύπτουν πόσο λίγες γυναίκες επιστρέφουν για να χρησιμοποιήσουν τα ωάριά τους – ή πόσο συχνά αυτές οι προσπάθειες αποτυγχάνουν. Σε αυτά τα πλαίσια αναφέρονται ως ποσοστά επιτυχίας της μεθόδου αυτά που ισχύουν για τα μεγάλα οργανωμένα κέντρα, και όχι αυτά που έχει το συγκεκριμένο κέντρο.
  • Οι ασθενείς θα πρέπει να προειδοποιούνται ότι η κατάψυξη ωαρίων δεν εγγυάται τη μελλοντική γονιμότητα. Δεν αποτελεί μορφή αναπαραγωγικής εξασφάλισης, ούτε βεβαιότητας. Μελέτες δείχνουν ότι η συντριπτική πλειοψηφία των κατεψυγμένων ωαρίων δεν χρησιμοποιούνται ποτέ, και όταν χρησιμοποιούνται, τα ποσοστά ζωντανών γεννήσεων ανά κατεψυγμένο ωάριο μπορεί να είναι τόσο χαμηλά όσο 2-12% ανάλογα με την ηλικία της γυναίκας κατά τη στιγμή της κατάψυξης.
  • Παρά την αύξηση της δημοτικότητας, ο κλάδος εξακολουθεί να μην διεξάγει έρευνα, και να μην διαμορφώνει εθνικά μητρώα και παρακολούθηση των αποτελεσμάτων υγείας για τις «δότριες» και για όσες καταψύχουν τα ωάριά τους.
  • Η στρατολόγηση και το μάρκετινγκ εξακολουθούν να μην ρυθμίζονται νομικά για την αποτροπή της εκμετάλλευσης και των παραπλανητικών ισχυρισμών.
  • Οι κλινικές γονιμότητας εξακολουθούν να μην παρέχουν διαφάνεια ως προς τους κινδύνους, τα αποτελέσματα και την χρήση των ωαρίων.
  • Οι γυναίκες έχουν ανάγκη ενημέρωσης πάνω στα θέματα της αναπαραγωγικής τους ικανότητας και των τακτικών της εξωσωματικής. Δηλώνει η εκπρόσωπος γυναικείας οργάνωσης για την «δωρεά» ωαρίων (6) : «Έχουμε φτάσει να μιλάμε για εμπόριο. Κάποιοι εκμεταλλεύονται τη λαχτάρα μιας γυναίκας να γίνει μάνα και την ελπίδα της ότι είναι η τελευταία της επιλογή για να κάνει παιδί και μάλιστα σε μια εποχή που υπάρχει μεγάλη οικονομική αιμορραγία» (6). Αυτή η δήλωση δείχνει ότι οι γυναίκες δεν είναι ενήμερες για το τι σημαίνει «δωρεά» ωαρίων και επίσης αγνοούν τις τακτικές των αναπαραγωγικών κλινικών που χρησιμοποιούν αλτρουιστικό επικάλυμμα, ωστόσο στη πράξη είναι και κερδοσκοπικές επιχειρήσεις.
  • Συνεπώς, η λήψη, η κατάψυξη και η δωρεά ωαρίων είναι παρακινδυνευμένες πρακτικές που βασίζονται την επιθυμία κάποιων γυναικών να κάνουν παιδιά και στην οικονομική ανάγκη άλλων γυναικών. Όσοι ενδιαφέρονται αληθινά για το καλό των γυναικών πρέπει να τις ενημερώνουν έντιμα και έγκαιρα τόσο σχετικά με την γονιμότητά τους, όσο και για τις συνέπειες των αναπαραγωγικών επιλογών τους.

Παραπομπές:

  1. https://bbc.com/news/stories-42159574
  2. https://reddit.com/r/Parenting/comments/18p26ut/i_regret_of_my_egg_donor_conceived_daughter/
  3. https://www.reddit.com/r/IVF/comments/1hiu4t5/egg_donor_here_feeling_regret_at_my_decision_how/
  4. https://cbc-network.org/2025/08/what-you-should-know-egg-freezing/
  5. https://eggdonationfriends.com/ivf-egg-donation-country-greece/
  6. https://ivfnews.gr/υπογονιμοτητα/γυναικεία/item/93-πόσο-«κοστίζει»-η-αγορά-ωαρίων-στην-ελλάδα

Αποποίηση ευθύνης: Το παρόν άρθρο προορίζεται μόνο για ενημερωτικούς σκοπούς και δεν πρέπει να θεωρείται ιατρική ή νομική συμβουλή. Συμβουλευτείτε τους αδειοδοτημένους επαγγελματίες.

Σχετικά άρθρα:  

  1. Μια ολοκληρωμένη έκθεση για τους κινδύνους της Εξωσωματικής Γονιμοποίησης, (ART) και τις επιμέρους πρακτικές της | https://mumdadandkids.gr/vioithiki-iatriki/mia-olokliromeni-ekthesi-gia-tous-kindynous-tis-eksosomatikis-gonimopoiisis-art-kai-tis-epimerous-praktikes-tis
  2. Οι κίνδυνοι από την εξωσωματική γονιμοποίηση, (υποβοηθούμενη/τεχνητή αναπαραγωγή-ART) και τις επιμέρους πρακτικές της | https://mumdadandkids.gr/vioithiki-iatriki/oi-kindynoi-apo-tin-eksosomatiki-gonimopoiisi
  3. Η μείωση της γονιμότητας της γυναίκας με τη πρόοδο της ηλικίας της | https://mumdadandkids.gr/vioithiki-iatriki/i-meiosi-tis-gonimotitas-tis-gynaikas-me-tin-proodo-tis-ilikias-tis

 

 

(Πηγή: «Μαμά Μπαμπάς και Παιδιά»)

Πώς πρέπει να προσερχόμαστε στο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας – Δέκα απαραίτητες προϋποθέσεις (π. Ηλίας Γ. Διακουμάκος, Πρεσβύτερος)

By: alopsis
8 June 2026 at 19:56

Η θεία Ευχαριστία αποτελεί το πιο βαθύ και πιο ιερό μυστήριο της Εκκλησίας μας. Είναι το «μυστήριον τῆς ζωῆς», δηλ. «το μυστήριο που χαρίζει αληθινή ζωή», κατά τον άγιο Νικόλαο Καβάσιλα. Μέσα σ᾽ αυτήν ο άνθρωπος δεν μετέχει απλώς σε μια τελετουργική πράξη, αλλά εισέρχεται σε ένα μυστήριο που υπερβαίνει τον χρόνο, την ύλη και την ανθρώπινη κατανόηση, και κοινωνεί τον ίδιο τον Χριστό, ο οποίος είπε: «Ὁ τρώγων μου τήν σάρκα καί πίνων μου τό αἷμα ἐν ἐμοί μένει κἀγώ ἐν αὐτῷ» (Ιωάν. 6, 56). Δηλαδή, όποιος τρώει τη σάρκα μου και πίνει το αίμα μου μένει ενωμένος με μένα, κι εγώ μένω ενωμένος με αυτόν.

Η φράση αυτή αποτελεί άξονα και θεμέλιο της ευχαριστιακής ζωής, διότι αποκαλύπτει πως ο χριστιανικός τρόπος υπάρξεως δεν είναι θεωρητικός, αλλά μυστηριακά βιωματικός.

Από τους πρώτους κιόλας αιώνες, οι Πατέρες της Εκκλησίας είδαν τη θεία Ευχαριστία ως πηγή και αποκορύφωμα όλου του πνευματικού αγώνα. Ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος την αποκαλεί: «Φάρμακον ἀθανασίας, ἀντίδοτον τοῦ μή ἀποθανεῖν». Δηλαδή, φάρμακο που χαρίζει αθανασία, αντίδοτο για να μη πεθάνει κανείς πνευματικά.

Η συμμετοχή όμως στο μυστήριο αυτό δεν είναι αυτονόητη ούτε απλή. Απαιτεί εσωτερική εργασία, προετοιμασία και διάθεση μετανοίας, διότι, όπως λέει ο Απόστολος Παύλος: «Δοκιμαζέτω δέ ἄνθρωπος ἑαυτόν, καί οὕτως ἐκ τοῦ ἄρτου ἐσθιέτω» (Α´ Κορ. 11, 28). Δηλαδή, ας εξετάζει ο άνθρωπος τον εαυτό του, και έτσι ας τρώει τον άρτο.

Οι ευχές και η εμπειρία των αγίων Πατέρων μαρτυρούν ότι η θεία Ευχαριστία είναι το σημείο όπου η θεία χάρη συναντά την ανθρώπινη ταπείνωση. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος γράφει: «Ὄχι ἁπλῶς νά καθαρισθῇ, ἀλλά νά ἀναφλέγηται ὁλόκληρος ἀπό θεῖον πόθο». Δηλαδή, όχι απλώς να καθαριστεί, αλλά να καίγεται ολόκληρος από θείο πόθο.

Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος λέει: «Ὁ κοινωνῶν τόν Χριστόν γίνεται φῶς». Δηλαδή, όποιος κοινωνεί τον Χριστό γίνεται φως.

Γι᾽ αυτό και ο άγιος Εφραίμ ο Σύρος προσεύχεται: «Κύριε, κάνε τήν καρδιά μου ἁγνή, ὥστε νά τολμᾶ νά πλησιάζη στό Ποτήριόν σου». Δηλαδή, Κύριε, κάνε την καρδιά μου καθαρή, για να τολμά να πλησιάζει το Ποτήριό σου.

Σκοπός του προλόγου αυτού είναι να ανοίξει τον δρόμο στις δέκα προϋποθέσεις που ακολουθούν. Κάθε μία είναι ένα βήμα στην πνευματική πορεία προς την αληθινή κοινωνία με τον Χριστό. Είναι δρόμος χαράς, φωτισμού και αναγέννησης. Έτσι ο Χριστός προσκαλεί: «Δεῦτε πρός με πάντες… καί ἀναπαύσω ὑμᾶς» (Ματθ. 11, 28-29). Δηλαδή, ελάτε όλοι σε μένα… και εγώ θα σας αναπαύσω.

Είθε κάθε πιστός να ανοίγει την καρδιά του για να ζει τη θεία Ευχαριστία ως πηγή ζωής, αγιασμού και αιωνιότητας.

1η. Ζωντανή πίστη στο μυστήριο

Η προσέλευση στο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας προϋποθέτει μια ζωντανή και ενεργή πίστη. Ο πιστός οφείλει να έχει τη βαθιά εσωτερική βεβαιότητα ότι στο Άγιο Ποτήριο βρίσκεται ο ίδιος ο Χριστός, ο οποίος προσφέρει το Σώμα και το Αίμα Του για τη σωτηρία του κόσμου. Η πίστη αυτή στηρίζεται στην εμπιστοσύνη προς τα λόγια του Κυρίου, στην παράδοση της Εκκλησίας και στην προσωπική πνευματική εμπειρία του καθενός. Μόνο με τέτοια πίστη ο άνθρωπος προσεγγίζει το μυστήριο με σεβασμό, ευγνωμοσύνη και χαρά.

Ώστε η συμμετοχή στο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας προϋποθέτει πριν απ᾽ όλα μια βιωματική πίστη. Δεν αρκεί μια εξωτερική αναγνώριση ή μια παραδοσιακή συνήθεια· χρειάζεται η βαθιά εσωτερική πεποίθηση ότι στο Άγιο Ποτήριο δεν προσφερόμαστε σε μια τελετουργία, αλλά βρισκόμαστε ενώπιον του ίδιου του Χριστού, που προσφέρει το Σώμα και το Αίμα Του «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιών καί εἰς ζωήν αἰώνιον».

Η πίστη αυτή στηρίζεται:

* Στην εμπιστοσύνη προς τα λόγια του Χριστού, ο Οποίος είπε «Λάβετε, φάγετε… τοῦτο ἐστί τό σῶμα μου» και «τοῦτο ἐστί τό αἷμα μου».

* Στην αδιάκοπη μαρτυρία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, που εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια ζει και βιώνει το μυστήριο ως πραγματική κοινωνία με τον Θεό.

* Στην προσωπική πνευματική εμπειρία του κάθε πιστού, ο οποίος αισθάνεται τη δύναμη και την παρηγορία της θείας Κοινωνίας να μεταμορφώνει την καρδιά.

Η ζωντανή πίστη δεν είναι ούτε ψυχολογική εντύπωση ούτε διανοητική συμφωνία. Είναι μια υπαρξιακή βεβαιότητα που γεννά σεβασμό, ευγνωμοσύνη και δέος. Ο πιστός που προσέρχεται με τέτοια πίστη πλησιάζει με συντριβή αλλά και με χαρά, γνωρίζοντας ότι συναντά τον Θεό που γίνεται τροφή ζωής.

 

2η. Ειλικρινής μετάνοια και εξομολόγηση

Η θεία Ευχαριστία είναι μυστήριο καθαρότητας και ενότητας με τον Θεό. Γι᾽ αυτό, η προσέλευση σε αυτήν απαιτεί μια ειλικρινή και βαθιά μετάνοια, η οποία δεν περιορίζεται σε μια τυπική αναγνώριση λαθών, αλλά αποτελεί εσωτερική μεταστροφή της καρδιάς. Η μετάνοια είναι η στιγμή όπου ο άνθρωπος στρέφει το βλέμμα του προς τον Θεό, αναγνωρίζει τις αδυναμίες του και επιθυμεί να ξαναβρεί την πνευματική του πορεία.

Η Εξομολόγηση, ως μυστήριο, αποτελεί το πνευματικό λουτρό μέσα από το οποίο ο άνθρωπος καθαρίζεται και συμφιλιώνεται με τον Θεό και τον εαυτό του. Δεν είναι πράξη φόβου ή ντροπής, αλλά μια εμπειρία ελευθερίας, διότι ο πιστός συναντά την άπειρη αγάπη και το έλεος του Θεού, που περιμένει πάντα τον άνθρωπο όπως ο πατέρας τον άσωτο υιό.

Η μετάνοια και η εξομολόγηση:

* απαλλάσσουν την καρδιά από το βάρος της ενοχής,

* αποκαθιστούν τη σχέση με τον Θεό,

* ετοιμάζουν τον άνθρωπο να δεχθεί τη χάρη της θείας Κοινωνίας χωρίς εμπόδια,

* κάνουν τον πιστό πιο δεκτικό στη θεία παρουσία, διότι η χάρη κατοικεί σε καρδιά ταπεινή και καθαρή.

Μόνον όταν ο άνθρωπος σταθεί ενώπιον του Θεού με αλήθεια, ταπείνωση και διάθεση αλλαγής, μπορεί να προσέλθει στη θεία Ευχαριστία με καθαρή συνείδηση και ειρήνη μέσα του. Η εξομολόγηση δεν είναι μια υποχρέωση, αλλά ένας δρόμος θεραπείας που οδηγεί στη χαρά της ένωσης με τον Χριστό. 

 

Η αναγκαιότητα του πνευματικού πατέρα στη ζωή του χριστιανού

Η πνευματική ζωή του χριστιανού δεν είναι μια πορεία που μπορεί να διανυθεί με ασφάλεια χωρίς καθοδήγηση. Όπως κάθε ουσιαστική παιδεία απαιτεί δάσκαλο, έτσι και η ζωή εν Χριστώ χρειάζεται πνευματικό πατέρα, ο οποίος δεν περιορίζεται μόνο στη συγχώρηση των αμαρτιών, αλλά αναλαμβάνει την ευθύνη της πνευματικής αγωγής του ανθρώπου.

Η Εκκλησία αναγνωρίζει ότι όλοι οι κανονικά χειροτονημένοι ιερείς έχουν, εκ της ιεροσύνης τους, το δικαίωμα και τη χάρη να τελούν το μυστήριο της εξομολογήσεως και να συγχωρούν τις αμαρτίες των ανθρώπων. Όμως άλλο είναι η μυστηριακή εξουσία και άλλο η πνευματική πατρότητα. Η συγχώρηση είναι χάρισμα της Εκκλησίας· η παιδαγωγία εις Χριστόν είναι καρπός εμπειρίας, διάκρισης και προσωπικής αγιότητας.

Δεν είναι όλοι οι ιερείς σε θέση να καθοδηγούν ψυχές σε βάθος. Η πνευματική πατρότητα απαιτεί χρόνο, αγάπη, υπομονή και κυρίως διάκριση. Απαιτεί τη δυνατότητα να κατανοεί κανείς τον άνθρωπο που έχει απέναντί του και να τον οδηγεί όχι με φόβο, αλλά με ελευθερία και ελπίδα. Γι’ αυτό χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή στην επιλογή πνευματικού πατέρα.

Ο άγιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης τόνιζε ότι ο πνευματικός πατέρας πρέπει να διαθέτει χρόνο για τον άνθρωπο, ώστε να μπορεί πραγματικά να τον ακούσει. Παράλληλα, πρέπει να διαθέτει αγιότητα ζωής, ώστε η καθοδήγησή του να πηγάζει από προσωπική εμπειρία του Θεού και όχι μόνο από θεωρητική γνώση.

Τέλος, είναι απαραίτητο να διαθέτει και τις αναγκαίες γνώσεις, για να μπορεί να βοηθήσει τον χριστιανό με διάκριση και ασφάλεια.

Η ύπαρξη ενός τέτοιου πνευματικού πατέρα δεν είναι πολυτέλεια αλλά αναγκαιότητα. Με πνευματική καθοδήγηση η ζωή του χριστιανού γίνεται πορεία ειρήνης, ωριμότητας και ελευθερίας.

Γι᾽ αυτό ο χριστιανός καλείται να αναζητήσει με προσευχή και διάκριση τον κατάλληλο πνευματικό πατέρα, που θα τον παιδαγωγήσει αληθινά εις Χριστόν.

 

3η. Ταπείνωση και αυτογνωσία

Η ταπείνωση αποτελεί μία από τις θεμελιώδεις αρετές της χριστιανικής ζωής και μία απαραίτητη προϋπόθεση για την προσέλευση στο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας. Ταπείνωση δεν σημαίνει αυτοϋποτίμηση, αλλά βαθιά επίγνωση της αδυναμίας μας και της πλήρους εξάρτησής μας από τον Θεό. Ο ταπεινός άνθρωπος δεν θεωρεί τον εαυτό του άξιο εκ φύσεως να κοινωνήσει, αλλά προσέρχεται με συντριβή καρδιάς και με ευγνωμοσύνη για το έλεος του Θεού.

Η αυτογνωσία συμπληρώνει την ταπείνωση, διότι βοηθά τον πιστό να βλέπει καθαρά τον εσωτερικό του κόσμο, να αναγνωρίζει τα λάθη του και τις αδυναμίες του χωρίς φόβο και χωρίς υπερηφάνεια. Μέσα από την αυτογνωσία ο άνθρωπος πλησιάζει το μυστήριο με καθαρότερη καρδιά, γνωρίζοντας ότι μόνο ο Θεός μπορεί να μεταμορφώσει τον εσωτερικό του άνθρωπο.

Ο πιστός που διαθέτει ταπείνωση και αυτογνωσία κοινωνεί με σεβασμό, με θείο δέος και με βαθιά αίσθηση της ιερότητας του μυστηρίου. Έτσι η θεία Ευχαριστία γίνεται όχι μόνο τροφή σωτηρίας, αλλά και πηγή συνεχούς πνευματικής ανανέωσης.

 

4η. Συμφιλίωση με τους ανθρώπους

Η θεία Ευχαριστία είναι το μυστήριο της ενότητας και της αγάπης. Δεν μπορεί ο άνθρωπος να πλησιάσει τον Χριστό, την πηγή της ειρήνης, εάν έχει στην καρδιά του μίσος, πικρία ή ασυμφιλίωτες σχέσεις. Η συμφιλίωση με τους άλλους αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση, διότι ο Θεός ζητά πρώτα να θεραπεύονται οι ανθρώπινες σχέσεις και έπειτα να προσφέρεται η θυσία της καρδιάς.

Ο ίδιος ο Χριστός διδάσκει: «Ἐάν οὖν προσφέρῃς τό δῶρόν σου ἐπί τό θυσιαστήριον καί ἐκεῖ μνησθῇς ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἔχει τι κατά σοῦ, ἄφες τό δῶρόν σου… καί διαλλάγηθι τῷ ἀδελφῷ σου» (Ματθ. 5, 23-25). Δηλαδή, εάν, όταν προσφέρεις το δώρο σου στο θυσιαστήριο, θυμηθείς ότι ο αδελφός σου έχει κάτι εναντίον σου, τότε άφησε το δώρο σου… και πήγαινε πρώτα να συμφιλιωθείς με τον αδελφό σου.

Η εντολή αυτή αποκαλύπτει πως η αγάπη προς τον πλησίον δεν είναι προαιρετική αρετή, αλλά θεμέλιο της πνευματικής ζωής. Η μη συγχώρηση κλείνει την καρδιά στη χάρη, ενώ η συμφιλίωση την ανοίγει.

Η συμφιλίωση:

* απαλύνει την ψυχή και την καθιστά δεκτική της θείας Ευχαριστίας,

* αποκαθιστά την εσωτερική ειρήνη και την πνευματική ισορροπία,

* καλλιεργεί το ταπεινό φρόνημα που απαιτείται για την ένωση με τον Θεό,

* ανανεώνει τον δεσμό της αγάπης μέσα στην εκκλησιαστική κοινότητα και τον οικογενειακό κύκλο.

Όταν ο άνθρωπος προσέρχεται στο Άγιο Ποτήριο με πνεύμα συγχώρησης και ειρηνικής διάθεσης, ο Χριστός κατοικεί πιο βαθιά μέσα του, και η θεία Κοινωνία γίνεται όχι απλώς μία πράξη λατρείας, αλλά μία ζωντανή αναγέννηση της ψυχής.

Η συμφιλίωση, λοιπόν, δεν είναι μόνο καθήκον· είναι αναγκαίο στάδιο που καθαρίζει την καρδιά, ώστε να γίνει κατάλληλη κατοικία του Θεού.

 

5η. Νηστεία και σωματική προετοιμασία

Η θεία Ευχαριστία δεν αφορά μόνο την ψυχή, αλλά ολόκληρο τον άνθρωπο, ψυχή και σώμα. Γι᾽ αυτό η Εκκλησία καθιέρωσε τη νηστεία ως απαραίτητο μέσο προετοιμασίας πριν από τη θεία Κοινωνία. Η νηστεία δεν είναι μια απλή τυπική υποχρέωση, αλλά μία άσκηση εγκράτειας, που βοηθά τον άνθρωπο να καθαρίσει τον νου, να ηρεμήσει το σώμα και να κατευθύνει την επιθυμία του προς τον Θεό.

Η σωματική προετοιμασία έχει βαθύ πνευματικό νόημα:

* διδάσκει τον πιστό να κυριαρχεί στις υλικές του ανάγκες,

* καλλιεργεί αυτοπειθαρχία και πνευματική εγρήγορση,

* προετοιμάζει την καρδιά να δεχθεί με σεβασμό το μυστήριο,

* υπενθυμίζει ότι ο άνθρωπος οφείλει να σταθεί ενώπιον του Θεού με καθαρότητα και ταπείνωση.

Η εκκλησιαστική Παράδοση ορίζει ότι ο πιστός πρέπει να απέχει από τροφή και ποτό από τα μεσάνυχτα μέχρι τη στιγμή της θείας Κοινωνίας, ως ένδειξη τιμής προς το Σώμα και το Αίμα του Χριστού. Παράλληλα όμως, η νηστεία δεν περιορίζεται μόνο στο φαγητό· περιλαμβάνει τη νηστεία των αισθήσεων, του λόγου και των σκέψεων, ώστε ο άνθρωπος να εισέλθει στην εσωτερική γαλήνη και συγκέντρωση.

Όταν ο πιστός νηστεύει με συναίσθηση και ταπεινό φρόνημα, τότε το σώμα συνεργάζεται με την ψυχή, και η προετοιμασία γίνεται ολοκληρωμένη. Έτσι, η θεία Κοινωνία γίνεται δεκτή με καθαρότητα, ευλάβεια και βαθιά ευγνωμοσύνη.

 

6η. Προσευχή και εσωτερική ησυχία

Η προσευχή αποτελεί την αναπνοή της ψυχής και είναι αναπόσπαστο στοιχείο της προετοιμασίας για τη θεία Ευχαριστία. Για να πλησιάσει ο άνθρωπος το Άγιο Ποτήριο, χρειάζεται πρώτα να σταθεί ενώπιον του Θεού με ήρεμη καρδιά, καθαρό νου και λόγο προσευχής. Η εσωτερική ησυχία δεν είναι απλώς σιωπή· είναι η κατάσταση όπου ο άνθρωπος απομακρύνει τους περισπασμούς και αφήνει χώρο για να κατοικήσει μέσα του η χάρη του Θεού.

Η προσευχή:

* γαληνεύει τον νου και τον προσανατολίζει προς τον Θεό,

* ενισχύει την πίστη και την εμπιστοσύνη,

* προετοιμάζει την καρδιά να δεχθεί το μυστήριο με ευλάβεια,

* απομακρύνει τα πάθη και τους φόβους που θολώνουν την πνευματική όραση.

Η εσωτερική ησυχία είναι το έδαφος πάνω στο οποίο ανθίζει η προσευχή. Χωρίς αυτήν, ο άνθρωπος δυσκολεύεται να αισθανθεί την παρουσία του Θεού και να ανοίξει την καρδιά του στη θεία χάρη. Γι᾽ αυτό η Εκκλησία προτρέπει τους πιστούς να αφιερώνουν χρόνο πριν τη θεία Λειτουργία σε ησυχασμό, ανάγνωση της θείας Ακολουθίας της Μεταλήψεως και προσωπική προσευχή.

Ιδιαίτερα θα βοηθηθούν οι πιστοί, προτού προσέλθουν στο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας να μελετούν Πατερικά έργα και πνευματικά κείμενα, ώστε να κατανοήσουν περισσότερο  το νόημα και την αξία της Ιεράς Μεταλήψεως.

Όταν ο πιστός προσεγγίζει το μυστήριο με προσευχή και εσωτερική γαλήνη, τότε η θεία Ευχαριστία γίνεται όχι απλώς μία τελετουργική πράξη, αλλά μια ζωντανή συνάντηση με τον Χριστό, που φωτίζει, καθαρίζει και ανανεώνει ολόκληρη την ύπαρξη.

 

7η. Συμμετοχή στη θεία Λειτουργία με επίγνωση

Η θεία Ευχαριστία δεν είναι μια μεμονωμένη πράξη, αλλά το κέντρο και η κορύφωση ολόκληρης της θείας Λειτουργίας. Για να προσέλθει ο πιστός στη θεία Κοινωνία με σεβασμό και αληθινή ωφέλεια, πρέπει να συμμετέχει στη Λειτουργία συνειδητά, ενεργά και με πλήρη προσοχή. Κάθε στιγμή της Λειτουργίας αποτελεί προετοιμασία της καρδιάς για τη μεγάλη συνάντηση με τον Χριστό.

Η προσεκτική συμμετοχή σημαίνει:

* να ακούει ο πιστός με προσοχή τις ευχές, τα αναγνώσματα και τα τροπάρια,

* να ενώνει τον νου του με τις προσευχές του ιερέα και της εκκλησιαστικής κοινότητας,

* να νιώθει ότι βρίσκεται μέσα στο μυστήριο της σωτηρίας,

* να καλλιεργεί διάθεση ευγνωμοσύνης και ευλάβειας.

Η θεία Λειτουργία είναι η αποκάλυψη της Βασιλείας του Θεού μέσα στον κόσμο. Δεν είναι μια τελετή που απλώς παρακολουθούμε, αλλά ένα γεγονός στο οποίο συμμετέχουμε, προσφέροντας την καρδιά μας στον Θεό. Όσο περισσότερο ο πιστός βιώνει τη Λειτουργία ως προσωπική συνάντηση με τον Χριστό, τόσο βαθύτερα προετοιμάζεται για τη θεία Κοινωνία.

Η συνειδητή συμμετοχή οδηγεί σε:

* πνευματική συγκέντρωση,

* ανανέωση του εσωτερικού ανθρώπου,

* ενίσχυση της πίστης,

* βαθύτερη εμπειρία της χάριτος.

Όταν ο πιστός φθάνει στη στιγμή της θείας Κοινωνίας έχοντας ζήσει τη Λειτουργία με όλο του το είναι, τότε η ένωση με τον Χριστό γίνεται πηγή φωτισμού, καθαρότητας και χαράς.

 

8η. Ευγνωμοσύνη και χαρά

Η θεία Ευχαριστία είναι κατ᾽ εξοχήν μυστήριο χαράς και δοξολογίας. Ο πιστός δεν προσέρχεται στο Άγιο Ποτήριο με φόβο ή ανασφάλεια, αλλά με ευγνωμοσύνη και εσωτερική αγαλλίαση, γνωρίζοντας ότι λαμβάνει το μεγαλύτερο δώρο που μπορεί να δοθεί στον άνθρωπο: την ένωση με τον Χριστό. Η χαρά αυτή δεν είναι ανθρώπινη συγκίνηση, αλλά καρπός του Αγίου Πνεύματος που χαρίζει ειρήνη και γαλήνη στην καρδιά.

Η ευγνωμοσύνη αποτελεί βασική προϋπόθεση, διότι:

* ανοίγει την καρδιά στη χάρη,

* γεννά ταπείνωση και συναίσθηση της θείας δωρεάς,

* υπενθυμίζει ότι όλα είναι δώρα του Θεού,

* καλλιεργεί μια πνευματική στάση ευλογίας και δοξολογίας.

Η χαρά συνοδεύει τον πιστό όταν αντιλαμβάνεται ότι ο Χριστός τον δέχεται κοντά Του, παρά τις ανθρώπινες αδυναμίες. Η θεία Κοινωνία δεν είναι μόνο καθαρμός, αλλά και πληρότητα ζωής, μια εμπειρία που γεμίζει τον άνθρωπο με φως και ελπίδα.

Όταν ο πιστός πλησιάζει το μυστήριο με ευγνωμοσύνη και χαρά:

* η θεία Ευχαριστία γίνεται πηγή πνευματικής ανανέωσης,

* ενισχύεται η σχέση του με τον Θεό,

* μεταμορφώνεται η ζωή του με τρόπο ειρηνικό και χαριτωμένο,

* καλλιεργείται η εσωτερική διάθεση δοξολογίας σε κάθε στιγμή της καθημερινότητας.

Έτσι, το μυστήριο δεν περιορίζεται στη στιγμή της Μετάληψης· συνεχίζεται μέσα στην καρδιά του πιστού, ως αδιάκοπη εμπειρία ευχαριστίας, χαράς και θείας παρουσίας.

 

9η. Καθαρότητα προθέσεων

Η θεία Ευχαριστία είναι μυστήριο που απαιτεί ειλικρίνεια και καθαρότητα καρδιάς. Ο άνθρωπος δεν πρέπει να προσέρχεται στο Άγιο Ποτήριο από συνήθεια, κοινωνική υποχρέωση ή τυπική συμμόρφωση, αλλά με καθαρή και αληθινή πρόθεση, επιθυμώντας πραγματικά να ενωθεί με τον Χριστό και να μεταμορφωθεί η ζωή του.

Η καθαρότητα προθέσεων σημαίνει:

* να επιδιώκει ο πιστός τη θεία Κοινωνία όχι για εξωτερικούς λόγους, αλλά από εσωτερική ανάγκη,

* να έχει επίγνωση της ιερότητας του μυστηρίου και της προσωπικής του ευθύνης,

* να πλησιάζει τον Χριστό με αγάπη, πίστη και πόθο για πνευματική αλλαγή,

* να απορρίπτει κάθε εγωιστικό κίνητρο, όπως επίδειξη, σύγκριση ή αυτοδικαίωση.

Η πρόθεση είναι ο «κρυμμένος τόπος» της καρδιάς, τον οποίο βλέπει μόνο ο Θεός. Όταν η καρδιά είναι ειλικρινής, τότε η θεία Κοινωνία γίνεται πηγή φωτισμού και αγιασμού. Όταν όμως η πρόθεση είναι μολυσμένη από υπερηφάνεια ή αδιαφορία, η χάρη δεν καρποφορεί όπως θα μπορούσε.

Ο πιστός με καθαρή πρόθεση:

* προσέρχεται με ταπείνωση και σεβασμό,

* βιώνει βαθύτερα την παρουσία του Χριστού,

* αισθάνεται την ειρήνη και τη χαρά της θείας Ευχαριστίας,

* γίνεται δεκτικός στη μεταμόρφωση της ζωής του σύμφωνα με το Ευαγγέλιο.

Η καθαρότητα των προθέσεων είναι μια συνεχής πνευματική προσπάθεια. Όσο πιο καθαρή είναι η καρδιά, τόσο πιο ζωντανή γίνεται η ένωση με τον Χριστό μέσα στο μυστήριο.

 

10η. Δέσμευση για χριστιανικό τρόπο ζωής μετά τη θεία Κοινωνία

Η συμμετοχή στο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας δεν ολοκληρώνεται τη στιγμή της Μετάληψης· αντίθετα, τότε αρχίζει η πραγματική πνευματική πορεία του πιστού. Η θεία Κοινωνία καλεί τον άνθρωπο σε μια συνεχή δέσμευση να ζει σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, να μεταμορφώνει τον εσωτερικό του κόσμο και να γίνεται φορέας αγάπης, ειρήνης και αλήθειας στον κόσμο.

Η χάρη που λαμβάνει ο πιστός από το Άγιο Ποτήριο:

* φωτίζει τη σκέψη και ανανεώνει τον νου,

* ενισχύει την καρδιά ώστε να αγαπά αυθεντικά,

* ενδυναμώνει τη θέληση να πράττει το καλό,

* δίνει δύναμη στον αγώνα κατά των παθών.

Η δέσμευση για χριστιανικό τρόπο ζωής σημαίνει:

* να ζει ο πιστός με συνέπεια, ταπείνωση και δικαιοσύνη,

* να δείχνει έλεος και συμπόνια, όπως ο Χριστός τον δέχθηκε στην Τράπεζά Του,

* καλλιεργεί την προσευχή και την πνευματική εγρήγορση,

* να φανερώνει την πίστη του μέσα από έργα αγάπης.

Η θεία Ευχαριστία δεν είναι μόνο κέντρο της λατρευτικής ζωής, αλλά και πηγή καθημερινής μεταμόρφωσης. Όποιος κοινωνεί το Σώμα και το Αίμα του Χριστού καλείται να γίνεται ζωντανή εικόνα της αγάπης Του μέσα στην οικογένεια, στην κοινωνία, στην εργασία και σε κάθε πτυχή της ζωής.

Τέλος, η συνεχής δέσμευση στον χριστιανικό τρόπο ζωής κρατά την καρδιά ανοιχτή στη χάρη, ώστε κάθε θεία Κοινωνία να γίνεται βήμα πνευματικής προόδου, πορείας προς την αγιότητα και βαθύτερης ένωσης με τον Χριστό.

 

* * *

 

Η θεία Ευχαριστία αποτελεί το κέντρο της ζωής της Ορθόδοξης Εκκλησίας και το ύψιστο δώρο του Θεού προς τον άνθρωπο. Σ᾽ αυτήν ο πιστός δεν προσεγγίζει μια συμβολική πράξη, αλλά την ίδια την παρουσία του Αναστημένου Χριστού, που προσφέρεται ως τροφή αιώνιας ζωής. Η συμμετοχή στο μυστήριο αυτό δεν είναι πράξη απλής ευσέβειας, αλλά βαθιά πνευματική συνάντηση, στην οποία ο Θεός αγγίζει τον άνθρωπο και ο άνθρωπος ανταποκρίνεται με πίστη, ταπείνωση και αγάπη.

Οι δέκα προϋποθέσεις που αναπτύχθηκαν δεν είναι εξωτερικοί κανόνες, αλλά δρόμοι πνευματικής καλλιέργειας, που προετοιμάζουν την καρδιά να γίνει δεκτική στη χάρη. Η ζωντανή πίστη, η ειλικρινής μετάνοια, η ταπείνωση, η συμφιλίωση και η καθαρότητα προθέσεων αποτελούν τον εσωτερικό πυρήνα της προετοιμασίας. Χωρίς αυτά, η θεία Κοινωνία κινδυνεύει να μετατραπεί σε τυπικότητα, χωρίς καρποφορία. Αντίθετα, όταν ο πιστός προσέρχεται με γνήσιο πόθο για ένωση με τον Χριστό, τότε η θεία Ευχαριστία φωτίζει και αναγεννά την ψυχή.

Παράλληλα, η νηστεία, η προσευχή, η συνειδητή συμμετοχή στη θεία Λειτουργία και η χαρά της ευγνωμοσύνης αποτελούν την εξωτερική έκφραση αυτής της εσωτερικής διαθέσεως. Αυτές οι αρετές βοηθούν τον άνθρωπο να απομακρύνει τους περισπασμούς, να συγκεντρώσει τον νου του στο θείο μυστήριο και να βιώσει το μεγαλείο της θείας δωρεάς με καθαρότητα και ειρήνη.

Ωστόσο, η πραγματική δύναμη της θείας Ευχαριστίας αποκαλύπτεται μετά τη στιγμή της Μετάληψης. Εκεί δοκιμάζεται η αυθεντικότητα της πνευματικής εμπειρίας. Η ζωή που ακολουθεί πρέπει να μαρτυρεί την παρουσία του Χριστού μέσα στην καρδιά και προεκτείνεται στην καθημερινότητα και στον τρόπο ζωής.

Η αγάπη, η συγχωρητικότητα, η πραότητα, η δικαιοσύνη, η ακεραιότητα και η φιλανθρωπία είναι οι καρποί που ο πιστός καλείται να καλλιεργεί καθημερινά, ως απόδειξη ότι η χάρη της θείας Κοινωνίας δεν έμεινε ανενεργή.

Η θεία Ευχαριστία δεν είναι ένα γεγονός της Κυριακής· είναι τρόπος ζωής. Μας καλεί να ζούμε κάθε μέρα με συνείδηση της παρουσίας του Θεού, με διάθεση προσφοράς και με πνευματική εγρήγορση.

Κάθε φορά που ο άνθρωπος κοινωνεί, ανανεώνει τη σχέση του με τον Χριστό, αντλεί δύναμη για τον αγώνα του και ανακαλύπτει εκ νέου το βαθύτερο νόημα της ύπαρξής του.

Τελικά, η προσέλευση στη θεία Ευχαριστία δεν είναι ένα δικαίωμα, αλλά ένα δώρο. Δεν είναι μια πράξη ανθρώπινης αξίας, αλλά θείας φιλανθρωπίας.

Γι᾽ αυτό και ο πιστός καλείται να προσέρχεται με ευγνωμοσύνη, δέος και χαρά, γνωρίζοντας ότι στο Άγιο Ποτήριο ο Θεός τον συναντά, τον αγκαλιάζει και του προσφέρει ζωή αληθινή.

 

Ο π. Γεώργιος Καψάνης ως Πατέρας, Ποιμένας και Θεολόγος (Ιερομόναχος Αρτέμιος, Ιερά Μονή Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους)

By: alopsis
8 June 2026 at 01:00

Ὅταν μοῦ προτάθηκε ἀπό τόν ἀγαπητό ἐν Χριστῷ ἀδελφό παπα-Ματθαῖο, ἐφημέριο τοῦ Ἱ. Ναοῦ ἁγίου Δημητρίου Μπραχαμίου, νά μιλήσω γιά τόν μακαριστό Πατέρα καί Γέροντά μου, Πατέρα καί Γέροντα τῆς Ἱ. Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἀρχιμανδρίτη Γεώργιο Καψάνη, αἰσθάνθηκα σάν ἀσθενικός νάνος μπροστά σέ ἕνα γίγαντα τοῦ ἁγίου Πνεύματος, σέ ἕνα σκεῦος ἐκλογῆς σάν τόν Ἀπόστολο Παῦλο, σέ ἕνα πολυτάλαντο ἄνθρωπο τῆς θυσίας, τῆς ἀγάπης καί τῆς ζωντανῆς θεολογίας. Αἰσθάνθηκα ἀνήμπορος νά μιλήσω γιά τόν χαρισματοῦχο αὐτόν Γέροντα, δεδομένου ὅτι καί ἄλλοι πατέρες τῆς Ἱ. Μονῆς μας καταπιάστηκαν μέ αὐτό τό θέμα, ὅπως ὁ π. Φιλόθεος, ὁ π. Γρηγόριος, ὁ π. Δημήτριος, ἰδίως ὁ π. Λουκᾶς μέ 10 ὁμιλίες, ὅλες ὡραῖες καί περιεκτικές.

Ἐπίσης ἔγραψε καί ὁ κατά σάρκα ἀδελφός του Δημήτριος Καψάνης πολλά στοιχεῖα γιά τά παιδικά χρόνια τοῦ Γέροντα, καθώς καί ἄλλοι πολλοί, μολονότι, ὅπως παραδέχονται καί ὅλοι, δέν μποροῦν νά περιγράψουν ἐπαρκῶς τήν προσωπικότητα, τό πολύπλευρο ἔργο καί τή θεολογική μαρτυρία τοῦ π. Γεωργίου. Ἐξ αὐτοῦ διαφαίνεται καί ἡ ἀδυναμία μου, διότι δέν ξέρω τί νά πρωτοπεριγράψω, τί νά πρωτοπῶ. Ἐλπίζοντας ὅμως στήν εὐχή τοῦ π. Γεωργίου, στήν εὐλογία τοῦ νῦν Καθηγουμένου μας Ἀρχιμανδρίτου Χριστοφόρου, καί στίς δικές σας προσευχές, θά συνεχίσω καθ’ ὑπακοήν τό δύσκολο αὐτό ἐγχείρημα.

Θά μοῦ ἐπιτρέψετε νά ξεκινήσω ἀπό τήν δική μου ἐμπειρία γιά τόν Γέροντά μου, συγχωρώντας μου τήν προπέτεια. Μαθητής ἀκόμη στή δεκαετία τοῦ 1970, ἄκουγα τόν κατά σάρκα μεγαλύτερο ἀδελφό μου, τόν Νικόλαο Παπανικολάου, μετέπειτα Καθηγητή Πανεπιστημίου καί κοιμηθέντα πλέον, νά ἀναφέρη μέσα στό πατρικό μας σπίτι: «Ὁ παπα-Γεώργιος ὁ Καψάνης, ὁ παπα-Γεώργιος ὁ Καψάνης, ὑφηγητής Πανεπιστημίου, σπούδασε στήν Ἀμερική, ἱερομόναχος στή Μονή Πεντέλης, μεγάλη μορφή».

Ἐκεῖνα τά χρόνια στήν Ἀθήνα ὑπῆρχαν ὀκτώ ἐνοριακά νεανικά κέντρα, μέ πρότυπο τό ἵδρυμα τοῦ ἐγκωμιαζομένου Πατρός μας «ὁ Παντοκράτωρ» στό Παλαιό Φάληρο, μεταξύ τῶν ὁποίων καί τό νεανικό μας κέντρο τοῦ Ἁγίου Ἀρτεμίου. Κάποια μέρα τά μέλη αὐτῶν τῶν ὀκτώ νεανικῶν κέντρων συναθροιστήκαμε στήν Ἱ. Μονή Πεντέλης. Στήν ὑπαίθρια τράπεζα πού καθήσαμε, εἴδαμε καί ἕνα ἤ δύο τραπέζια μέ τούς ἱερομονάχους καί μοναχούς τῆς Μονῆς, μεταξύ τῶν ὁποίων κάποιος ἰσχνός μελαχροινός μοναχός, μέ δύο δόντια νά προεξέχουν, μέ μιά ἐλιά στό πρόσωπο, μέ πατρικό χαμόγελο, ἱεροπρέπεια καί σεμνότητα, ὁ ὁποῖος ὁμίλησε περί τῆς θείας χάριτος τόσο ὄμορφα, πού καταλάβαμε ὅτι μίλαγε ἐκ πείρας καί ἀπό καρδίας, καί ὄχι ξερά λόγια. Ξανά ὁ ἀδελφός μου στό σπίτι ἐπέμενε νά ἐγκωμιάζη: «Ὁ παπα-Γεώργιος ὁ Καψάνης» συνέχεια καί συνέχεια. Τότε τόν ἐρώτησα: «Μήπως εἶναι ἕνας ἀδύνατος, μελαχροινός μοναχός στή Μονή Πεντέλης, μέ προεξέχοντα δύο δόντια, μέ χαμόγελο, μέ μιά ἐλιά στό πρόσωπο, καί μέ ζωντανό λόγο;». «Αὐτός εἶναι» μοῦ λέει θριαμβευτικά. Ἀπό τότε ἐκτίμησα βαθύτατα αὐτόν τόν ἄνθρωπο.

Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες ἔλεγαν μιά παροιμία: «Οὗτος ἐκεῖνος», δηλαδή αὐτός εἶναι ἐκεῖνος πού λέγαμε, ὁ περίφημος. Ἔτσι βεβαιώθηκα κι ἐγώ γιά τήν προσωπικότητα τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ πού ἔμελε νά γίνη Γέροντάς μου, Πατέρας καί πνευματικός ὁδηγός.

Ὡς φοιτητής Χημείας πλέον ἐγώ, τό 1973 τόν εἶδα νά ὁμιλῆ στό φροντιστήριο κατηχητῶν στήν Ἱ. Μονή Πετράκη. Ὁ λόγος του μεστός, βαθύς καί συναρπαστικός. Τόν ἴδιο καιρό μέ τά μέλη τοῦ νεανικοῦ κέντρου Ἁγίου Ἀρτεμίου πού προαναφέραμε, ἐπισκεφθήκαμε τήν Ἱ. Μονή Ἁγίου Γεωργίου Ἀρμᾶ στήν Εὔβοια. Ἐκεῖ εἶχε ἐγκατασταθῆ ὁ Γέροντας μέ τή συνοδεία 7 μοναχῶν καί δοκίμων. Ἐκεῖ γνωρίσαμε τόν παπα-Πανάρετο, ταπεινό καί ἀσκητικώτατο, τόν π. Μελέτιο, διάκονο τότε νά σφουγγαρίζη τήν ἐκκλησία, σημερινό Μητροπολίτη Κατάγκας στήν Ἀφρική, τόν π. Τιμόθεο μέ πολλή ἀγάπη καί ἐνθουσιασμό, καί τούς λοιπούς πατέρες. Ὁ ἀδελφός μου, γεμᾶτος θαυμασμό καί ἀγαλλίασι, ἔλεγε: «Τί μεγαλεῖο νά εἶναι κάποιος μοναχός».

Τέλος ξαναβρῆκα τόν Γέροντα παπα-Γεώργιο ὡς Ἡγούμενο στήν Ἱ. Μονή Ὁσίου Γρηγορίου στό Ἅγιον Ὄρος, τό 1975 μέ διαρκῶς αὐξανομένη ἀδελφότητα. Προηγουμένως εἶχα ἐπισκεφτῆ ἐπί δύο μῆνες καί τίς εἴκοσι Ἁγιορείτικες Μονές, τόν ἅγιο Παΐσιο, τόν ἅγιο Πορφύριο, τόν ἅγιο Ἐφραίμ Κατουνακιώτη, καί ἡ καρδιά μου ρίζωσε στή Μονή Γρηγορίου, σ’ αὐτόν τόν Γέροντα, τόν παπα-Γεώργιο, ἀλλά δέν τό εἶπα σέ κανένα. Ὅταν ἐπισκέφθηκα τό Μπουραζέρι, ὅπου ἐμόναζαν ὁ παπα-Χαράλαμπος μέ τή συνοδεία του, μετέπειτα Διονυσιάτες, κάποιος μοναχός πού μιλοῦσε μέ τόν διορατικό μοναχό γέροντα Ἀρσένιο, μοῦ εἶπε κρυφά: «Ἄντε νά σέ δοῦμε καί στή Μονή Γρηγορίου».

Τό 1976, τριτοετής φοιτητής, τούς θερινούς μῆνες ἔμεινα ὡς προδόκιμος στήν Μονή Γρηγορίου, νά δοκιμαστῶ ἄν κάνω γιά μοναχός. Ἐκεῖνο τόν καιρό, ὅπως ὅλοι οἱ ὑποψήφιοι μοναχοί, ἀντιμετώπισα κι ἐγώ τήν ἀντίδρασι τῶν γονέων μου καί τοῦ κόσμου, καί χωρίς νά διστάζω, σκεφτόμουν ἄν ἦταν θέλημα Θεοῦ ἡ ἀπόφασί μου. Κάποια μέρα μέ κάλεσε ὁ Γέροντας παπα-Γεώργιος καί μοῦ εἶπε μέ ἀπόλυτη σιγουριά: «Μή στενοχωριέσαι, θά γίνης μοναχός». Ἀμέσως μέ τά προφητικά αὐτά λόγια του αἰσθάνθηκα πλήρη ἀγαλλίασι καί ἀνάπαυσι.

Τό 1978, ἐπί πτυχίῳ φοιτητής ἀναχώρησα γιά τήν Μονή Γρηγορίου μέ κάποιον συμφοιτητή μου. Πέρασα καί ἀπό τόν Τίμιο Σταυρό, τότε κελλί τοῦ ἁγίου Παϊσίου, νά πάρω τήν εὐχή του γιά τήν ὁριστική μου ἀπόφασι. Δέν θά ξεχάσω τά λόγια τοῦ ἁγίου Παϊσίου: «Παιδί μου, αὐτός ὁ ἄνθρωπος, ὁ π. Γεώργιος, ἔχει πολλή πατρικότητα».

Ἐγκαταστάθηκα πλέον ὡς δόκιμος στή Μονή τῆς μετανοίας μου τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας. Μέσα μου ὅμως ὑπῆρξε μιά πέτρα κοσμικότητας. Ἔκανα πλήρη ἐξομολόγησι στόν Γέροντα. Μοῦ εἶπε: «Θά σοῦ πῶ πότε θά κοινωνήσης». Στούς Τρίτους Χαιρετισμούς τῆς Παναγίας μας, ὅταν ἀντίκρυσα στολισμένη τήν Προστάτιδά μας Κυρία Θεοτόκο στό τέμπλο τοῦ Καθολικοῦ, αἰσθάνθηκα νά ραγίζη αὐτή ἡ κοσμική πέτρα μέσα μου. Ἔκλαψα, κατανύχθηκα. Τό ἑπόμενο πρωί, χωρίς νά πῶ τίποτε σέ κανένα, μέ καλεῖ ὁ Γέροντας καί μοῦ λέγει: «Τοῦ Εὐαγγελισμοῦ θά κοινωνήσης». Δεύτερη καινούργια χαρά!

Ὅμως ἀρκετά εἶπα γιά τίς πρῶτες προσωπικές μου ἐμπειρίες μέ τόν παπα-Γεώργιο. Ἄς ἐξετάσουμε τώρα τόν Γέροντά μας ἀπό τά πρῶτα, βρεφικά, παιδικά καί νεανικά του χρόνια. Γεννήθηκε τό 1935 ἀπό γονεῖς εὐσεβεῖς, τόν Ἀναστάσιο Καψάνη, δικηγόρο στό ἐπάγγελμα, καί τή Μαρία, τό γένος Δημητριάδου, δασκάλα στό ἐπάγγελμα. Ἡ μητέρα του εἶχε βαθειά πίστι καί εὐλάβεια, καί ἀνέθρεψε τά παιδιά της «ἐν παιδείᾳ καί νουθεσίᾳ Κυρίου», ὄντας κατηχήτρια στόν Ἱ. Ναό ἁγίου Ἀλεξάνδρου Παλαιοῦ Φαλήρου, μέ μεγάλο κοινωνικό καί φιλανθρωπικό ἔργο. Εἶχε πνευματικό τόν ἅγιο Πορφύριο.

Ἀφ’ ὅτου γεννήθηκε ὁ μικρός Γεώργιος, παρουσίαζε κάποιες ἀσθένειες, συγκεκριμένα σκελετικά προβλήματα καί ἀναιμία. Οἱ γιατροί ἔδιναν τό πολύ 9 χρόνια ζωῆς στόν μικρό Γεωργάκη. Μεγάλη ἡ θλίψι τῶν γονέων. Παρ’ ὅλα αὐτά, ἡ  Παναγία φανερώθηκε σέ κάποια γειτόνισσά τους, καί εἶπε νά διαβιβάση στούς γονεῖς του νά μή στενοχωριοῦνται, διότι ὁ Γεωργάκης θά ζήση καί ὅτι τόν ἀναλαμβάνη ἡ ἴδια ἡ Παναγία ὑπό τήν προστασία της. Ἐξ οὗ καί ἡ ὑπερβολική εὐλάβεια τοῦ Γέροντα πρός τήν Κυρία Θεοτόκο.

Ἀπό τήν παιδική του ἡλικία ὁ Γέροντας ἐμφάνισε τήν διπλή ἀγάπη: Τήν ἀγάπη πρός τόν Θεό καί τήν ἀγάπη πρός τόν πλησίον. Ἔτσι ἀποφάσισε χωρίς ἐνδοιασμούς νά ἀκολουθήση τόν ἱερατικό καί μοναχικό βίο. Ὅταν σέ κάποια οἰκογενειακή ἑορτή συζητοῦσαν -μετά τήν κοίμησι τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν Χρυσοστόμου- ποιός θά γίνη νέος Ἀρχιεπίσκοπος, σηκώθηκε ὁ μικρός Γεώργιος, τρισήμισυ ἐτῶν τότε, καί εἶπε: «Ἐγώ θά γίνω». Βέβαια δέν ἔγινε, ἀλλά αὐτό δείχνει ἀπαρχή ἀφιερώσεως στήν Ἐκκλησία. Ὅταν ἀρκετές φορές μετά ἀπό χρόνια τοῦ πρότειναν νά γίνη ἐπίσκοπος, ἔλεγε ὑπό μορφήν ἀστείου: «Δέν μέ ἀφήνει ἡ μητέρα μου».

Πρώτη ἔνδειξις ἀγάπης πρός τόν Θεό καί τόν πλησίον: Ἀπό 5 χρονῶν ἔκανε τόν ἱερέα στό ἡμιυπόγειο τοῦ σπιτιοῦ, μαζεύοντας τά παιδιά τῆς γειτονιᾶς. Τό ἡμιυπόγειο τοῦ σπιτιοῦ μετετράπη σέ «ἐκκλησάκι» μέ ὑποτυπῶδες τέμπλο, καί ὁ Γεώργιος ἀπέκτησε ράσα, θυμιατό καί μιά ἄδεια ὀβίδα γιά καμπάνα γιά τίς παιδικές ἀκολουθίες του. Ἔτσι μᾶς θυμίζει τούς ἁγίους Μέγα Ἀθανάσιο καί Ἀθανάσιο τόν Ἀθωνίτη πού «ἱερουργοῦσαν» ἀπό μικροί. Μποροῦμε νά ποῦμε, σάν τόν ἅγιο Σάββα τόν ἡγιασμένο, ὅτι ἦταν «παιδαριογέρων». Σέ αὐτό συνέβαλε καί ὁ πνευματικός του Μητροπολίτης πρώην Λήμνου Вασίλειος Ἀτέσης. Σπανίως ἔπαιζε παιχνίδια στή γειτονιά. Οὐδέποτε μάλωσε μέ τόν ἀδελφό του. Χωρίς νά τόν ζηλέψη, τόν προστάτευε.

Κάποια ἡμέρα ὁ θεῖος του τόν πῆγε σέ συναυλία παιδιῶν πού ἔπαιζαν διάφορα μουσικά ὄργανα. Ὅταν ἔφευγαν, τόν ρώτησε ὁ θεῖος του: «Σοῦ ἄρεσε ἡ συναυλία, Γεώργιε;». Καί ὁ μικρός Γεώργιος ἀπάντησε: «Ὄχι, θεῖε, δέν μοῦ ἄρεσε». Καί ξαναρώτησε ὁ θεῖος: «Τότε τί σοῦ ἀρέσει, ἀνηψιέ μου;» Καί τοῦ ἀπάντησε: «Ὁ ἦχος τῆς καμπάνας!».

Ἀργότερα μαθήτευσε στό Πειραματικό Σχολεῖο Ἀθηνῶν, ὅπου ἀρίστευσε. Τελειώνοντας τή Μέση Ἐκπαίδευσι, διάλεξε ἐπίμονα τή Θεολογική Σχολή. Ὁ πατέρας του ἤθελε νά σπουδάση νομική, μά ἐκεῖνος ἀρνήθηκε, ἀπειλώντας τούς γονεῖς πώς ἄν δέν τόν ἀφήσουν, θά πάη στό Ἅγιον Ὄρος. Ἔτσι τόν ἄφησαν ἐλεύθερο. Θά λέγαμε πώς ὁ Γεώργιος ἔμοιαζε μέ τόν Ἀπόστολο Τιμόθεο: «ἀπό βρέφους τά ἱερά γράμματα οἶδε», καί σάν τόν Προφήτη Μωυσῆ: «ἠρνήσατο λέγεσθαι υἱός θυγατρός Φαραώ».

18 χρονῶν ἔκανε κατηχητικό στά παιδιά τῆς ἐνορίας τοῦ ἁγίου Ἀλεξάνδρου. Στά 19 του χρόνια ὀργάνωνε κατασκηνώσεις στήν Πεντέλη καί στήν Πάρνηθα. Κατ’ αὐτόν τόν τρόπο συνέστησε μιά νεανική παρέα, τή “Χριστιανική Συντροφιά Νέων” στήν ἐνορία του. Ἀρχικά ξεκίνησαν ἀπό ἑπτά μέλη καί τελικῶς ξεπέρασαν τά ἑβδομῆντα μέλη, νέοι, οἱ περισσότεροι τῶν ὁποίων τότε δέν εἶχαν ἰδιαίτερη σχέσι μέ τήν Ἐκκλησία. Μέ τίς ἐλεύθερες συζητήσεις κέρδισε τούς νέους πάνω στούς διαφόρους προβληματισμούς τους, προσανατολίζοντάς τους στήν ὀρθόδοξη πίστι. Τόν ἐμπιστεύθηκαν γιά τή ζεστασιά τῆς αὐθεντικῆς του προσωπικότητας καί τή γνησιότητα τῶν αἰσθημάτων ἀγάπης, ἐκ τοῦ περισσεύματος τῆς καρδιᾶς του, καί ὄχι ἀπό τυπική ἐκπλήρωσι κάποιου καθήκοντος. Μετά τή στρατιωτική του θητεία, ἐργάσθηκε δέκα χρόνια στή Μέση Ἐκπαίδευσι. Παράλληλα ἀνέπτυξε καί συνέχισε ἀξιοθαύμαστη κατηχητική δραστηριότητα.

Σύντομα γιά λόγους χωρητικότητος ὁ τότε φοιτητής Γεώργιος κινήθηκε στήν ἵδρυσι ἐκκλησιαστικοῦ Κέντρου Νεότητος. Ἀπευθύνθηκε στόν Ἀγησίλαο Σγουρίτσα γιά δωρεά. Δόθηκε τό οἰκόπεδο. Τό 1959 ζητεῖ ἀπό τήν Ἀρχιεπισκοπή Ἀθηνῶν νά λάβη ὑπό τήν προστασία της τό ἵδρυμα, γιά νά ἐξασφαλισθῆ πλήρως ὁ ἐκκλησιαστικός χαρακτήρας του. Τόν Μάϊο τοῦ 1963 γίνονται τά ἐγκαίνια τοῦ ἱδρύματος «Ὁ Παντοκράτωρ», καί τό 1964 ἡ ὁλοκλήρωσις τοῦ παρεκκλησίου τοῦ ἱδρύματος πρός τιμήν τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου. Ὅλα αὐτά μέ σκοπό νά δημιουργοῦνται καινοί ἄνθρωποι. Ὁ νεαρός τότε Γεώργιος προσευχόταν νά μπαίνη πρῶτος ὁ Χριστός στό ἵδρυμα καθημερινά καί νά φεύγη τελευταῖος. Ὁ πρῶτος καί ὁ ἔσχατος. Ἀπό ἐκεῖ βγῆκαν πολλά ἀξιόλογα ἐκκλησιαστικά πρόσωπα. Οἱ κάτοικοι τοῦ Παλαιοῦ Φαλήρου θυμοῦνται μέ εὐγνωμοσύνη τόν Γέροντα.

Τό ἀντικείμενο τῆς διδακτορικῆς του διατριβῆς ἦταν «ἡ Ποιμαντική Διακονία ὑπέρ τῶν Φυλακισμένων». Τακτικές ἐπισκέψεις σέ φυλακές ἀνηλίκων ἦταν τό ἐφαρμοσμένο μάθημά του στούς φοιτητές τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς.

Τό 1966 ἀποφάσισε νά πάη στήν Ἀμερική γιά μεταπτυχιακές σπουδές. Ἐκεῖ ἀντιλήφθηκε καί ἔζησε ἀπό κοντά τόν ἀνθρωποκεντρισμό (οὐμανισμό), τή χρεωκοπία καί τήν κατάντια τοῦ δυτικοῦ Χριστιανισμοῦ. Δύο χαρακτηριστικά τραγικά γεγονότα μᾶς διηγήθηκε ἀπό αὐτά πού ἔζησε στήν Ἀμερική. Στό πρῶτο, ἕνας προτεστάντης ἱερέας σέ κάποια διάλεξί  του μίλησε γιά τή θεωρία τοῦ θανάτου τοῦ Θεοῦ. Κάποιος φοιτητής τόν ἐρωτᾶ: «Πιστεύετε ὅτι πέθανε ὁ Θεός, ἤ ὅτι πέθανε ἡ πίστις στόν Θεό;». Ἐκεῖνος ἀπαντᾶ: «Πιστεύω ὅτι πέθανε ὁ Θεός». Ξαναρωτᾶ ὁ φοιτητής: «Καί τότε πῶς μπορεῖτε νά εἶστε ἱερεύς;». Ἐκεῖνος ἀπαντᾶ: «Ρώτησα τόν ἐπίσκοπό μου, ἄν μέ αὐτές τίς ἰδέες μπορῶ νά εἶμαι ἱερεύς, καί μοῦ εἶπε: Στό θέμα αὐτό κι ἐγώ τά ἔχω χαμένα. Κάνε ὅ,τι νομίζεις».

Στό δεύτερο, ἡ σπιτονοικοκυρά του τόν κάλεσε στή χριστουγεννιάτικη ἑορτή τῆς κόρης της. Ὁ τότε Γεώργιος προσπάθησε νά ἀκούση μέσα στά ποιήματα καί στά σκέτς τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, καί δέν τό ἄκουσε. Κατόπιν ρώτησε τήν κυρία, προτεστάντισα στήν πίστι: «Μά δέν μιλήσανε καθόλου γιά τόν Χριστό;». Κι ἐκείνη ἀπάντησε κλαίγοντας: «Δυστυχῶς, ἔτσι μᾶς ἔκαναν οἱ Ἑβραῖοι, νά γιορτάζουμε τά Χριστούγεννα χωρίς Χριστό».

Μέσα σ’αὐτό τό τραγικό κλῖμα τοῦ δυτικοῦ οὐμανισμοῦ ὁ Γεώργιος τότε συνειδητοποίησε τήν σημασία τῆς ἁγιοπνευματικῆς ποιμαντικῆς, τῆς θεανθρωποκεντρικῆς ποιμαντικῆς μέσα στούς κόλπους τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Σέ μιά ἐποχή ἐκκοσμικεύσεως ὁ Γέροντας ἤθελε τήν Ἐκκλησία ὡς κοινωνία θεώσεως. Σέ ὅλες τίς ὁμιλίες του, ἑορταστικές καί ποιμαντικές, ὁ πυρήνας του ἦταν πάντα ἡ προοπτική τῆς θεώσεως.

Μετά τίς μεταπτυχιακές σπουδές  στήν Ἀμερική προσελήφθη ὡς βοηθός στήν Ἕδρα τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου καί τῆς Ποιμαντικῆς ἀπό τόν Καθηγητή Κωνσταντῖνο Μουρατίδη. Ἐκεῖ πλέον ἔφερε τήν ἐμπειρική θεολογία στή Σχολή. Δύο πρωτοποριακά ἔργα: «Ἡ Ποιμαντική μέριμνα τῆς Ἐκκλησίας ὑπέρ τῶν φυλακισμένων» καί «Ἡ Ποιμαντική διακονία κατά τούς Ἱερούς Κανόνας».

Μοῦ εἶχε κάνει ἐντύπωσι στόν πρόλογο τοῦ τελευταίου αὐτοῦ βιβλίου ὅτι οἱ Ἱεροί Κανόνες δέν γράφτηκαν σάν νομοκάνονο πού ἐξασφαλίζει στόν ἄνθρωπο τόν Παράδεισο, δηλαδή πού τόν κατοχυρώνει νομικά νά δικαιωθῆ ἐξ ἔργων νόμου. Ὄχι. Γράφτηκαν γιά νά μοιάσουμε στόν Θεό, γιά νά πετύχουμε τό «καθ’ ὁμοίωσιν». Νά λοιπόν τό μόνιμο θέμα τοῦ Γέροντος, ἡ θέωσις.

Ὅσοι φοιτητές ἄκουσαν τότε τά μαθήματά του καί συναναστράφηκαν στά πέντε χρόνια τῆς παραμονῆς του στή θέσι αὐτή, θαύμασαν τόν τρόπο διδασκαλίας του. Γεμᾶτος θεία χάρι καί πνευματική πνοή ἀναζωογονοῦσε τίς πανεπιστημιακές αἴθουσες. Ἀνέτρεψε τό ξερό κλῖμα τῆς ὀρθολογιστικῆς θεολογίας καί ἀνέδειξε τόν πλοῦτο τῆς ἐμπειρικῆς θεολογίας.

Τό 1972 κείρεται μοναχός στήν Ἱ. Μονή Πεντέλης καί χειροτονεῖται διάκονος καί πρεσβύτερος, ἐνόσῳ ἀκόμη διατηρεῖ τή θέσι του στό Πανεπιστήμιο. Ἔτσι πραγματοποιεῖται ὁ παιδικός του πόθος, μέ πολλή ἀγάπη προσφέροντας ὅλο τόν ἑαυτό του ὡς ἱερομόναχος στόν Χριστό. Τόν Φεβρουάριο τοῦ 1973 φεύγει γιά τήν Εὔβοια, στήν Ἱ. Μονή τοῦ ἁγίου Γεωργίου Ἀρμᾶ, ὅπου γίνεται καί ἡγούμενος, μέ μιά μικρή συνοδεία: Τόν π. Πανάρετο, τόν π. Μελέτιο, τόν π. Τιμόθεο καί ἄλλους μοναχούς καί δοκίμους. Μητροπολίτης Χαλκίδος τότε ἦταν ὁ Νικόλαος Σελέντης, ὁ ὁποῖος ἀγαποῦσε τόν Γέροντα καί τή συνοδεία του. Κατόπιν ὁ Γέροντας παραιτεῖται ἀπό τήν κοσμική πανεπιστημιακή σταδιοδρομία καί ἀρχίζει τήν ἐφαρμοσμένη Ποιμαντική μέσα ἀπό τόν Μοναχισμό μέ δομή ἐκκλησιαστική. Προέκρινε καί προτίμησε «τόν ὀνειδισμόν τοῦ Χριστοῦ ἀπό τούς θησαυρούς τῆς Αἰγύπτου».

Τό 1974 συνέβη ἡ ἔκπτωσι τοῦ Μητροπολίτου Χαλκίδος Νικολάου, καί ἡ ἀδελφότης τοῦ ἁγίου Γεωργίου Ἀρμᾶ, ἐν ὄψει τῆς νέας καταστάσεως δέν μποροῦσε νά παραμείνη ἐκεῖ. Τότε συνέβησαν δύο σημαντικά γεγονότα. Ὁ π. Τιμόθεος νωρίτερα εἶχε ἐπισκεφθῆ τό Ἅγιον Ὄρος, καί συναντήθηκε μέ δύο Ἁγιορεῖτες Πατέρες: μέ τόν παπα-Βησσαρίωνα, προηγούμενο τῆς Ἱ. Μονῆς Γρηγορίου, καί μέ τόν παπα-Ἀθανάσιο Σιμωνοπετρίτη. Ὁ π. Ἀθανάσιος πρότεινε στόν π. Βησσαρίωνα νά δεχθοῦν στή Μονή Γρηγορίου τή συνοδεία τοῦ Γέροντα π. Γεωργίου Καψάνη. Πρόθυμος καί χαρούμενος ὁ παπα-Βησσαρίων παρακάλεσε τόν π. Τιμόθεο νά πείση τόν Γέροντα νά ἔλθη ἡ ἀδελφότης τους στό Μοναστήρι τους, καί θά κάνουν ἡγούμενο τόν π. Γεώργιο καί κάποιους πατέρες προϊσταμένους.

Τελικῶς ἡ συνοδεία ἔφυγε ἀπό τόν ἅγιο Γεώργιο τόν Ἀρμᾶ. Ταξιδεύοντας ὁ Γέροντας μέ τή συνοδεία του μέ τζίπ καί κατευθυνόμενοι πρός τό Ἅγιον Ὄρος, καθ’ ὁδόν ἔβλεπαν μιά νεκροφόρα νά τούς συνοδεύη, νά τούς προσπερνᾶ καί νά τούς ἀκολουθῆ. Ποιός νεκρός ἦταν στή νεκροφόρα: Ὁ Προηγούμενος παπα-Βησσαρίων, πού εἶχε κοιμηθῆ στό Προμύρι τοῦ Βόλου καί μεταφέρετο γιά νά ταφῆ στή Μονή τῆς Μετανοίας του, στή Μονή Γρηγορίου.

Ἡ ἀδελφότης κατά πρῶτον ἐγκαταστάθηκε γιά λίγο στήν Ἱ. Μονή Σίμωνος Πέτρας, διότι συνδέονταν οἱ δύο ἀδελφότητες, καί ὁ τότε εὐλογημένος Ἡγούμενος, ὁ μακαριστός παπα-Αἰμιλιανός ἀγαποῦσε πολύ τόν π. Γεώργιο. Κατόπιν μέ συστάσεις τοῦ π. Αἰμιλιανοῦ, τοῦ μακαριστοῦ π. Θεοκλήτου Διονυσιάτου, καθώς καί μέ κάποιους Γρηγοριάτες Πατέρες πού κατέφθασαν στή Σιμωνόπετρα νά παρακαλέσουν τό Γέροντα νά ἐπανδρώσουν τή Μονή Γρηγορίου, κατέβηκε ἡ συνοδεία τοῦ Γέροντα στή Μονή Γρηγορίου. Σύντομα ἔγιναν ὁ Γέροντας μέ τούς νεοφερμένους πατέρες μεγαλόσχημοι, ὁ Γέροντας πλέον ὡς λύχνος ἐτέθη ἐπί τήν λυχνίαν καί ὡς πόλις ἐπάνω Ὄρους κειμένη, ἔγινε Ἡγούμενος στή Μονή μας, καί οἱ πατέρες π. Πανάρετος καί π. Μελέτιος προϊστάμενοι, καί ἀργότερα καί ὁ π. Τιμόθεος.

Νέο κεφάλαιο στό βίο τοῦ Γέροντα. Τόν χάνει ἡ Ἑλλαδική Ἐκκλησία, τόν κερδίζει ἡ Προστάτις τοῦ Ἁγίου Ὄρους Κυρία Θεοτόκος, προσκαλώντας τον στό Περιβόλι της, στήν Ἱ. Μονή Ὁσίου Γρηγορίου. Ἐδῶ ὁ Γέροντας μέ ὑπομονή, διάκρισι καί ἀπέραντη ἀγάπη, γεφύρωσε τό χάσμα παλαιῶν καί νέων μοναχῶν. Σεβάστηκε τά ἁγιορείτικα τυπικά, καί μέ πολλή ἐν Χριστῷ ἀγάπη «ὡς ὄρνις ἐπί τήν νοσσιάν αὐτῆς» ἀγκάλιασε καί περιέθαλψε ὅλους τούς ἀδελφούς. Παράλληλα ἔγινε καί ἡ αὔξησις τῶν μοναχῶν στήν ἀδελφότητα.

Εὐλογία ἡ αὔξησις αὐτή, ἀλλά ἐπιπρόσθετος Σταυρός γιά τόν Γέροντα. Κόποι, δάκρυα, ὑπομονή καί προσευχή τοῦ π. Γεωργίου, γιά νά ἔχουμε ἑνότητα καί ἀγάπη. Ἔλεγε κάποτε ὁ Γέροντάς μας σέ κάποιον Μητροπολίτη πού θαύμαζε τό κοινόβιό μας: «Χύθηκε πολύ αἷμα γιά τήν ἑνότητα τῆς ἀδελφότητος».

Παράλληλα μέ τήν εὐλογία αὐτή στό κοινόβιό μας, συνόδευαν τόν π. Γεώργιο καί πολλές ἀσθένειες: Ἀρρυθμία τῆς καρδιᾶς, πόνοι στό στομάχι καί στά ἔντερα, νευραλγία τοῦ τριδύμου, οὐρολογικά, ἀρθροπλαστικές ἐγχειρήσεις. Ὅμως αὐτός δέν τά ἔβαζε κάτω. Φρόντιζε γιά τήν ποιμαντική στήν Ἀφρική, ἔστελνε κάποιους πατέρες στά Μετόχια καί σέ Μητροπόλεις κατόπιν εὐλογίας Μητροπολιτῶν γιά ἐξομολογήσεις καί ὁμιλίες, ἐνῶ ὁ ἴδιος ἔγινε πνευματικός σέ γυναικεῖα μοναστήρια. Καρδιά μάνας καί συμπεριφορά πατέρα.

Τέλος προσεβλήθη καί μέ καρκίνο στά ἐπινεφρίδια, καρκίνο καί στόν ἐγκέφαλο. Ὅμως ἡ ἀγάπη του στόν Χριστό καί στήν Παναγία, ἡ ἔμπονη καί σιωπηλή προσευχή του, μᾶς χάρισαν τήν τελευταία εἰκόνα του: ἥρεμο καί ἥσυχο τό τέλος του. Σάν τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ: «Τά ἐπουράνια στά ἐπουράνια». Μᾶς ἄφησε πλέον δύο ἱερές παρακαταθῆκες στό κοινόβιο: Τήν ἀγάπη καί τήν ἑνότητα.

Ἀπό ἐδῶ καί κάτω ἐπιτρέψατέ μου νά ζωγραφίσω τόν Γέροντά μου, ἤ καλύτερα τόν Γέροντά μας, ὅλης τῆς ἀδελφότητος καί ὅλης τῆς Ὀρθοδοξίας, διότι θά κλέψω χαρακτηρισμούς καί ἀπό τούς προαναφερθέντες ἀδελφούς καί πατέρες, γνωρίζοντας πώς θά μοῦ τό συγχωρήσουν. Ἡ ἀρετή εἶναι μία, σύμφωνα καί μέ τόν Πλάτωνα, καί μέ τούς ἁγίους Πατέρες. Ὅποιος ἔχει μία ἔκφανσι τῆς ἀρετῆς, ἔχει συλλάβει ὅλη τήν ἀρετή. Ἄς ξεκινήσουμε ἀπό τήν ἀγάπη.

Κίνητρο τοῦ Γέροντα στόν ἀγῶνα κατά τοῦ οὐμανισμοῦ ἦταν ἡ ἀγάπη του πρός τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία. Τίποτε δέν προτιμοῦσε παραπάνω ἀπό αὐτή τήν ἀγάπη, οὔτε τόν ἑαυτό του, οὔτε τό Μοναστήρι του. Γι’ αὐτό ἔλεγε: «Πρῶτα ἡ Ἐκκλησία, ὕστερα τό Ἅγιον Ὄρος καί μετά ἡ Γρηγορίου». Ζοῦσε ἀνιδιοτελῶς τήν ἀγάπη του πρός τήν Ἐκκλησία ὡς κοινωνία θεώσεως, ὡς ἀντίστασι καί ἀνάχωμα στόν ἐπερχόμενο οὐμανισμό.

Εἶχε ἀρχοντική καί πατρική ἀγάπη. Ἀπό τήν μεγάλη του ἀγάπη κι εὐγνωμοσύνη πρός τόν Θεό ξεπήγαζε καί ἡ ἄδολη ἀγάπη του πρός τόν πλησίον. Ἀγάπη σεβασμοῦ καί ἐκτιμήσεως πρός κάθε ἄνθρωπο. Καθένας μποροῦσε νά διαπιστώση πώς ὅπως ἐκτιμοῦσε, σεβόταν καί μιλοῦσε πρός ἀρχιερέα, ἔτσι σεβόταν, ἐκτιμοῦσε καί μιλοῦσε πρός κάθε μοναχό, κάθε δόκιμο, κάθε λαϊκό, ἀκόμη καί φτωχό, ἀκόμη καί ναρκομανῆ, ἀκόμη καί παρία τῆς κοινωνίας. Ἐφάρμοζε τό πατερικό: «Εἶδες τόν ἀδελφό σου, εἶδες τόν Θεό σου».

Ἔτρεφε πηγαία ἀγάπη καί συμπάθεια πρός ὅλους. Τό εἶχε σάν φυσικό χάρισμα, καί μέ εὐγνωμοσύνη τό ἀπέδιδε στή θεία χάρι. Συμπονοῦσε ἀληθινά. Παρενέβαινε μέ ἀγάπη σέ θέματα μοναχικά, ἁγιορειτικά καί ἐκκλησιαστικά. Πρωτίστως προσευχόταν, μετά μιλοῦσε, συνέγραφε, μεσολαβοῦσε, ἐπαινοῦσε, συνέχαιρε, «ἵνα πάντας κερδίση». Θυσίαζε τόν ἑαυτό του γιά τήν ἀγάπη. Κάποτε κατάκοπος μίλησε πρόθυμα σέ Γερμανούς ἀστυνομικούς πρός ὠφέλειαν ὅλων. Πρίν κοιμηθῆ ὁ Γέροντας, κάποιος τοῦ φίλησε τό χέρι καί εἶπε στόν π. Λουκᾶ: «Εἶναι ἀξιοθαύμαστο πῶς αὐτός ὁ ἄνθρωπος μπόρεσε νά χωρέση μέσα στήν καρδιά του τόσους ἀνθρώπους».

Κοντά στήν ἀγάπη εἶχε καί διάκρισι, μέ τήν ὁποία διευθετοῦσε τά πάντα. Ἡ γνώμη του καί ἡ κρίσις του ἦταν πάντα ὀρθή καί ἀληθινή γιά κάθε ζήτημα. Πολλές φορές μέ ἀνεξάντλητη ὑπομονή καί ἀγάπη διόρθωνε τά λάθη, τίς ἀδυναμίες, τίς ἀπειρίες καί τίς ἀτασθαλίες μας. Συνάμα μᾶς νουθετοῦσε νά γράφουμε τίς ἐπιστολές μας μέ ἀγάπη καί εὐγένεια. Νά ξεκινοῦμε πάντα ἀπό τά θετικά στή ζωή τους, καί κατόπιν, ἄν χρειάζεται, κάτι σάν ἀδελφική παρατήρησις μέ πολλή λεπτότητα καί διάκρισι, ποτέ ἔλεγχος. Αὐτή ἦταν καί ἡ ἀρχή του: Πρῶτα νά ἐπαινέση γιά τά σωστά ἔργα μας, καί μετά μέ πατρικότητα καί διάκρισι νά ἐπιστήση τά λάθη μας.

Ὁ λόγος του ἦταν συμβουλευτικός, στηρικτικός, ἐνισχυτικός, ἤπια ἐλεγκτικός. Ποτέ κουραστικός ἤ φορτικός. Πάντα ἀληθινός, πρωτότυπος, διακριτικός, συνετός.

Εἶχε βαθειά καί οὐσιαστική ταπείνωσι, ὄχι ταπεινολογία ἤ ταπεινοσχημία. Κάθε τί πού ἔλεγε, τό ἀπέδιδε στούς ἁγίους Πατέρες. Δέν εἰσήγαγε καινούργιες θεωρίες στά δόγματα. Πρίν ἐκφωνήση τά θεολογικά του κείμενα, τά παρουσίαζε σέ συγχρόνους Ἁγίους καί σέ ὀρθοδόξους πατέρες. Ποτέ δέν καυχήθηκε γιά τό ποιμαντικό του ἔργο. Ἔλεγε: «Μετάνοια εἶναι ἡ αἴσθησις πώς δέν ἀναπαύω τόν Θεό. Πενθῶ καί ἀγωνίζομαι χωρίς ἀπελπισία, ἐλπίζοντας στό ἔλεός Του». Σεβόταν τούς ἱερεῖς καί τούς ἀρχιερεῖς. Τούς τιμοῦσε, τούς καλοῦσε σέ συλλείτουργο καί σέ διδαχή πρός τήν ἀδελφότητα. Τούς εὐχαριστοῦσε γιά τή διακονία τους στίς Μητροπόλεις τους. Κάποτε ταπεινώθηκε χωρίς διαμαρτυρία σέ κάποια ἄδικη ἐπιτίμησι ἀρχιερέως.

Ὅμως καί ἡ πίστις του ἦταν βαθυτάτη, ὄχι μόνον ἀποδοχή τῶν ὀρθοδόξων δογμάτων, ἀλλά κυρίως ὡς πλήρης ἐμπιστοσύνη στόν Θεό καί στό ἅγιο θέλημά του. Πλήρως ἀναπαυμένος στό θεῖο θέλημα, ἐμπιστευόταν τή ζωή του καί ὅλα τά θέματα τῆς διακονίας του. Δέν ἀγωνιοῦσε, δέν ἀγχωνόταν γιά λύσεις στά προβλήματα, ἀλλά ἐμπιστευόταν στή λύσι μέ βάσι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Κοντά στήν πίστι καλλιεργοῦσε καί τήν προσευχή. Προσευχόταν καρδιακά, ἀθόρυβα καί ἀληθινά. Μολονότι καθημερινά βομβαρδιζόταν ἀπό πολύπλευρη διακονία, εἶχε μέσα του τό δῶρο τῆς ἡσυχίας. Χαρούμενος δεχόταν μοναχούς καί λαϊκούς, τούς ἄκουγε, συνέπασχε καί συμπονοῦσε, ἀλλά δέν ἐπηρεαζόταν ἀπό ζάλη, ταραχή καί τύρβη. Ἡ καρδιά του εἰρηνική, σάν τόν βυθό τῆς θάλασσας. Ἡσυχαστής, ἐργάτης τῆς προσευχῆς. Μέ τήν προσευχή καλλιεργήθηκε καί ἡ θεολογία: «Εἰ ἀληθῶς προσεύχῃ, θεολόγος ἦ, καί εἰ θεολόγος ἦ, ἀληθῶς προσεύξῃ».

Πιστός ἀκόμη στήν «ἅπαξ παραδοθεῖσαν τοῖς ἁγίοις πίστιν». Πίστευε καί θεολογοῦσε «ἑπόμενος τοῖς ἁγίοις πατράσι». Ποτέ δέν ξέφυγε ἀπό τήν Ὀρθόδοξη πίστι, ἀντίθετα γι’ αὐτήν ἀγωνίστηκε ὅλη τή ζωή του. Πίστις καί θεολογία συνυφασμένα μέσα του.

Ἔτσι ἔλαβε τό χάρισμα τῆς ἀληθινῆς θεολογίας. Ὡς πρότυπο διδασκάλου καί ποιμένος, ντύθηκε τό μοναχικό σχῆμα καί τήν ἱερωσύνη. Στηριγμένος στούς ἁγίους Πατέρες, βασικό του μέλημα στή θεολογία του ἦταν ἡ θέωσις τοῦ ἀνθρώπου. Δέν ἐπηρεάστηκε ἀπό τή δυτική θεολογία, μολονότι τή γνώριζε καλά καί τήν ἔλεγχε δεόντως. Θεολογοῦσε ποιμαντικά καί ποίμαινε θεολογικά. Ὅλως ἰδιαιτέρως τιμοῦσε τήν Κυρία Θεοτόκο, πού σέ μικρή ἡλικία τόν ἔσωσε ἀπό σίγουρο θάνατο. Βάδιζε στά ἴχνη τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ.

Ἡ ποιμαντική του διακονία, γραπτή καί βιωματική, ἔγινε πρότυπο τῆς ποιμαντικῆς γιά τήν Ἐκκλησία. Χριστοκεντρική προοπτική σέ ὅλα τά ἐκκλησιαστικά μυστήρια. Μέ βάσι τόν ἅγιο Γρηγόριο Θεσσαλονίκης, διατύπωσε τήν κοινωνία θεώσεως μέ τή βοήθεια τῆς ἀκτίστου θείας χάριτος.

Ὁ μοναχισμός ὡς ὁδός τελειώσεως τοῦ ἀνθρώπου. Ἐξέφρασε τήν ἡσυχαστική θεολογία καί τήν ἁγιοπνευματική ἐμπειρία τῶν ἁγίων Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί Νεκταρίου. Χωρίς τή θεία χάρι, ὁ ἄνθρωπος δέν θεώνεται. Ἔγινε στήριγμα στίς γυναικεῖες μοναστικές κοινότητες.

Πραγματοποίησε ὁμιλίες σέ διάφορες Μητροπόλεις, ἰδίως στόν Ἱερό Ναό ἁγίου Δημητρίου Θεσσαλονίκης, κατά τήν περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς.

Φρόντισε γιά τήν προστασία τῶν πιστῶν ἀπό στρεβλώσεις καί παραχαράξεις τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, ὅπως ἡ θεωρία τῶν κλάδων, τῶν ἀδελφῶν ἐκκλησιῶν, τῶν διαλόγων τῆς ἀγάπης καί τοῦ χριστιανικοῦ οἰκουμενισμοῦ. Μέ τή διαστροφή τοῦ ὀρθοδόξου δόγματος κινδυνεύει ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου.

Τόνιζε ὅτι οἱ θεολογικές διαφορές μας μέ τούς παπικούς δέν θά ξεπεραστοῦν, ὅσο ἡ θεολογία τῆς δύσεως παραμένει ἀνθρωποκεντρική καί ὄχι θεανθρωποκεντρική. Ἡ ἀναγνώρισις τοῦ παπικοῦ πρωτείου σημαίνει οὐνιτική ἕνωσι, ἀντίθετη μέ τήν ὀρθόδοξη πίστι.

Ἐπεσήμανε τή  ζημιά καί τή φθορά τῆς Ἐκκλησίας  στό Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν, ὅπου συνιστᾶται ἡ προτεσταντική θεολογία. Ἡ γνωστή φράσις «ἑνότης ἐν τῇ ποικιλομορφίᾳ» δέν συμβάλλει στήν ἑνότητα τῶν Χριστιανῶν.

Προσέφερε πολλά ὁ Γέροντας στήν Ἐκκλησία μας μέ τήν παρέμβασί του στό διάλογο μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων. Ὁ διάλογος αὐτός δέν ὁλοκληρώθηκε μέ βάσι τήν ὀρθόδοξη χριστολογία, καί γι’ αὐτό ἀπέτυχε.

Ἐνημέρωνε τό πλήρωμα γιά τόν διαθρησκειακό διάλογο, καί ἰδίως γιά τά ἐκπαιδευτικά προγράμματα πού ὁδηγοῦν στή διάβρωσι τῆς ἐκκλησιαστικῆς συνειδήσεως.

Διαμαρτυρήθηκε γιά τή νομιμοποίησι τῶν ἀμβλώσεων, πού σημαίνει ἐγωισμό καί ὄχι ἐλευθερία. Ἐπίσης ἀρνήθηκε νά δεχθῆ στό μοναστήρι μας τόν Πρόεδρο τῆς Δημοκρατίας μέ ἐπίσημη ὑποδοχή, ἐπειδή ὑπέγραψε τό νομοσχέδιο νομιμοποιήσεως τῶν ἐκτρώσεων. Συνέβαλε οὐσιαστικά κατά τῆς δημεύσεως τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας. Αὐτές οἱ ἀντιπαραθέσεις του τόν ἀνέδειξαν προφητικό, ὁδηγητικό καί σεβαστό.

Σέ θέματα παιδείας, ἔλεγε ὅτι παιδαγωγός εἶναι ὁ Θεάνθρωπος Χριστός. Κατήγγειλε ταινίες καί βιβλία μέ ὑβριστικό ὑλικό κατά τοῦ Κυρίου. Ἐπέκρινε τόν θρησκευτικό συγκρητισμό, τήν καῦσι τῶν νεκρῶν, τόν ὑποχρεωτικό πολιτικό γάμο, καθώς καί τόν φεμινισμό, τονίζοντας τό ἄσπιλο πρόσωπο τῆς Κυρίας Θεοτόκου. Κατεδίκασε τή θρησκειολογία ὡς καταστροφή τῆς ὀρθόδοξης παιδείας. Διαμαρτυρήθηκε στόν τότε Πρωθυπουργό γιά τήν ἀρχαιολατρία πού συνόδευε τούς Ὀλυμπιακούς Ἀγῶνες.

Δέχθηκε ὕβρεις, εἰρωνεῖες καί δυσμενῆ σχόλια ἀπό τούς ἐχθρούς του. Μέ μακροθυμία καί γενναιοκαρδία τούς συγχώρεσε. Ἄφησε τό ἔργο του ὡς πολύτιμη παρακαταθήκη.

Ἐπέδειξε μεγάλη λατρεία πρός τόν Θεό καί βαθύτατο σεβασμό καί εὐλάβεια πρός τήν Θεοτόκο καί τούς Ἁγίους. Ἔγραψε πολλές ὁμιλίες γιά τήν Παναγία, ἕνα θεόπνευστο λόγο: «Ἡ Κυρία Θεοτόκος ρίζα τῆς ἐλευθερίας μας», καθώς καί ἕνα ποιητικό ὕμνο πρός τήν Παναγία μέ τίτλο: «Ἄξιόν ἐστιν».

Κατ’αὐτόν τόν τρόπο ἀποδείχθηκε ὅτι ὁ Γέροντας ἦταν ὥριμος πνευματικά. Τά χαρίσματά του ἦσαν: Εὐγένεια, ὀξύνοια, διαύγεια σκέψεως, μετριότητα φρονήματος, εὐσπλαγχνία, σταθερότης χαρακτῆρος. Ἐκφάνσεις τῆς ἀρετῆς του ἦταν: Ἀγάπη, πίστις, ὑπομονή, προσευχή, διάκρισις, ἐπιείκεια, καθαρή συνείδησις, εὐθύτης, ἀνιδιοτέλεια, ἀνδρεία ψυχῆς, ταπεινό φρόνημα, καθαρότης προθέσεων, ἀγάπη ἀνυστερόβουλη γιά τήν Ἐκκλησία καί τήν Ὀρθοδοξία.

Μόνιμη φροντίδα του στάθηκε ἡ ἐκκλησιαστική ζωή μέ σκοπό τή θέωσι. Προσφυής ὑπῆρξε ὁμιλία του περί θεώσεως σέ ὅλη τήν Ἑλλάδα, ἡ ὁποία μεταφράστηκε καί σέ ἄλλες γλῶσσες. Ἐκκλησία εἴμαστε ὅλοι, ὄχι μόνο οἱ ἀρχιερεῖς καί οἱ ἱερεῖς. Νά ζοῦμε θεανθρωποκεντρική ζωή.

Τόνιζε τήν πνευματική μεθηλικίωσι. Οἱ πνευματικά ἀρχάριοι νά καθαρίζονται ἀπό τά πάθη, οἱ πνευματικοί νέοι νά ψάλλουν μέ καθαρότητα, οἱ ὥριμοι πνευματικά νά ἐπιμένουν στήν προσευχή, οἱ πνευματικά ἡλικιωμένοι νά ἐπιδίδονται στήν θεωρία τῶν θείων μυστηρίων.

Θέματα προσφιλῆ του ἦσαν περί διαρκοῦς μετανοίας, περί καθαρῆς ἐξομολογήσεως μέ ταπείνωσι, περί προσευχῆς, ἐκκλησιασμοῦ καί συμμετοχῆς στά ἱερά μυστήρια. Προσφορά ὅλη μας ἡ ζωή στόν Θεό, «τά σά ἐκ τῶν σῶν». Ἡ ζωή μας νά γίνεται ὡς συνέχεια τῆς θείας λειτουργίας. Στενοχωριόταν γιά ὅσους δέν παντρεύονται, δέν βαφτίζουν τά παιδιά τους, προτιμοῦν τήν ἀποτέφρωσι τῶν νεκρῶν καί ζοῦν χωρίς τή χάρι τοῦ Θεοῦ. Ἐπέκρινε τόν πόλεμο ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας. Ἐτόνισε πώς ὁ ἄθεος οὐμανισμός εἶναι νέα εἰδωλολατρία. Ἔγραψε μικρό βοήθημα γιά τίς διάφορες προσευχές καί ἰδίως γιά τή νοερά προσευχή σέ κάθε περίστασι.

Συμβούλευε τούς ὁμοδόξους Σέρβους καί Ρουμάνους νά κρατήσουν πάσῃ θυσίᾳ τήν πίστι τους, φέρνοντας παραδείγματα τούς Ἁγίους τους. Συνιστοῦσε στούς ἑτεροδόξους τήν ἐπιστροφή τους στήν ἀληθινή πίστι. Ἔλεγε χαρακτηριστικά ὅτι ἡ ἐπιστροφή τους στήν Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ ἐπιστροφή στό πατρικό τους σπίτι.

Ἐδῶ ἐπιτρέψατέ μου μιά προσωπική παρεμβολή, δεδομένου ὅτι στά φοιτητικά μου χρόνια ἤμουν ἀναρχικός. Ὄχι ἀναρχικός μέ τή σημερινή σημασία, διότι οἱ σημερινοί ἀναρχικοί δέν εἶναι ἀναρχικοί, ἀλλά εἶναι ἀρχόμενοι ἀπό τίς μυστικές ὑπηρεσίες τῆς Ἀμερικῆς, ἀπ’ ὅπου ἐξουσιάζονται.

Ἤμουν καί εἶμαι ἀκόμη ἀναρχικός μέ τήν ἔννοια τῆς ἰσοτιμίας σέ κάθε περίπτωσι: Ἰσοτιμία μέσα στήν οἰκογένεια, ἰσοτιμία στήν Ἐκκλησία, στό Σχολεῖο, στή γειτονιά, στό ἐπάγγελμα, στό Ἔθνος, στά κράτη, ἰσοτιμία παντοῦ. Νά μήν ὑπάρχει ἐξουσία ἀπό ἄνθρωπο σέ ἄνθρωπο, ἀλλά διακονία. Ποτέ μου δέν ψήφισα. Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός ἀναφέρει ὅτι ὁ Θεός πῆρε ἀπό τήν πλευρά τοῦ Ἀδάμ γιά νά πλάση τή γυναίκα, δεῖγμα ἰσοτιμίας μεταξύ τους.

Πῶς λοιπόν ἕνας ἀναρχικός μπαίνει στήν ὑπακοή; Ἐδῶ λοιπόν ἔρχεται ὁ σοφός λόγος τοῦ Γέροντα, ὁ ὁποῖος δέν εἶπε καί δέν ἔγραψε: ἡ ποιμαντική ἐξουσία, ἤ κυριαρχία, ἤ ἀρχηγία, ἀλλά ἡ ποιμαντική διακονία. «Ὁ θέλων εἶναι πρῶτος, ἔστω δοῦλος καί διάκονος». Ἔτσι λοιπόν θά πρέπει νά εὐχόμαστε στούς νεοχειροτόνητους ἀρχιερεῖς, ἱερεῖς καί ἡγουμένους: «Ὄχι καλή ἀρχιερατεία, ἤ καλή ἱερωσύνη, ἤ καλή ἡγουμενεία, ἀλλά καλή διακονία». Καί νά προσθέτουμε: «Κάτω ὅλοι! Δεῦτε προσκυνήσωμεν!»

Αὐτός πλέον ὁ Γέροντας πού κέρδισε τίς καρδιές μας καί μᾶς διακόνησε στό κοινόβιο τῆς Μονῆς Γρηγορίου, ὑπῆρξε ἕνας ἄνθρωπος ἀληθινά ἐλεύθερος, καί μᾶς ἔμαθε καί σέ μᾶς ποιά εἶναι ἡ ἀληθινή ἐλευθερία, ἡ ἐν Χριστῷ ἐλευθερία, ἀπαλλαγμένη ἀπό τά δυναστικά πάθη.

Σέ κάποια ὁμιλία του ὁ πατήρ Γεώργιος λέγει: «Ὅλοι συνοδεύουν, συμπορεύονται πρός τήν Βασιλείαν ἀκολουθοῦντες τόν Χριστόν. . . Ὁ ἐπίσκοπος καί οἱ πρεσβύτεροι ἔχουν τό χάρισμα νά προηγοῦνται τῆς συνοδείας καί νά δεικνύουν τήν ὁδόν, ἀλλά δέν εἶναι ἐκτός ἤ ὑπεράνω αὐτῆς. Δέν κυριεύουν, ἀλλά διακονοῦν τήν ἑνότητα τοῦ ποιμνίου των».

Ἀκόμη περισσότερο ὁ Γέροντας μᾶς ἔμαθε νά μή ζητοῦμε τή δική μας Δόξα, ἡ ὁποία δέν ἀπέχει πολύ ἀπό τή Λόξα, ἀλλά νά ζητοῦμε τήν Ταπείνωσι, μακρυά ἀπό τήν προσωπολατρία, ἡ ὁποία προσωπολατρία κάποιες φορές ἐπιπολάζει καί σέ μᾶς τούς πνευματικούς. Ἀντίθετα, ὁ Γέροντας σέ ὅλη του τή ζωή νοερῶς μᾶς ἔλεγε καί ἐφάρμοζε τά λόγια τοῦ Τιμίου Προδρόμου: «Ὁ Χριστός νά αὐξάνεται, κι ἐγώ νά ἐλαττώνομαι». Συγχωρῆστε μου τήν παρεμβολή.

Τέλος ἄς ἀντιγράψω ἕνα ἀπόσπασμα ἀπό τόν παπα-Λουκᾶ, τό κύκνειο ἆσμα τοῦ Γέροντά μας περί ἐνότητος:

«Θά τελειώσω, ἀφοῦ διαβάσω λίγες παραγράφους ἀπό τίς τελευταῖες ὑπο­θῆκες τοῦ Γέροντος Γεωργίου, πού ἀφοροῦν τήν ἑνότητα. Μέ τήν τελευ­ταία αὐτή πρᾶξι τῆς ζωῆς του ἐσφράγισε τήν ποιμαντική του. Τό κύκνειο ἆσμα του, ἡ τελευταία του προσφορά στήν Ἐκκλησία, ἦταν ἡ προτροπή γιά τήν ἑνό­τητα, τήν ἁγιοπνευματική ἑνότητα πού πρέπει νά καλλιεργοῦμε μεταξύ μας στήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία μας. Ἦταν Φεβρουάριος τοῦ 2014. Εἶχε ἀποφασίσει νά παραδώσῃ τήν σκυτάλη στόν διάδοχό του στήν ἡγουμενεία τῆς Μονῆς. Προετοιμάζοντας τήν Ἀδελφότητα εἶπε:

“Παρακαλῶ τό Πανάγιο Πνεῦμα νά μέ φωτίσῃ, νά σᾶς πῶ αὐτό πού εἶναι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ γιά τήν ζωή μας, γιά τόν ἀγῶνα μας, γιά τήν προσ­ευχή μας, γιά τό ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς μας, γιά τήν πορεία τῆς ἀδελφότητός μας … Ἐπιγραμματικά θά πῶ τό ἑξῆς: Μία ἀδελφότης ἑνωμένη μοιάζει μέ τόν Παράδεισο. Μία ἀδελφότης διχασμένη μοιάζει μέ τήν Κόλασι. Γι’ αὐτό, πατέ­ρες, ἄς ἀγωνισθοῦμε νά κρατήσωμε τήν ἑνότητα.

Ἐγώ μέ τήν Χάρι τοῦ Θεοῦ, καίτοι ἁμαρτωλός καί ἀνάξιος, σᾶς παραδί­δω τήν ἀδελφότητα ἑνωμένη. Κρατῆστε την. Ἐπιθυμῶ καί παρακαλῶ καί προσεύχομαι καί σᾶς δίδω συμβου­λή νά ἀγωνισθῆτε πάσῃ θυσίᾳ νά κρατή­σε­τε τήν ἀδελφότητα ἑνωμένη. Κέν­τρο νά εἶναι ὁ Χριστός, καί ὁ Ἡγούμενος νά δι­οικῇ καί νά προσπαθῇ νά ἀνα­παύῃ τούς ἀδελφούς, καί ὅλη ἡ ἀδελφότης νά ζῇ μέ τόν Χριστόν καί διά τόν Χριστόν καί ἐν τῷ Χριστῷ. Μακάρι νά εἶναι εὐ­ά­ρεστα αὐτά πού σᾶς λέγω στόν ἅγιον Θεόν. Ζητῶ νά τά προσέξετε, νά τά τη­ρήσετε. Ἐπιθυμῶ αὐτά νά εἶναι οἱ τελευταῖες μου ὑποθῆκες, πού σᾶς ἀφήνω, καί παρακαλῶ νά εὔχεστε καί σεῖς γιά τήν σωτηρία μου…

Καί τώρα σᾶς παραδίδω ὅλους στήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καί στό πλού­σιον ἔλεός Του. Συγχωρῆστε με, πατέρες, γιά τά λάθη μου καί γιά τίς ἀδυνα­μίες μου. Σᾶς ἀγαπῶ ὅλους. Προσπάθησα νά μή στενοχωρήσω τούς πατέρες, ὅσο μποροῦσα. Δέν ξέρω, ἄν τά κατάφερα. Καί τώρα χωρίζομαι εἰρηνικά ἀπό σᾶς, μέ καλές ἀναμνήσεις καί μέ τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ.

Σᾶς εὔχομαι ὁ Θεός νά σᾶς σκεπάζῃ, νά σᾶς στηρίζῃ, νά σᾶς ἁγιάζῃ καί νά σᾶς κρατήσῃ μέχρι τέλους τῆς ζωῆς σας πιστούς καί ἀγαθούς δούλους Του. Νά μείνετε δοῦλοι τοῦ Βασιλέως Χριστοῦ, τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ μας, καί μέχρι τελευταίας σας πνοῆς νά εἶστε ἀφωσιωμένοι στά μοναχικά σας καθήκοντα. Ἡ Παναγία νά μᾶς οἰκονομήσῃ ὅλους καί νά μᾶς ἀξιώσῃ νά ἔχουμε καλή ἀντά­μωσι στόν Παράδεισο”.

Αὐτό τό προσκλητήριο γιά ἁγιοπνευματική ἑνότητα, ἔδειξε τήν πνευ­μα­τική του ὡριμότητα. Μέ τέτοια ὡριμότητα, μέ τήν θαυμαστή ὑπομονή του στήν ἀσθένειά του καί μέ τήν ἐλπίδα τῆς αἰωνίου ζωῆς ἀνεχώρησε γιά τήν ἀτελεύτητη Βασιλεία τοῦ Θεοῦ στίς 8 Ἰουνίου 2014, στά 79 του χρόνια. Ἀνεχώρησε τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, τήν γενέθλιον ἡμέραν τῆς Ἐκκλησίας. Τήν εὐχή του νά ἔχουμε».

Νά κλείσω κι ἐγώ μέ μιά εὐχή: Μέ τό καλό νά τόν ἀνταμώσουμε στόν Παράδεισο!

 

Ἱερομόναχος Ἀρτέμιος

Ἱερά Μονή Ὁσίου Γρηγορίου

3/16 Σεπτεμβρίου 2025

Τῶν ἁγίων Ἱερομάρτυρος Ἀνθίμου

καί ὁσίου Θεοκτίστου

 

 

(Πηγή: orthros.eu)

Ευρύχωρο πεδίο κατάκρισης – Πώς αλλάζουν οι άνθρωποι (Πρωτοπρ. Θωμάς Βαμβίνης)

By: alopsis
7 June 2026 at 01:00

Εὐρύχωρο πεδίο κατάκρισης

Τά μέσα κοινωνικῆς δικτύωσης προσφέρονται ὡς ἕνα εὐρύχωρο πεδίο ἀσκήσεως στό μέγα πάθος τῆς κατάκρισης. Ἐκεῖ βλέπει κανείς μέ πόση ἀναιτιολόγητη, τίς πιό πολλές φορές, ἔνταση σχολιάζονται γεγονότα καί πρόσωπα καί πῶς οἱ διαδικτυακοί σχολιαστές ἀντιπαρατίθενται μεταξύ τους, ὄχι μέ σοβαρό ἀποδεικτικό λόγο, οὔτε μέ εὐγένεια, ἀλλά μέ τηλεγραφικά ὑβρεολόγια. Πάντως, ἄν κάποιος θέλη νά ὑβρισθῆ, γιά νά ταπεινώση κάπως τόν ἐγωισμό του, ἄς μπεῖ στήν σειρά τῶν διαδικτυακῶν σχολιαστῶν· ἀπό τούς ἄλλους σχολιαστές θά ταπεινωθῆ ἀρκούντως. Πάντως, στά σχόλια τοῦ διαδικτύου μπορεῖ νά ἀνιχνεύση κανείς ὅλες τίς μορφές ἐμπαθοῦς κριτικῆς, ὅπως μᾶς τίς παρουσιάζει ὁ ἀββᾶς Δωρόθεος στόν λόγο του «Περί τοῦ μή κρίνειν τόν πλησίον».

Ὁ ἀββᾶς Δωρόθεος χωρίζει τίς κρίσεις πρός τόν πλησίον σέ τρεῖς κατηγορίες: στήν καταλαλιά, στήν κατάκριση καί στήν ἐξουθένωση. Καί τίς τρεῖς τίς βρίσκει κανείς στό διαδίκτυο. Ἐξηγεῖ ὁ ἀββᾶς Δωρόθεος: Τό νά καταλαλῆ κανείς εἶναι τό νά λέη ἐναντίον κάποιου ὅτι εἶπε ψέματα, ὅτι ὀργίσθηκε, ὅτι πόρνευσε ἤ κάτι παρόμοιο. Ἤδη κατελάλησε, δηλαδή λάλησε ἐναντίον του, διελάλησε μέ ἐμπάθεια τό ἁμάρτημά του. Τό νά κατακρίνη εἶναι τό νά λέη ὅτι ὁ τάδε εἶναι ψεύτης, εἶναι ὀργίλος, εἶναι πόρνος. Μέ τόν τρόπο αὐτό δέν κατέκρινε τήν διάθεση τῆς ψυχῆς του ἤ μιά πράξη του, ἀλλά ἀποφάνθηκε γιά ὅλο τόν βίο του. Ἔκρινε τόν ἄνθρωπο, ὄχι μεμονωμένες πράξεις του. Αὐτό εἶναι βαρύ πράγμα, γιατί ἄλλο εἶναι νά πῆ κανείς ὅτι αὐτός ὀργίσθηκε καί ἄλλο ὅτι εἶναι ὀργίλος. Χειρότερο ὅμως καί ὀλεθριώτερο ἀπό τήν καταλαλιά καί τήν κατάκριση, εἶναι ἡ ἐξουδένωση. Δηλαδή, ὅταν ὄχι μόνο κατακρίνη κανείς, ἀλλά καί βδελύσσεται τόν συνάνθρωπο, τόν σιχαίνεται σάν ἀηδία.

Τό ἦθος τοῦ Χριστιανοῦ δέν πρέπει νά ἔχη καμμιά σχέση μέ τήν καταλλαλιά, τήν κατάκριση καί πρό παντός μέ τήν ἐξουδένωση, ἄν θέλη νά εἶναι ὄντως χριστιανικό.

 

Πῶς ἀλλάζουν οἱ ἄνθρωποι

Ἐπειδή πολλά ἐγκλήματα πού περιγράφονται καί σχολιάζονται στό διαδίκτυο σχετίζονται μέ σαρκικά πάθη καί ὅλοι οἱ «ἀναμάρτητοι» λιθοβολοῦν τούς δράστες, ἀλλά καί ἑαυτούς καί ἀλλήλους, μέ λίθους σχολιασμῶν, εἶναι ὠφέλιμο νά παραθέσουμε ἕνα σχετικό παράδειγμα πού ἀναφέρει ὁ ἀββᾶς Δωρόθεος ἀπό τόν βίο τοῦ ἀββᾶ Ἀμμωνᾶ. Γράφει:

Κάποιοι ἀδελφοί εἶπαν στόν ἀββᾶ Ἀμμωνᾶ: ἔλα καί δές, στό κελλί τοῦ τάδε ἀδελφοῦ ὑπάρχει γυναίκα. Ὁ Ἀββᾶς ἀντιλήφθηκε ὅτι ὁ ἀδελφός ἔκρυψε τήν γυναίκα κάτω ἀπό πιθάρι. Κάθησε ὁ Ἀββᾶς πάνω σ’ αὐτό καί εἶπε στούς ἀδελφούς νά ἐρευνήσουν ὅλο τό κελλί. Καθώς δέν βρῆκαν τίποτε τούς λέει: «Ὀ Θεός νά σᾶς συγχωρήση». Ἔτσι τούς ντρόπιασε καί τούς βοήθησε νά μή πιστεύουν εὔκολα τίς διαδόσεις κατά τοῦ πλησίον. Ἀλλά καί τόν ἀδελφό τόν σωφρόνισε, ὄχι μόνο καλύπτοντάς τον μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί διορθώνοντάς τον μόλις βρῆκε τήν κατάλληλη εὐκαιρία. Κρατώντας του τό χέρι, ἀφοῦ τούς ἔβγαλε ὅλους ἔξω ἀπό τό κελλί τοῦ εἶπε: «φρόντισε τόν ἑαυτό σου, ἀδελφέ». Κι ἀμέσως αὐτός δοκίμασε πόνο καί κατάνυξη. Ἀμέσως ἐνήργησε στήν ψυχή του ἡ φιλανθρωπία καί ἡ συμπάθεια τοῦ Γέροντα.

Ἔτσι ἀλλάζουν οἱ ἄνθρωποι, πού δέν ἔχουν σφραγίσει τελείως τήν ψυχή τους ἀπέναντι στήν Χάρη του Θεοῦ· πονοῦν καί κατανύσσονται, ὅταν ἐνεργῆ στήν ψυχή τους ἡ φιλανθρωπία καί ἡ συμπάθεια ἐκείνων πού ἀγαποῦν τήν σωτηρία τους.

 

 

(Πηγή: parembasis.gr)

Πώς Θα Σωθούμε: Εσύ και ο συνάνθρωπος (Ιερά Μονή Παρακλήτου)

By: alopsis
6 June 2026 at 01:00

Επιλογή και διασκευή ψυχωφελών κειμένων από το βιβλίο “ΑΜΑΡΤΩΛΩΝ ΣΩΤΗΡΙΑ” του μοναχού Αγαπίου Λάνδου του Κρητός

Εσύ και ο συνάνθρωπος

Όταν ο Κύριος όρισε την αγάπη στο Θεό ως την “πρώτη και πιο μεγάλη εντολή”, πρόσθεσε: “Δεύτερη, το ίδιο σπουδαία μ΄αυτή είναι: Ν΄αγαπάς τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου” (Ματθ. 22:38 -39).

Όπου κι αν ανοίξεις τη Γραφή, στους Προφήτες, στα Ευαγγέλια, στις Επιστολές, σ΄όλη την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, θα θαυμάσεις το πλήθος των επαίνων της αγάπης προς τον πλησίον, καθώς και των συνεχών υπομνήσεων και προτροπών του θεού για την άσκηση της αρετής αυτής.


Στον προφήτη Ησαΐα η αγάπη προς τον πλησίον είναι ο ακρογωνιαίος λίθος και η κυριότερη εκδήλωση της δικαιοσύνης. Βλέπουμε εκεί τους Εβραίους να παραπονιούνται, γιατί ο Θεός δεν λογάριαζε τις νηστείες τους και τ΄άλλα νομικά καθήκοντα που εκπλήρωναν, αλλά βλέπουμε και Εκείνον να τους εξηγεί, ότι η αιτία γι΄αυτό είναι η σκληρότητά τους προς τους συνανθρώπους τους: Νηστεύετε, τους είπε, αλλά κάνετε τα θελήματά σας, όχι το δικό μου θέλημα. Καταπιέζετε και κακομεταχειρίζεστε όσους είναι κάτω από την εξουσία σας. Νηστεύετε, αλλά δεν αποφεύγετε τις φιλονικίες και τις διαμάχες και την κακοποίηση των αδυνάτων. Εγώ δεν όρισα τέτοια νηστεία, αλλά θέλω να λύσετε κάθε δεσμό σας με την αδικία, να μοιράζεστε το ψωμί σας με τους πεινασμένους, να δίνετε στέγη στους άστεγους και να ντύνετε τους γυμνούς. Τότε θα σας περιβάλει η δόξα μου. Τότε θα προσεύχεσθε, και θα σας ακούω (Ησ. 58 -9).

Παρόμοια διαβάζουμε και στον προφήτη Ζαχαρία. Όταν οι Εβραίοι ρώτησαν τον Κύριο μέσω του προφήτη για νηστείες και προσφορές, Εκείνος τους αποκάλυψε ότι το θέλημά Του είναι να κρίνουν με δικαιοσύνη, να είναι σπλαχνικοί προς το συνάνθρωπο, να κάνουν έργα αγάπης, να μη μνησικακούν (Ζαχ. 7:9-10).

Απορία, όμως, και θαυμασμό προκαλεί αυτό που είναι γραμμένο στον προφήτη Ιεζεκιήλ για τα Σόδομα. Ενώ είναι σ΄όλους γνωστές οι φοβερές σαρκικές αμαρτίες των Σοδομιτών, ο Κύριος αποκαλύπτει ότι κατέστρεψε την πόλη κυρίως για τρία άλλα αμαρτήματα: την υπερηφάνεια, τη σπατάλη και την ασπλαχνία απέναντι στον πλησίον. “Αυτή ήταν η παρανομία των Σοδόμων…, η υπερηφάνεια, ζούσαν μια σπάταλη ζωή μέσα στην αφθονία των υλικών αγαθών… και δεν έδιναν καμιά βοήθεια στο απλωμένο χέρι των φτωχών και των αναγκεμένων” (Ιεζ. 16:49).

Το ιερό Ευαγγέλιο, πάλι, που είναι ο νόμος της αγάπης, τι άλλο τονίζει περισσότερο απ΄αυτή την αρετή; Δεν χρειάζεται παρά να θυμηθούμε ότι ο Κύριος, προλέγοντας το πώς θα κριθεί ο κόσμος στη δεύτερη έλευσή Του, καθόρισε τα έργα της αγάπης προς το συνάνθρωπο σαν αποφασιστικά κριτήρια για τη σωτηρία ή τον κολασμό του καθενός μας: “Αφού τα κάνετε αυτά σ΄έναν από τους άσημους αυτούς αδελφούς μου, τα κάνατε σ΄εμένα… Αφού δεν τα κάνατε αυτά σ΄έναν από αυτούς τους άσημους μου, ούτε σ΄εμένα τα κάνατε” (Ματθ. 25:40, 45). Διακήρυξε ακόμα, ότι όλος ο νόμος και οι προφήτες συνοψίζονται στις δύο αυτές εντολές, της αγάπης στο Θεό και της αγάπης στον πλησίον (Ματθ. 22:40). Αλλά και στην τελευταία μεγάλη διδαχή Του, στη διάρκεια του Μυστικού Δείπνου, η κύρια υποθήκη Του ήταν: “Αυτή είναι η δική μου εντολή: Ν΄αγαπάτε ο ένας τον άλλον, όπως εγώ σας αγάπησα” (Ιω. 15:12). Και πάλι: “Έτσι θα σας ξεχωρίζουν όλοι πώς είστε μαθητές μου, αν έχετε αγάπη ο ένας για τον άλλο” (Ιω. 13:35). Μάλιστα, μετά το Δείπνο εκείνο, ο Ιησούς, στη γνωστή αρχιερατική Του προσευχή, είπε και τούτα τα λόγια: “Σε παρακαλώ όχι μόνο για τους μαθητές μου, αλλά και για κείνους που με το κήρυγμα αυτών θα πιστέψουν σ΄εμένα. Για να είναι όλοι ένα, όπως εσύ, Πατέρα, είσαι ενωμένος μ΄εμένα κι εγώ μ΄εσένα… ώστε να είναι μέσα τους η αγάπη με την οποία με αγάπησες” (Ιω. 17:20-21,26). Τι σημαίνει αυτό το τελευταίο χωρίο; Ότι ο Κύριος θέλει να συνδέει τους χριστιανούς αγάπη τόσο μεγάλη, τόσο δυνατή, όσο κι εκείνη που συνδέει το Θεό Πατέρα μ΄Εκείνον, τον Υιό και Λόγο Του – αγάπη θεία, αγάπη τέλεια, αγάπη που κάνει επουράνιους τους επίγειους ανθρώπους.

Πώς εγκωμιάζει την αγάπη και ο απόστολος Παύλος! Τη θεωρεί κι εκείνος ως την τέλεια εκπλήρωση όλων των εντολών του Θεού: “Να μη χρωστάτε σε κανένα τίποτα, παρά μόνο το ν΄αγαπάει ο ένας τον άλλο. Όποιος αγαπάει τον άλλο, έχει τηρήσει το σύνολο των εντολών του Θεού. Γιατί το “μη μοιχεύσεις”, “μη φονεύσεις”, “μην κλέψεις”, “μην επιθυμήσεις” κι όλες γενικά οι εντολές συνοψίζονται στη μία ετούτη: “Ν΄αγαπήσεις τον πλησίον σου σαν τον εαυτό σου” (Ρωμ. 13:8 -9). Και στον ανυπέρβλητο εκείνον ύμνο της αγάπης, γράφει: “Αν μπορώ να μιλάω όλες τις γλώσσες των ανθρώπων, ακόμα και των αγγέλων, αλλά δεν έχω αγάπη για τους άλλους, έγινα σαν τον άψυχο χαλκό, που βουίζει, όταν τον χτυπούν, ή σαν το κύμβαλο, που βγάζει θορυβώδη ήχο. Κι αν έχω της προφητείας το χάρισμα κι όλα κατέχω τα μυστήρια κι όλη τη γνώση, κι αν έχω ακόμα όλη την πίστη, έτσι που να μετακινώ βουνά, αλλά δεν έχω αγάπη, είμαι ένα τίποτα… Εκείνος που αγαπάει, έχει μακροθυμία, έχει και καλοσύνη, εκείνος που αγαπάει δεν ζηλοφθονεί, εκείνος που αγαπάει δεν κομπάζει ούτε υπερηφανεύεται, είναι ευπρεπής, δεν είναι εγωιστής ούτε ευερέθιστος, ξεχνάει το κακό που του έχουν κάνει, δεν χαίρεται για το άδικο που γίνεται, αλλά μετέχει στη χαρά για το σωστό. Εκείνος που αγαπάει, όλα τα ανέχεται, σε όλα εμπιστεύεται, για όλα ελπίζει, όλα τα υπομένει. Η αγάπη ποτέ δεν θα πάψει να υπάρχει” (Α΄Κορ. 13:1-8 ).

Εκείνος, όμως, που μιλάει περισσότερο για την αγάπη, δεν είναι φυσικά άλλος από τον αγαπημένη μαθητή του Κυρίου, τον άγιο Ιωάννη το Θεολόγο. Στις επιστολές του ταυτίζει την αρετή της αγάπης με τον ίδιο το Θεό: “Ο Θεός είναι αγάπη, κι όποιος ζει μέσα στην αγάπη, ζει μέσα στο Θεό, κι ο Θεός μέσα σ΄αυτόν” (Α΄Ιω. 4:16). Και εξηγεί, ότι δεν μπορεί ν΄αγαπάει το Θεό ένας άνθρωπος που έχει του κόσμου τα πλούτη, και δεν σπλαχνίζεται το συνάνθρωπό του που βρίσκεται σε ανάγκη (Α΄Ιω. 3:17). Γι΄αυτό μας προτρέπει: “Παιδιά μου, ας μην αγαπάμε με λόγια και ωραίες φράσεις, αλλά με έργα και αγάπη αληθινή” (Α΄Ιω. 3:18 ). Και αλλού, γενικεύοντας την ίδια σκέψη, τονίζει: “Αν κάποιος πει: αγαπώ το Θεό, μισεί όμως τον αδελφό του, είναι ψεύτης. Γιατί, πραγματικά, αυτός που δεν αγαπάει τον αδελφό του, τον οποίο βλέπει, πώς μπορεί ν΄αγαπάει το Θεό, τον οποίο δεν βλέπει;” (Α΄Ιω. 4:20). Τέλος, ο άγιος Ιερώνυμος μας πληροφορεί, ότι ο ευαγγελιστής και απόστολος της αγάπης, όταν πια έφτασε σε βαθιά γεράματα και δεν είχε τη δύναμη να κηρύσσει, όπως πρώτα, στις χριστιανικές κοινότητες της Εφέσου, όπου πήγαινε υποβασταζόμενος, επαναλάμβανε ακατάπαυστα μόνο αυτές τις τρεις λέξεις: “Τεκνία, αγαπάτε αλλήλους”.

Ας αρκεστούμε, όμως, σ΄αυτές μόνο τις βασικές αγιογραφικές μαρτυρίες, που αποκαλύπτουν καθαρά το μέγεθος και τη σημασία της εν Χριστώ αγάπης προς τον πλησίον, και ας δούμε τώρα πώς μπορούμε να εκδηλώσουμε και να υλοποιήσουμε αυτή τη χριστομίμητη αρετή.

Με έξι τρόπους, που αποτελούν ισάριθμες βαθμίδες προόδου, καλλιεργείται, αυξάνεται και ολοκληρώνεται η αγάπη.

Ο πρώτος τρόπος – βαθμός είναι η απλή βίωση ενός αγαπητικού αισθήματος, μια απλή κίνηση της καρδιάς, που δεν προχωράει όμως σε τίποτε άλλο.

Ο δεύτερος βαθμός είναι η συμπαράσταση στον πλησίον με παρήγορα λόγια και καλές συμβουλές.

Ο τρίτος βαθμός είναι η υλική βοήθεια στην ανάγκη του, έστω κι από το υστέρημά μας.

Ο τέταρτος βαθμός είναι η υπομονή και η ανεξικακία στις ύβρεις, στις συκοφαντίες, στις αδικίες και σε κάθε κακό που μας κάνει ο πλησίον.

Ο πέμπτος βαθμός είναι όχι μόνο η υπομονή, αλλά κι η συγχώρηση εκείνου που μας βλάπτει.

Και ο έκτος βαθμός είναι η διπλή προσφορά στον πλησίον, προσφορά δηλαδή τόσο πνευματική όσο και υλική, που γίνεται είτε με την παραδειγματικά ενάρετη ζωή μας είτε με τους παρηγορητικούς και εποικοδομητικούς λόγους μας είτε με την ελεημοσύνη και άλλες αγαθοεργίες.

Η ολοκληρωμένη αγάπη έχει περάσει, με τη χάρη του Θεού, και από τις έξι παραπάνω βαθμίδες, οπότε εκδηλώνεται και με τους έξι αντίστοιχους τρόπους. Βέβαια, πέρα απ΄αυτές τις θετικές ή, όπως λέγονται, στερεωτικές εκδηλώσεις της αγάπης, δηλαδή το τι πρέπει να κάνουμε στον πλησίον, υπάρχουν και οι αρνητικές, δηλαδή το τι πρέπει ν΄αποφεύγουμε: Να μην τον κατακρίνουμε, να μην τον αδικούμε, να μην του δίνουμε κακές συμβουλές ή το κακό παράδειγμα κ.ο.κ. Για την αποφυγή του κακού, όμως, μιλήσαμε στο πρώτο μέρος του βιβλίου.

Αν φροντίσεις να θυμάσαι πάντα και αν αγωνίζεσαι να εφαρμόζεις στη ζωή σου όσα διάβασες εδώ, τότε θα εκπληρώνεις την εντολή της αγάπης όπως θέλει ο Χριστός.

Πριν κλείσουμε και τούτο το κεφάλαιο, ας επαναλάβουμε και ας εξηγήσουμε μια παρομοίωση που κάναμε στο προηγούμενο: ότι απέναντι στον πλησίον πρέπει να έχεις καρδιά μάνας. Τι σημαίνει αυτό;

Παρατήρησε μια καλή και γνωστική μάνα, πόση αγάπη έχει στο παιδί της, πώς το συμβουλεύει και το νουθετεί, πώς το φροντίζει και το βοηθάει σ΄όλες του τις ανάγκες, πώς άλλες φορές υπομένει καρτερικά τις αταξίες του και άλλες το μαλώνει ή το τιμωρεί με διάκριση. Συχνά, πάλι, προσποιείται ότι δεν αντιλήφθηκε τα σφάλματά στου, σκεπάζοντάς τα με σύνεση. Με όλους αυτούς τους τρόπους, η μητρική αγάπη είναι που εκδηλώνεται σαν βασίλισσα και μητέρα όλων των αρετών. Συνάμα συλλογίσου, πόσο χαίρεται και αγάλλεται μια μάνα, όταν το παιδί της είναι καλά και ευτυχεί, πόσο πονάει και θλίβεται, όταν είναι άρρωστο ή δυστυχεί, με πόσο ζήλο αγωνίζεται για την προκοπή και την ωφέλειά του, με πόση θέρμη προσεύχεται γι΄αυτό, κοντολογίς, πόσο νοιάζεται για το παιδί της περισσότερο παρά για τον εαυτό της -τόσο, που και τη ζωή της θυσιάζει πρόθυμα, αν πρόκειται να σώσει έτσι τη δική της.

Ίσως θα ρωτήσεις, πώς μπορείς να έχεις τέτοια διάθεση καρδιάς απέναντι σ΄έναν ξένο και άγνωστό σου; Μάθε, λοιπόν, ότι κάθε άνθρωπος, γνωστός ή άγνωστος σ΄εσένα, είναι, όπως ακριβώς κι εσύ, δημιούργημα του Θεού και παιδί Του, επομένως αδελφός σου. Ο πλησίον είναι ζωντανό μέλος του Χριστού, όπως κι εσύ, σύμφωνα με τη μαρτυρία του αποστόλου: “Ο Χριστός μοιάζει με το σώμα, που, ενώ είναι ένα, έχει πολλά μέλη, και όλα τα μέλη του σώματος, αν και είναι πολλά, αποτελούν ένα σώμα… Εσείς όλοι μαζί αποτελείται το σώμα του Χριστού και είστε μέλη του, ο καθένας σας χωριστά” (Α΄Κορ. 12:12, 27). Γι΄αυτό, αν κάνεις κακό στον πλησίον, είναι σαν να το έκανες στον ίδιο το Χριστό, και αν τον ευεργετήσεις, είναι σαν να ευεργέτησες το Χριστό. Έτσι δεν πρέπει να βλέπεις τον πλησίον σαν άνθρωπο, αλλά σαν τον Κύριο, αφού είναι και μέλος Του και εικόνα Του.

Βίασε, λοιπόν, τη θέλησή σου στην καλλιέργεια και την αύξηση της αγάπης προς το συνάνθρωπο, γιατί μ΄αυτήν αναγνωρίζεσαι σαν γνήσιος μαθητής του Θεανθρώπου, ενώ χωρίς αυτήν σε τίποτα δεν ωφελείσαι, όσες άλλες αρετές κι αν έχεις.

 

___________________

*Ο συγγραφέας του βιβλίου “Αμαρτωλών Σωτηρία” μοναχός Αγάπιος, κατά κόσμον Αθανάσιος Λάνδος, ο “μέγας ευαγγελιστής του υποδούλου Γένους”, γεννήθηκε στο Χάνδακα, το σημερινό Ηράκλειο της Κρήτης, στα τέλη του 16ου αι. (μετά το 1580). Οι σαφείς και έγκυρες βιογραφικές πληροφορίες για τον Αγάπιο είναι πενιχρές, κι αυτές σεμνά κρυμμένες μέσα στα έργα του. Γιατί, όπως σωστά παρατηρήθηκε, ήταν ο ορθόδοξος μοναχός που κράτησε τον εαυτό του στη σκιά -άλλωστε, ούτε σχέσεις με προσωπικότητες της εποχής του επιδίωξε ούτε εκκλησιαστικά αξιώματα επιζήτησε-, ενώ φρόντισε για την προβολή του λόγου του Θεού και την ψυχική ωφέλεια των συνανθρώπων του. Ξέρουμε μόνο ότι σπούδασε τα ελληνικά και τα ιταλικά γράμματα στην Κρήτη, όπου η παιδεία γνώριζε τότε μεγάλη ακμή, ίσως μάλιστα και στην Ιταλία. […] (Από την εισαγωγή της έκδοσης)

 

Εκδόσεις Ιεράς Μονής Παρακλήτου

 

[Το βιβλίο (το οποίο και συνιστούμε ανεπιφύλακτα) χωρίζεται σε δύο μέρη. Το πρώτο αναφέρεται στις αμαρτίες και τα πάθη, στις θλίψεις και τη ματαιότητα του κόσμου. Το δεύτερο, στη σχέση μας με το Θεό, τον πλησίον και τον εαυτό μας, στη νηστεία και την προσευχή, στην εξομολόγηση και τη θεία κοινωνία, στη μνήμη του θανάτου, στον παράδεισο και την κόλαση]

Αποστολικό ανάγνωσμα Κυριακής Αγίων Πάντων: Ομιλία περί του, ότι έκαστος έχει προκείμενον ίδιον αγώνα, και περί του, πώς δύναται τούτον δια

By: alopsis
5 June 2026 at 18:46

Κυριακή Α’ Ματθαίου

(Εβρ. ΙΑ΄ 33 – ΙΒ΄ 2)

– Πολλοί οι υπέρ της αρετής αγώνες και κατά της αμαρτίας. Γιατί τότε ο απόστολος Παύλος δεν είπε πληθυντικώς, τους προκειμένους ημίν αγώνας, αλλ’ είπε ενικώς;

– Με ποιον τρόπο μπορούμε να αγωνισθούμε τον κατά της αμαρτίας και τον υπέρ της αρετής δικό μας αγώνα;

– Ποιοι είναι οι τρεις εχθροί που σπέρνουν της αμαρτίας τα σπέρματα και με ποιόν τρόπο μπορούμε να τους κατανικήσουμε;

– Η ενατἐνιση της περιόδου της παναγίας ζωής του Ιησού Χριστού και του κοσμοσωτηρίου πάθους Του, βοήθεια στον αγώνα των Χριστιανών εναντίον της αμαρτίας και υπέρ της απόκτησης των αρετών.

 

***

 

Άρχιεπισκόπου Ἀστραχὰν & Σταυρούπολεως Νικηφόρου Θεοτόκη

Ὁμιλία μετὰ τὴν πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολὴν τοῦ Παύλου τὴν ἀναγινωσκομένην τῇ πρώτῃ Κυριακῇ ἐν ῇ καὶ ἡ ἑορτὴ τῶν Ἁγίων Πάντων

 

Καθὼς ἀναρίθμητόν ἐστι τῶν ἁμαρτημάτων τὸ πλῆθος, οὕτως ἀμέτρητός ἐστι καὶ τῶν ἀρετῶν ὁ ἀριθμός· ὅστις φύγῃ πᾶσαν ἁμαρτίαν, κατορθώσῃ δὲ πᾶσαν ἀρετήν, ἐκεῖνός ἐστιν ὁ ἀληθινὸς ἀγωνιστής, καὶ ὁ ἄξιος κληρονόμος τῆς ἐπουρανίου βασιλείας. Πάσης δε ἁμαρτίας ἡ φυγή, καθὼς καὶ πάσης ἀρετῆς ἡ κατόρθωσις, ἴδιον ἔχει κόπον καὶ δυσκολίαν καὶ ἀγῶνα· ἄλλον κόπον δοκιμάζεις, ἵνα φύγῃς τὴν κοιλιοδουλείαν, καὶ ἄλλον, ἵνα ἀποστραφῇς τὴν ἀσέλγειαν· ἄλλην δυσκολίαν, ἵνα καταργήσῃς τοῦ νοός σου τὴν ὑπερηφάνειαν, καὶ ἄλλην, ἵνα ἐκῤῥιζώσῃς τὸ μῖσος ἐκ τῆς καρδίας σου. Ὁμοίως ἄλλος ἀγὼν πρόκειταί σοι, ἵνα κατασταθῇς πρᾷος καὶ ἀνεξίκακος, καὶ ἄλλος, ἵνα ἀναδειχθῇς νήστης καὶ σώφρων· ἄλλος ἀγών, ἵνα στερεωθῇς εἰς τὴν ἀρετὴν τῆς ἀγάπης, καὶ ἄλλος, ἵνα καταφρονήσῃς πᾶσαν τοῦ κόσμου τὴν ματαιότητα· ἐκ τούτου φανερόν ἐστιν, ὅτι πολλοί, μᾶλλον δὲ ἄμετροί εἰσιν οἱ ὑπὲρ τῆς σωτηρίας ἡμῶν ἀγῶνες. Διὰ τὶ οὖν ὁ ἀπόστολος Παῦλος οὐκ εἶπε πληθυντικῶς, τοὺς προκειμένους ἡμῖν ἀγῶνας, ἀλλ’ εἶπεν ἐνικῶς· «Τὸν προκείμενον ἡμῖν ἀγῶνα»1; Τοιουτοτρόπως ἐλάλησε, πρῶτον μέν, ἵνα διδάξῃ, ὅτι πάντες οἱ κατὰ τῆς ἁμαρτίας, καὶ οἱ ὑπὲρ τῆς ἀρετῆς ἀγῶνες εἰς ἕνα περιέχονται ἀγῶνα, τὸν ὑπὲρ τῆς ψυχικῆς ἡμῶν σωτηρίας· δεύτερον, δέ, ἵνα φανερώσῃ, ὅτι εἰς τὸν καθένα πρόκειται κατ’ ἐξοχὴν ἴδιος ἀγών, ἵνα δι’ αὐτοῦ, ἐὰν θέλῃ, ἀγωνισθῇ, καὶ νικήσας, λάβῃ τὸν στέφανον τῆς θείας μακαριότητος. Βλέπομεν δὲ περὶ τούτου πολλὰ παραδείγματα.

Εἰς τὸν Ἰωσὴφ πρόκειται τὸ περὶ σωφροσύνης ἀγωνιστήριον· ἡ μὲν Αἰγυπτία ἐστὶ κυρία καὶ δέσποινα ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Πετεφρῆ· ὁ δὲ Ἰωσὴφ δοῦλος αὐτῆς ἀργυρώνητος· αὐτὴ ἀναίσχυντος καὶ ἀκρατής· ἐκεῖνος ἀκμαῖος, καὶ ἐν αὐτῷ τῷ ἄνθει τῆς νεότητος αὐτοῦ· ἐκείνη προσκαλεῖ αὐτόν· «Κοιμήθητι μετ’ ἐμοῦ»2, λέγει· ἡ κυρία παρακαλεῖ τὸν δοῦλον· ὦ πόσον ἰσχυρὸν ὅπλον τῆς κυρίας ἡ ἱκεσία· ὁ δὲ δοῦλος νέος καὶ εὔρωστος· ὦ πόσον ἐξάπτει ἡ νεότης τῆς ἐπιθυμίας τὸ πῦρ. Ἀλλ’ ὁ Ἰωσὴφ ἄτρωτος καὶ ἄφλεκτος τῇ δυνάμει τοῦ φόβου τοῦ Θεοῦ· «Καὶ πῶς ποιήσω», ἀποκρίνεται πρὸς τὴν κυρίαν αὐτοῦ, τὴν προσκαλοῦσαν αὐτὸν πρὸς τὴν ἁμαρτίαν, «Καὶ πῶς ποιήσω τὸ ῥῆμα τὸ πονηρὸν τοῦτο καὶ ἁμαρτήσομαι ἐναντίον τοῦ Θεοῦ»3; Ὦ τόλμη ἁγία, ὦ ἀνυποταξία θεάρεστος εἰς πάντα τὰ ἄλλα ὑπήκοος εἰς τὴν κυρίαν αὐτοῦ, εἰς τὸ ἔργον τῆς ἁμαρτίας παντελῶς ἀνυπότακτος· ἐκείνη ἐν μιᾷ τῶν ἡμερῶν ἰδοῦσα, ὅτι οὐδείς ἐστιν ἐν τῷ οἴκῳ αὐτῆς, ἐπιλαμβάνεται τοῦ ἱματίου αὐτοῦ, καὶ σύρει καὶ βιάζει αὐτὸν πρὸς τὴν ἁμαρτίαν· ὦ πάλη, ὦ κίνδυνος· αὐτὸς φεύγει εὐθὺς καὶ ἀφίησιν εἰς τὰς χείρας αὐτῆς τὸ ἱμάτιον αὐτοῦ. Καὶ παύει μὲν ὁ περὶ τῆς σωφροσύνης πόλεμος, ἐπειδὴ ὁ ἔρως τῆς ἀσελγοῦς προσκρούσας ἐπὶ τὴν πέτραν τῆς σωφροσύνης, μετεβλήθη εἰς θυμὸν καὶ μῖσος, πλὴν ἄρχεται ἄλλο ἆθλον ὀδυνηρόν· συκοφαντεῖ ἡ ἀσυνείδητος καὶ κατακλείει εἰς τὴν φυλακὴν τὸν ἀθλητὴν τὸν καρτερόψυχον· ὁ δὲ ἀθλητὴς ὑποφέρει γενναίως καὶ τῆς συκοφαντίας τὸ ὄνειδος, καὶ τὴν κακουχίαν τῆς φυλακῆς.

Στέρησις πάντων τῶν ὑπαρχόντων, θάνατος τῶν τέκνων, πληγαὶ εἰς ὅλον τὸ σῶμα τοῦ πολυάθλου Ἰώβ, ἐν μιᾷ καιροῦ στιγμῇ ὁ ὑπέρπλουτος Ἰὼβ γίνεται πάμπτωχος· ὁ πολύτεκνος, ἄτεκνος· ὁ ὑγιῆς, κατατετραυματισμένος· αὕτη ἡ σειρὰ τῶν συμφορῶν ἐστιν ὁ προκείμενος ἀγὼν τοῦ Ἰώβ· ηὔξανον δὲ τοῦτο οἱ φίλοι ἐλέγχοντες, καὶ ἡ ἰδία γυνὴ αὐτοῦ συμβουλεύουσα αὐτῷ, ἵνα βλασφημήσῃ κατὰ τοῦ Θεοῦ· ἀλλὰ νικᾷ ἀνδρειότατα, καὶ θριαμβευτὴς ἐξέρχεται τοῦ ἀγῶνος ὁ ἀδαμάντινος. «Ἐν τούτοις πᾶσι τοῖς συμβεβηκόσιν αὐτῷ οὐδὲν ἥμαρτεν Ἰὼβ ἐναντίον τοῦ Κυρίου καὶ οὐκ ἔδωκεν ἀφροσύνην τῷ Θεῷ»4.

Ὁ φθόνος τοῦ Σαούλ ἐστιν ὁ προκείμενος ἀγὼν εἰς τὸν Δαβίδ· ἐπιβουλάς, διωγμούς, καταδρομὰς κινεῖ κατ’ αὐτοῦ ὁ Σαούλ,  ζητῶν παντοιοτρόπως θανατῶσαι αὐτόν· ὅταν οὖν εἶδεν ὁ Δαβὶδ τὸν ἐχθρὸν αὐτοῦ τὸν Σαούλ, εἰσελθόντα μόνον δι’ ἀνάγκην σωματικὴν εἰς τὸ σπήλαιον, τὸ ἐν τῇ ἐρήμῳ Ἐνγαδδί, ὅπου αὐτὸς ἐκρύπτετο, πόσον ἠγωνίσθη τότε, ἵνα μὴ ὑπακούσῃ εἰς τὰς συμβουλὰς τῶν μετ’ αὐτοῦ, οἵτινες ἔλεγον πρὸς αὐτόν· «Ἰδοὺ ἡ ἡμέρα αὕτη, ἥν εἶπε Κύριος πρός σε παραδοῦναι τὸν ἐχθρόν σου εἰς χεῖρας σου»; πόσον ἠγωνίσθη τότε, ἵνα ἡσυχάσῃ τὰς ὀρμὰς τῆς φύσεως τὰς ἐξεγερθείσας ἐναντίον ἐκείνου, ὅστις ἐζήτει ἀδίκως καὶ παραλόγως θανατῶσαι αὐτόν; πόσην δὲ στεναχωρίαν ἐδοκίμασε τὸ πνεῦμα αὐτοῦ, ὅταν εὕρε τὸν Σαοὺλ καὶ τοὺς φύλακας αὐτοῦ κοιμωμένους ἐν τῷ βουνῷ τῷ Ἐχελᾶ, καὶ ὅταν ὁ Ἀβεσσὰ εἶπε πρὸς αὐτόν· «ἀπέκλεισε Κύριος σήμερον τὸν ἐχθρόν σου εἰς χεῖράς σου, καὶ νῦν πατάξω αὐτὸν τῷ δόρατι εἰς τὴν γῆν ἅπαξ, καὶ οὐ δευτερώσω αὐτῷ»5; ἀλλ’ ἐνίκησεν ὁ γενναιότατος καὶ ταῖς συμβουλαῖς τῶν φίλων παρακούσας, καὶ τὰ κύματα τῆς φύσεως κατευνάσας, «Μηδαμῶς μοι», εἶπε, «παρὰ Κυρίου ἐπενεγκεῖν χεῖρά μου ἐπὶ χριστὸν Κυρίου».

Ὁ μὲν προφήτης Ἠλίας ἔχει προκείμενον ἀγῶνα τὴν ἐξάλειψιν τῆς εἰδωλολατρείας· κατ’ αὐτῆς ἀγωνίζεται μεγαλοψύχως ἐναντίον τοῦ Ἀχαάβ, καὶ παλαίει ἐμφρόνως κατὰ τῶν διωγμῶν καὶ τῶν φοβερισμῶν τῆς προστάτιδος τῶν εἰδώλων, τῆς πονηρᾶς, λέγω, Ἰεζάβελ· νικήσας δὲ θεοπρεπῶς, ἐξουδένωσε τὴν εἰδωλολατρείαν, καὶ ἀνεστήλωσε τῆς ὀρθῆς πίστεως τὸ σέβας· οἱ δὲ Μακαββαῖοι, καὶ ἡ μήτηρ αὐτῶν Σολομονή, καὶ ὁ διδάσκαλος αὐτῶν ὁ Ἐλεάζαρος, ἔχουσι προκείμενον ἀγῶνα τὴν διατήρησιν τοῦ θείου νόμου· κολακεῖαι, φοβερισμοί, τήγανα, λέβητες, γλωσσοτομίαι, ἀρκωτηρισασμοί, ἐκδάρσεις σώματος, πῦρ καιόμενον, θάνατος ἄδικος πρόκεινται αὐτοῖς, ἵνα καταφρονήσωσι τοῦ Θεοῦ τὸν νόμον· κατὰ τούτων δὲ πάντων ἀγωνίζονται θαρσαλέως, καὶ νικῶσι θαυμασίως, καὶ στέφονται ἐνδόξως διὰ τῶν τοῦ μαρτυρίου στεφάνων. Ἐὰν δὲ παρατηρήσετε τὰς ἱερὰς ἱστορίας, βλέπετε, ὅτι πᾶς δίκαιος ἠγωνίσθη μὲν κατὰ διαφόρους τρόπους, εἶχεν ὅμως προκείμενον αὐτῷ ἴδιον ἰδιαίτατον ἀγῶνα.

Τοῦτον τὸν ἰδιαίτατον ἑνὸς ἑκάστου ἀγῶνα, σταυρὸν ὠνόμασεν ὁ θεάνθρωπος Ἰησοῦς, εἰπών· «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν, καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι»6. Εἰς ταύτην τὴν κοιλάδα τοῦ κλαυθμῶνος, ἐν ᾗ ζήσωμεν καὶ πολιτευόμεθα, οὐδεὶς εὑρίσκεται ἔξω παντὸς ἀγῶνος, οὐδείς ἐστιν, ὅστις οὐκ ἔχει σταυρὸν ἤγουν συμφοράν, ἀσθένειαν, πᾶθος, θλίψιν. Οὐδὲ αὐτοὶ οἱ βασιλεὶς τῆς γῆς, οἱ νομιζόμενοι πανενδοξότατοι καὶ πανευτυχέστατοι εἰσὶν ἀμέτοχοι ἀγῶνος, καὶ ἐλεύθεροι σταυροῦ. Εἰς ταύτην τὴν πρόσκαιρον ἡμῶν παροικίαν τοῦτον μὲν φλογίζει ἀκαταπαύστως ἡ φλογερὰ ἐπιθυμία τῆς σαρκός· αὐτὴ δέ ἐστιν ὁ προκείμενος αὐτῷ ἀγών, αὐτή ἐστιν ὁ σταυρὸς αὐτοῦ. Ἐὰν οὖν ἄρῃ αὐτόν, ἤγουν ἐὰν σβέσας τὴν φλόγα νικήσῃ, δοξάζεται ὡς ὁ Ἰωσήφ, ὁ τῆς Αἱγυπτίας νικητής. Ἐκεῖνος πάσχει ὑπὸ διαφόρων συμφορῶν, καὶ ἀσθένεια δὲ ὀδυνηρὰ βασανίζει αὐτόν, οὐδὲ ἰατρὸν ἔχει, οὐδὲ βοτάνην, οὐδὲ ἄνθρωπον, ἵνα ἐπισκεφθῇ τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ· ταῦτά εἰσιν ὁ προκείμενος αὐτῷ ἀγών, οὗτός ἐστιν ὁ σταυρὸς αὐτοῦ· ἐὰν οὖν ἄρη αὐτόν, ἤγουν ἐὰν ὑπομείνῃ ἀνδρειοφρόνως, μακαρίζεται ὡς ὁ Ἰώβ, καὶ καταντᾷ εἰς τὸν κόλπον τοῦ Ἀβραάμ, ὡς ὁ Λάζαρος. Εἰς τοῦτον ἄμετρον θλίψιν προξενοῦσιν οἱ φθονεροί. Ὁ φθόνος οὖν πρόκειται αὐτῷ ὡς ἀγών, ὁ φθόνος τῶν φθονούντων αὐτόν, ἐστὶν ὁ σταυρὸς αὐτοῦ. Ἐὰν οὖν ἄρῃ τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, ἤγουν ἐὰν ὑπομείνῃ μεγαλοψύχως τὴν τῶν φθονερῶν βλάβην, μεγαλύνεται καὶ ὑπερυψοῦται, ὡς ὁ Δαβίδ, ὁ μετὰ τοσαύτης καρτερότητος ὑπομείνας τὸν φθόνον τοῦ Σαούλ. Τὸν ἄλλον δυναστεύει Ὁ κατὰ τῆς εὐσεβείας διωγμός. Οὗτος οὖν ἐστιν ὁ προκείμενος αὐτῷ ἀγών. Ἐὰν δὲ εἰς τοῦτον τὸν ἀγῶνα παλαίσῃ μεγαλοψύχως, ὑψοῦται ἕως εἰς τὸν οὐρανόν, ὡς ὁ ἀρματηλάτης Ἠλίας. Πολλοὶ βιάζονται οὐχὶ ὑπὸ τοῦ Ἀντιόχου, ἀλλ’ ὑπὸ τοῦ πάθους τῆς κοιλιοδουλείας, ἵνα καταφρονήσωσι τῆς νηστείας τοὺς νόμους. Ἐὰν εἰς τοῦτον τὸν ἀγῶνα πολεμήσωσιν ἀνδρείως, καὶ ἀναφανῶσι νικηφόροι κατὰ τοῦ δαίμονος τῆς γαστριμαργίας, στεφανοῦνται ὡς οἱ ἅγιοι Μακκαβαῖοι.

Ἀλλὰ ποῖός ἐστι, λέγεις ὁ τρόπος δι’ οὗ δυνάμεθα ἀγωνισθῆναι τὸν κατὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ τὸν ὑπὲρ τῆς ἀρετῆς προκείμενον ἡμῖν ἀγῶνα; Ἐδίδαξε τὸν τρόπον αὐτὸς ὁ θεόπνευστος Παῦλος. Αὑτὸς γράφων πρὸς τοὺς εἰς Χριστὸν πιστεύσαντας Ἑβραίους, οἵτινες τότε εὑρίσκοντο εἰς τὸ ἀγωνιστήριον τῶν φοβερῶν διωγμῶν, καὶ συμβουλεύων αὐτούς, ἵνα διαπερῶσι προθύμως τὸ προκείμενον αὐτοῖς ἀγωνισιτικὸν στάδιον, ἐφανέρωσε καὶ τὸν τρόπον, δι’ οὗ ὁ ἀγωνιστὴς προθυμοποιούμενος, τελειοῖ εὐτυχῶς τοῦ προκειμένου αὐτῷ ἀγῶνος τὸν δρόμον. «Δι’ ὑπομονῆς», εἶπε, «τρέχωμεν τὸν προκείμενον ἡμῖν ἀγῶνα· ἀφορῶντες εἰς τὸν τῆς πίστεως ἀρχηγὸν καὶ τελειωτὴν Ἰησοῦν»7. Ἰδοὺ ὁ τρόπος. Ἔχε διαπαντὸς ἀνεῳγμένα τῆς ψυχῆς σου τὰ ὅμματα, καὶ βλέπε διαπαντὸς τὸν Ἰησοῦν Χριστόν· τοῦτο σὲ ἐνδυναμοῖ πρὸς φυγὴν πάσης ἁμαρτίας, καὶ πρὸς κατόρθωσιν πάσης ἀρετῆς.

Ἀληθῶς εὐπερίστατός ἐστιν ἡ ἁμαρτία, εἰσέρχεται εἰς πᾶσαν ὑπόθεσιν, προχωρεῖ εἰς πᾶσαν πρᾶξιν, παρίσταται εἰς πᾶσαν περίστασιν· ὅπου ἄν στραφῇς καὶ ὅπου ἐνατενίσῃς, ἐκεῖ βλέπεις τῆς ἁμαρτίας τὰ σκάνδαλα καὶ τῶν ἀνομιῶν τὰς παγίδας· καὶ εἰς αὐτὴν τὴν καρδίαν ἡμῶν ἐμφωλεύει ἡ ἁμαρτία, καὶ εἰς τὸν νοῦν ἡμῶν ἐμβαίνει. Ἡ σάρξ, ὁ κόσμος, ὁ σατανᾶς, εἰσὶ τρεῖς ἐχθροί, οἵτινες εἰς πάντα λογισμὸν ἡμῶν σπείρουσι τῆς ἁμαρτίας τὰ σπέρματα, καὶ μολύνουσι καὶ αὐτὰ τὰ θεάρεστα ἡμῶν ἔργα. Ἀληθῶς εὐπερίστατός ἐστιν ἡ ἁμαρτία, ἀλλ’ ὅταν εἰς πᾶσάν σου τὴν περίστασιν ἀφορᾷς εἰς τὸν Ἰησοῦν Χριστόν, τότε ἡ εὐπερίστατος ἁμαρτία γίνεται ἀπερίστατος, ἤ παντελῶς ἀδύνατος καὶ ἀτελεσφόρητος. Ὅταν ἐγείρωναται κατὰ σοῦ τῆς σαρκὸς τὰ θανατηφόρα κύματα, τότε βλέπε αὐτὸν πανάμωμον ἐξ ἁγίας παρθένου ἀφθόρως σαρκωθέντα, καὶ μετὰ κατανύξεως κράζε, «Κύριε, σῶσον με»8. Αὐτὸς δὲ ἀοράτως ἐκτείνει τὴν κραταιὰν αὐτοῦ χεῖρα, καὶ σώζει σε ἐκ τοῦ πειρασμοῦ τῆς σαρκός σου, καθὼς τὸν Πέτρον ἐκ τοῦ καταποντισμοῦ τῆς θαλάσσης. Ὅταν προσβάλλῃ εἰς τὸν νοῦν σου τῆς κοσμικῆς ματαιότητος ὁ καπνός, τότε βλέπε, πῶς ὁ Ἰησοῦς κατεφρόνησε πᾶσαν τοῦ κόσμου τὴν ματαιότητα, ἀναχωρήσας μόνος εἰς τὸ ὄρος, ὅταν ἐζήτησαν ἁρπάσαι αὐτόν καὶ ποιῆσαι βασιλέα9. Ὅταν ὁ σατανᾶς ῥίπτῃ κατὰ σοῦ τῆς κοιλιοδουλείας, ἤ τῆς φιλοδοξίας, ἤ τῆς πλεονεξίας τὸ βέλος, τότε βλέπε, πῶς ὁ Ἰησοῦς εἰς τὴν ἔρημον καὶ εἰς τὸ πτερύγιον τοῦ ναοῦ, καὶ εἰς τὸ ὑψηλὸν ὄρος συνέτριψε τοῦτο τὸ σατανικὸν τρίστομον βέλος, ἔπειτα ὑπηρετήθῃ ὑπὸ τῶν ἁγίων ἀγγέλων10. Ἐάν σε ταράττῃ τῆς ἀνυποταξίας τὸ πνεῦμα, καὶ φεύγῃς τὴν ὑπακοήν, νομίζων σεαυτὸν τελειότερον τῶν προεστώτων σου, βλέπε τὸν Ἰησοῦν. Αὑτὸς Θεὸς πανυπερτέλειος, καὶ ὅμως ὑπετάσσετο εἰς τοὺς ἀνθρώπους, εἰς τὸν Ἰωσὴφ δηλαδή, καὶ εἰς τὴν ἑαυτοῦ μητέρα11. Ἐάν σε φυσᾷ τῆς ὑπερηφανείας ὁ ἄνεμος, βλέπε εὐθὺς εἰς αὐτόν. Αὐτός ἐστιν ὁ ποιητὴς τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, ὁ δημιουργὸς πάντων τῶν ὀρατῶν καὶ τῶν ἀοράτων, ὁ δεσπότης καὶ κύριος καὶ πλάστης σου, ὁ ὑπὸ πασῶν τῶν ἐπουρανίων δυνάμεων λατρευόμενος, καὶ ὑπὸ πάσης τῆς κτίσεως δοξολογούμενος, ὁ παντοδύναμός ἐστι καὶ παντεξούσιος, ὁ Θεὸς ὁ ἀληθινός ἐστιν. Αὐτὸς δὲ «ἐταπείνωσεν ἑαυτὸ μορφὴν δούλου λαβών»12, καὶ «ἄνθρωπος γενόμενος, οὐκ ἐπῃσχύνθη καλεῖν τοὺς ἀνθρώπους ἀδελφοὺς αὐτοῦ, καὶ ὁμοιωθῆναι αὐτοῖς κατὰ πάντα»13. Βλέπε αὐτὸν βρέφος ἐν τῇ φάτνῃ τῶν ἀλόγων κατακείμενον, μὴ ἔχοντα, ποῦ τὴν κεφαλὴν κλῖναι, πεινῶντα, μετὰ τὴν νηστείαν, κεκοπιακότα μετὰ τὴν ὁδοιπορίαν, λέντιον ἐζωσμένον μετὰ τὸ δεῖπνον, ὡς δοῦλον νίπτοντα τῶν μαθητῶν τοὺς πόδας. Ὅταν συκοφαντῶσιν, ἤ ὑβρίζωσιν, ἤ κατὰ ἄλλον τρόπον βλάπτωσί σε οἱ ἄνθρωποι, βλέπε αὐτὸν συκοφαντούμενον ὑπὸ τῶν φθονούντων, προδιδόμενον ὑπὸ τοῦ Ἰούδα, συρόμενον εἰς τὰ κριτήρια ὑπὸ τῶν παρανόμων, ῥαπιζόμενον ὑπὸ τοῦ δούλου, κατακρινόμενον ὑπὸ τῶν ἀδίκων κριτῶν, περιπαιζόμενον καὶ ἐμπτυόμενον ὑπὸ τῶν στρατιωτῶν, σταυρούμενον ἐν μέσῳ δύο ληστῶν, βλασφημούμενον, καὶ χολὴν καὶ ὄξος ποτιζόμενον, νεκρούμενον καὶ τὴν πλευρὰν λογχευόμενον. Παρατήρησον δέ, ὅτι ταῦτα πάσχων, «Ὡς ἀμνὸς ἐναντίον τοῦ κείροντος ἄφωνος οὕτως οὐκ ἀνοίγει τὸ στόμα»14, καθὼς περὶ αὐτοῦ προεφήτευσεν ὁ μέγας προφήτης Ἠσαΐας. Ἐὰν δὲ τὸ μῖσος τῶν ἐχθρῶν σου ζητῇ κατοικῆσαι εἰς τὴν καρδίαν σου, ἐνατένισον εὐθὺς εἰς τοῦ Γολγοθᾶ τὸ ὄρος, καὶ βλέπε τὸν Ἰησοῦν ἐκεῖ ἐν σταυρῷ κρεμάμενον, καὶ ἄσκουσον αὐτὸν προσευχόμενον ὑπὲρ τῶν σταυρωσάντων αὐτόν, καὶ λέγοντα· «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι, τὶ ποιοῦσιν»15. Εἰς πᾶν εἶδος τῆς εὐπεριστάτου ἁμαρτίας, ἐὰν ἀνοίγῃς τῆς διανοίας σου τὰ ὅμματα, καὶ ἀφορᾷς εἰς τὸν Ἰησοῦν Χριστόν, οὐ μόνον μακρὰν φεύγεις ἀπὸ τοῦ σκότους τῆς ἁμαρτίας, ἀλλὰ καὶ τὸ φῶς τῶν θείων ἀρετῶν περιλάμπει τὴν ψυχήν σου.

Πόσον φωτίζεται ἡ ψυχὴ ἡμῶν, καὶ πόσον στηρίζεται ἐπὶ τὴν ἀρετὴν τῆς ἀγάπης, ὅταν ἐνατενίζοντες εἰς τὸν Ἰησοῦν, βλέπωμεν, ὅτι δι’ ἀγάπην ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν ἐγένετο ἄνθρωπος, καὶ διὰ τὴν σωτηρίαν ἡμῶν ἀπέθανεν ἐπάνω εἰς τὸν σταυρόν; πόσον ἁπαρτίζεται ὁ νοῦς ἡμῶν πρὸς τὴν τελειότητα τῆς ἐλεημοσύνης, ὅταν ἐνατενίζοντες εἰς αὐτόν, βλέπωμεν τῆς ἐλεημοσύνης αὐτοῦ τὰ θαύματα, καὶ ἀκούωμεν αὐτὸν παραγγέλοντα εἰς τοὺς ἐλεηθέντας, ἵνα σιωπήσωσι τῆς εὐεργεσίας τὴν χάριν; πόσον θερμαίνεται ἡ ψυχὴ ἡμῶν εἰς τῆς προσευχῆς τὸ ἔργον, ὅταν βλέπωμεν αὐτὸν καὶ εἰς τοὺς ἐρήμους τόπους, καὶ εἰς τὸ ὄρος κατ’ ἰδίαν, καὶ εἰς τὴν Γεθσημανὴν προσευχόμενον; πόσον δὲ προθυμοποιούμεθα εἰς τὴν πράξιν τῆς νηστείας, ὅταν βλέπωμεν αὐτὸν νηστεύοντα ἡμέρας τεσσαράκοντα καὶ νύκτας τεσσαράκοντα; πόσον ὠφελούμεθα, ὅταν ἐνατενίζοντες εἰς αὐτόν, βλέπωμεν τὴν πραότητα, τὴν ἀνεξικακίαν, τὴν ὑπομονήν, τὴν μακροθυμίαν, πάσας τὰς λοιπὰς ἀρετὰς αὐτοῦ, ὅσας ἔδειξεν εἰς πᾶσαν τὴν περίοδον τῆς παναγίας αὐτοῦ ζωῆς, ἐξόχως δὲ εἰς τὸν καιρὸν τοῦ κοσμοσωτηρίου πάθους;

Σημείωσαι δὲ τῆς ἀπείρου σοφίας τοῦ Θεοῦ τὴν πανεύσπλαγχνον οἰκονομίαν· ἡ θεωρία τῆς θείας δόξης ἐστὶν ἡ μακαριότης καὶ ἡ βασιλεία καὶ ἡ ἀπόλαυσις τῶν θείων ἀγαθῶν· ὅταν βλέπωσιν οἱ ἅγιοι τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ, τότε καὶ μακαρίζονται, καὶ βασιλεύουσι, καὶ χορτάζονται τῶν ἐπουρανίων ἀγαθῶν. «Χορτασθήσομαι ἐν τῷ ὀφθῆναί μοι τὴν δόξαν σου»16. Ὠκονόμησε δὲ ὁ Θεός, ἵνα ἡ ἐπὶ γῆς θεωρία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ προξενῇ τὴν ἐπουράνιον αὐτοῦ θεωρίαν· διότι ἐὰν κατὰ τὴν διδασκαλίαν τοῦ Παύλου τότε τρέχωμεν τὸν προκείμενον ἡμῖν ἀγῶνα, ἤγουν τῆς σωτηρίας τὸν δρόμον, ὅταν ἀφορῶμεν εἰς τὸν Ἰησοῦν Χριστόν, φανερόν ἐστιν, ὅτι ἡ ἐπὶ γῆς θεωρία αὐτοῦ πρόξενος γίνεται τῆς ἐπουρανίου. Ἐὰν ἐπιβλέπῃς ὧδε εἰς τὰς ἀρετὰς αὐτοῦ, βλέπεις ἐκεῖ τὴν δόξαν τῆς θείας οὐσίας αὐτοῦ. Ἐὰν ἐπιβλέπῃς ὧδε ἐπὶ τὰ παθήματα αὐτοῦ, βλέπεις ἐκεῖ τὴν δόξαν τῆς ἐκ δεξιῶν καθέδρας τῆς θείας μεγαλοσύνης αὐτοῦ. Ἀδελφοί μου ἀγαπητοί, ἐνατενίζετε ἐν ὅλῃ τῇ προσκαίρῳ ζωῇ ὑμῶν εἰς τὸν Ἰησοῦν Χριστόν, ἵνα καταξιωθῆτε ἰδεῖν τὴν δόξαν τῆς θεότητος αὐτοῦ εἰς τὸν αἰῶνα, καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος. Ἀμήν.

 

______________________

Σημειώσεις:

  1. Ἑβρ. ιβ΄, 2.
  2. Γεν. λγ΄, 7.
  3. αὐτ.
  4. Ἰώβ. α΄, 22.
  5. Α΄ Βασ. κστ΄, 8, 11.
  6. Μαρκ. η΄, 34.
  7. Ἑβρ. ιβ΄, 1, 2.
  8. Ματθ. ιδ΄, 30.
  9. Ἰωαν. στ΄, 15.
  10. Ματθ. δ΄, 11.
  11. Λουκ. β΄, 51.
  12. Φιλιπ. β΄, 7.
  13. Ἑβρ. β΄, 14, 17.
  14. Ἠσα. 53.
  15. Λουκ. κγ΄, 34.
  16. Ψαλ. ιστ΄, 45.

 

Διαβάστε τον λόγο στο πρωτότυπο από το “Κυριακοδρόμιο εις τας Πράξεις των Αποστόλων”, του Νικηφόρου Θεοτόκη (τόμ. 1ος, σελ. 112 – Έκδοσις 1840), πατώντας εδώ (14/6/2014) (3.200)

 

Για τους Αγίους (Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης)

By: alopsis
5 June 2026 at 01:00
«Ἐγώ τούς ἐμέ φιλοῦντας ἀγαπῶ, τούς δέ δοξάζοντάς με δοξάσω», λέγει ὁ Κύριος (πρβλ. Παρ. η’ 17, Α’ Βασιλ. β’ 30).

Ὁ Θεός δοξάζεται μέ τούς Ἁγίους Του καί οἱ Ἅγιοι δοξάζονται ἀπό τόν Θεό.

Ἡ δόξα πού δίνει ὁ Θεός στούς Ἁγίους εἶναι τόσο μεγάλη, πού ἄν ἔβλεπαν οἱ ἄνθρωποι τόν Ἅγιο ὅπως εἶναι, ἀπό τήν εὐλάβεια καί τό φόβο θά ἔπεφταν καταγῆς, γιατί ὁ σαρκικός ἄνθρωπος δέν μπορεῖ ν᾽ ἀντέξη τή δόξα τῆς οὐράνιας ἐμφανίσεως.

Μήν θαυμάζετε γι᾽ αὐτό. Ὁ Κύριος ἀγάπησε τόσο τό πλάσμα Του, ὥστε ἔδωσε Ἅγιο Πνεῦμα μ᾽ ἀφθονία στόν ἄνθρωπο, καί μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα ὁ ἄνθρωπος ἔγινε ὅμοιος μέ τό Θεό.

Γιατί, λοιπόν, ἀγαπᾶ ὁ Κύριος τόσο τόν ἄνθρωπο; Γιατί εἶναι ἡ Αὐτοαγάπη καί ἡ ἀγάπη αὐτή γνωρίζεται μόνο μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα.

Μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα γνωρίζει ὁ ἄνθρωπος τόν Κύριο, τό Δημιουργό του, καί τό Ἅγιο Πνεῦμα γεμίζει μέ τή χάρη Του ὅλο τόν ἄνθρωπο: καί τήν ψυχή καί τό νοῦ καί τό σῶμα.

Ὁ Κύριος ἔδωσε στούς Ἁγίους τή χάρη Του κι ἐκεῖνοι Τόν ἀγάπησαν καί προσκολλήθηκαν ὁλοκληρωτικά σ᾽ Αὐτόν, γιατί ἡ γλυκύτητα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ ὑπερνικᾶ τήν ἀγάπη γιά τόν κόσμο καί τήν ὀμορφιά του.

Κι ἄν ἔτσι γίνεται στή γῆ, τότε στόν οὐρανό οἱ Ἅγιοι εἶναι ἀκόμα πιό πολύ ἑνωμένοι μέ τόν Κύριο μέ τήν ἀγάπη. Κι ἡ ἀγάπη αὐτή εἶναι ἀνείπωτα γλυκειά καί ἐκχύνεται ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα κι ὅλες οἱ ἐπουράνιες δυνάμεις μ᾽ αὐτήν τρέφονται.

Ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη, καί τό Ἅγιο Πνεῦμα στούς Ἁγίους εἶναι ἀγάπη.

Μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα γνωρίζεται ὁ Κύριος. Μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα μεγαλύνεται ὁ Κύριος στούς οὐρανούς. Μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα δοξάζουν οἱ Ἅγιοι τό Θεό καί μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα δοξάζει ὁ Κύριος τούς Ἁγίους καί αὐτή ἡ δόξα δέν ἔχει τέλος.

Σέ πολλούς φαίνεται πώς οἱ Ἅγιοι εἶναι μακριά μας. Ἀλλά μακριά εἶναι ἀπό ἐκείνους πού οἱ ἴδιοι ἀπομακρύνθηκαν, ἐνῶ εἶναι πολύ κοντά σ᾽ ἐκείνους πού τηροῦν τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ κι ἔχουν τήν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Στούς οὐρανούς τά πάντα ζοῦν καί κινοῦνται ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα. Ἀλλά καί στή γῆ εἶναι τό ἴδιο Ἅγιο Πνεῦμα. Αὐτό ζῆ στήν Ἐκκλησία μας, Αὐτό ἐνεργεῖ στά μυστήρια, Αὐτό πνέει στήν Ἁγία Γραφή, Αὐτό ζῆ στίς ψυχές τῶν πιστῶν. Τό Ἅγιο Πνεῦμα ἑνώνει τούς πάντες, καί γι᾽ αὐτό οἱ Ἅγιοι εἶναι κοντά μας. Κι ὅταν προσευχώμαστε σ᾽ αὐτούς, τότε ἀκοῦνε αὐτοί μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα τίς προσευχές, κι οἱ ψυχές μας αἰσθάνονται τήν πρεσβεία τους γιά χάρη μας.

Πόσο εὐτυχισμένοι καί καλότυχοι εἴμαστε ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοί, πού μᾶς χάρισε ὁ Κύριος ζωή μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα, καί εὐφραίνονται οἱ ψυχές μας. Πρέπει ὅμως νά φυλᾶμε μέ σύνεση τό Ἅγιο Πνεῦμα, γιατί ἀρκεῖ κι ἕνας ἄσκοπος λογισμός γιά νά ἐγκαταλείψη τήν ψυχή, καί τότε στερούμαστε τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἐξαφανίζεται ἡ παρρησία ἀπό τήν προσευχή, χάνεται καί ἡ σίγουρη ἐλπίδα πώς θά λάβουμε αὐτό πού ἐπιζητοῦμε.

Οἱ Ἅγιοι ζοῦν σ᾽ ἄλλο κόσμο κι ἐκεῖ βλέπουν μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα τήν θεία δόξα καί τήν ὀμορφιά τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου. Ἀλλά μέ τό ἴδιο Ἅγιο Πνεῦμα βλέπουν καί τή ζωή καί τά ἔργα μας. Γνωρίζουν τίς θλίψεις μας κι ἀκοῦνε τίς θερμές προσευχές μας. Ζώντας στή γῆ διδάχτηκαν τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα. Κι ὅποιος ἀπέκτησε στή γῆ τήν ἀγάπη διαβαίνει μαζί της στήν αἰώνια ζωή στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, ὅπου ἡ ἀγάπη αὐξάνει ὡσότου γίνη τέλεια. Κι ἄν στή γῆ ἡ ἀγάπη δέν μπορῆ νά λησμονήση τόν ἀδελφό, πολύ περισσότερο στούς οὐρανούς οἱ Ἅγιοι δέν μᾶς λησμονοῦν καί δέονται γιά μᾶς.

Ὁ Κύριος χάρισε τό Ἅγιο Πνεῦμα στούς Ἁγίους, κι αὐτοί μᾶς ἀγαποῦν μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα. Οἱ ψυχές τῶν Ἁγίων γνωρίζουν τόν Κύριο καί τήν ἀγαθοσύνη Του γιά τόν ἄνθρωπο, γι᾽ αὐτό καί καίγονται πνευματικά ἀπό ἀγάπη γιά τό λαό. Ὅσο ζοῦσαν στή γῆ, δέν μποροῦσαν ν᾽ ἀκούσουν νά γίνεται λόγος γιά ἁμαρτωλό ἄνθρωπο, χωρίς πόνο στήν καρδιά, κι ἔχυναν δάκρυα στήν προσευχή τους γι᾽ αὐτούς. Τό Ἅγιο Πνεῦμα τούς ἐξέλεξε γιά νά προσεύχωνται γιά ὅλο τό κόσμο καί τούς ἔδωσε πηγές δακρύων. Τό Ἅγιο Πνεῦμα σκορπίζει στούς ἐκλεκτούς Του τόσο μεγάλη ἀγάπη, ὥστε οἱ ψυχές καίγονται ἀπό τήν ἐπιθυμία νά σωθοῦν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι καί νά δοῦν τή δόξα τοῦ Κυρίου.

Οἱ Ἅγιοι περιβάλλουν, μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα, μέ τήν ἀγάπη τους ὅλο τό κόσμο. Βλέπουν καί ξέρουν πώς ἀποκάναμε ἀπό τίς θλίψεις, πώς ξεράθηκαν οἱ καρδιές μας, πώς παρέλυσε ἡ ἀκηδία τίς ψυχές μας, καί γι᾽ αὐτό μεσιτεύουν ἀκατάπαυστα στό Θεό γιά μᾶς.

Οἱ Ἅγιοι χαίρονται γιά τή μετάνοιά μας καί στενοχωριοῦνται ὅταν οἱ ἄνθρωποι ἐγκαταλείπουν τό Θεό κι ἐξομοιώνωνται ἔτσι μέ τά ἄλογα ζῶα. Λυποῦνται, γιατί οἱ ἄνθρωποι ζοῦν στή γῆ χωρίς νά ξέρουν πώς, ἄν ἀγαποῦσαν ὁ ἕνας τόν ἄλλο, θά ὑπῆρχε ἐλευθερία ἀπό τήν ἁμαρτία. Κι ὅπου δέν ὑπάρχει ἁμαρτία, ἐκεῖ ὑπάρχει χαρά καί ἀγαλλίαση πού δίνει τό Ἅγιο Πνεῦμα, κι ἔτσι ὅπου καί νά στραφῆ τό βλέμμα, τά πάντα εἶναι ἀγαπημένα κι ἡ ψυχή ἀπορεῖ καί ἀναρωτιέται «γιατί νοιώθω τόσο καλά», καί δοξολογεῖ τό Θεό.

Νά ἐπικαλεῖστε μέ πίστη τή Θεοτόκο καί τούς Ἁγίους. αὐτοί ἀκοῦνε τίς προσευχές μας καί ξέρουν καί τούς διαλογισμούς μας.

Καί μή θαυμάζετε γι᾽ αὐτό. Ὅλος ὁ οὐρανός τῶν Ἁγίων ζῆ μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα καί τίποτε δέν εἶναι κρυφό σ᾽ ὅλο τόν κόσμο γιά τό Ἅγιο Πνεῦμα. Ἐγώ δέν καταλάβαινα πιό πρίν, πῶς οἱ οὐρανοπολίτες ἅγιοι μποροῦν νά βλέπουν τή ζωή μας. Ὅταν ὅμως μέ ἤλεγξε ἡ Ἁγία Θεοτόκος γιά τίς ἁμαρτίες μου, τό ἔμαθα πώς οἱ Ἅγιοι μᾶς βλέπουν μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα καί γνωρίζουν ὅλη τή ζωή μας.

Οἱ Ἅγιοι ἀκοῦνε τίς προσευχές μας καί ἔχουν ἀπό τό Θεό τή δύναμη νά μᾶς βοηθοῦν. Αὐτό εἶναι γνωστό σ᾽ ὅλο τό γένος τῶν χριστιανῶν.

Ὁ πάτερ Ρωμανός, ὁ γυιός τοῦ πάτερ Δοσιθέου, μοῦ διηγόταν πώς ὅταν ἦταν ἀκόμα στόν κόσμο πολύ νέος, ἔτυχε νά διαβῆ σ᾽ ἐποχή χειμώνα τό Δόν. Ξαφνικά ράγισαν οἱ πάγοι τοῦ ποταμοῦ καί τ᾽ ἄλογό του ἔπεσε μέσα στήν τρύπα πού ἄνοιξε καί σέ λίγο ὅλο τό ἕλκηθρο καί τό ἄλογο βυθίζονταν στούς πάγους. Αὐτός, μικρό παιδί, φώναξε: «Ἅγιε Νικόλα, βοήθησέ με νά σύρω ἔξω τό ἕλκηθρο» καί τραβώντας τά χαλινάρια εἶδε ἀμέσως ἕλκηθρο καί ἄλογο ἔξω ἀπό τούς πάγους.

Κι ὁ πάτερ Ματθαῖος, πού ἦταν συγχωριανός μου, ὅταν ἦταν παιδί ἔβοσκε, σάν τόν προφήτη Δαβίδ, τά πρόβατα τοῦ πατέρα του. Ὁ ἴδιος εἶχε ἀνάστημα ἴσα μέ πρόβατο. Ὁ μεγαλύτερος ἀδελφός του ἐργαζόταν στήν ἄλλη ἄκρη τοῦ κάμπου. Ξαφνικά βλέπει νά ὁρμοῦν λύκοι καταπάνω στό Μίσα – ἔτσι ὀνομαζόταν ὁ πάτερ Ματθαῖος κατά κόσμον – κι ὁ μικρός Μίσα ἄφησε κραυγή: «Ἅγιε Νικόλα, βοήθα με». Καί μόλις φώναξε, οἱ λύκοι γύρισαν πίσω καί δέν ἔκαμαν κακό οὔτε σ᾽ αὐτόν οὔτε στά πρόβατα. Καί γιά πολύν καιρό γελοῦσαν οἱ κάτοικοι τοῦ χωριοῦ μας κι ἔλεγαν: «Ὁ Μίσα ἐτρόμαξε φοβερά ἀπό τούς λύκους, ἀλλά ὁ Ἅγιος Νικόλας τόν γλύτωσε».

Κι ὅλοι μας ξέρομε πλῆθος περιπτώσεων, πού οἱ Ἅγιοι ἔρχονται παρευθύς νά βοηθήσουν. Ἀπ᾽ αὐτά εἶναι, λοιπόν, φανερό πώς ἀκούγονται οἱ προσευχές μας στούς οὐρανούς.

Οἱ Ἅγιοι ἦταν ἄνθρωποι ὅμοιοι μ᾽ ἐμᾶς. Πολλοί ἀπ᾽ αὐτούς εἶχαν μεγάλες ἁμαρτίες, ἀλλά μέ τήν μετάνοια πέτυχαν τήν Οὐράνια Βασιλεία. Κι ὅλοι ὅσοι ἔρχονται σ᾽ αὐτήν, μέ τή μετάνοια ἔρχονται πού μᾶς χάρισε ὁ Ἐλεήμων Κύριος μέ τά πάθη Του.

Ὅλοι οἱ Ἅγιοι ζοῦν στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, ἐκεῖ πού εἶναι ὁ Κύριος καί ἡ Πανάχραντη Μητέρα Του. Ἐκεῖ εἶναι οἱ ἅγιοι Προπάτορες καί Πατριάρχες, πού κράτησαν μέ ἀνδρεία καί παρέδωσαν τήν πίστη τους. Ἐκεῖ εἶναι οἱ Προφῆτες, πού ἔλαβαν Πνεῦμα Ἅγιο καί μέ τό λόγο τους καλοῦσαν τό λαό πρός τό Θεό. Ἐκεῖ εἶναι οἱ Ἀπόστολοι, πού πέθαναν γιά τό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου. Ἐκεῖ βρίσκονται οἱ μάρτυρες, πού ἔδωσαν μέ χαρά τή ζωή τους ἀπό τήν ἀγάπη γιά τό Χριστό. Ἐκεῖ εἶναι οἱ ἅγιοι Ἱεράρχες, μιμητές τοῦ Κυρίου, πού βάσταξαν τά βάρη τῶν πνευματικῶν τους προβάτων. Ἐκεῖ εἶναι οἱ ὅσιοι ἀσκητές καί οἱ κατά Χριστόν σαλοί, πού νίκησαν μέ τήν ἄσκηση τόν κόσμο. Ἐκεῖ βρίσκονται ὅλοι οἱ Δίκαιοι, ὅσοι τήρησαν τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ καί κατανίκησαν τά πάθη.

Πρός τά ἐκεῖ, σ᾽ ἐκείνη τή θεσπέσια ἅγια Σύναξη, πού συγκάλεσε τό Ἅγιο Πνεῦμα, ἑλκύεται ἡ ψυχή μου. Ἀλλά ἀλίμονο σέ μένα! Ἀφοῦ δέν ἔχω ταπείνωση, ὁ Κύριος δέν μοῦ δίνει δύναμη γιά τήν ἄθληση, καί τό ἀσθενικό μου πνεῦμα σβύνει σάν μικρό κερί, ἐνῶ τό πνεῦμα τῶν Ἁγίων ἔκαιγε σάν φλόγα φωτιᾶς, κι ὄχι μόνο δέν τό ἔσβυνε ὁ ἄνεμος τῶν πειρασμῶν, ἀλλά ἄναβε ἀκόμα περισσότερο. Περπατοῦσαν στή γῆ καί τά χέρια τους ἐργάζονταν, ἀλλά τό πνεῦμα τους ἔμενε πάντα κοντά στό Θεό κι ὁ νοῦς τους δέν ἤθελε ν᾽ ἀποσπασθῆ ἀπό τήν μνήμη τοῦ Θεοῦ. Γιά χάρη τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ ὑπέμειναν ὅλες τίς θλίψεις στή γῆ καί δέν φοβόνταν κανένα πόνο, κι ἔτσι δόξαζαν τόν Κύριο. Γι᾽ αὐτό κι ὁ Κύριος τούς ἀγάπησε καί τούς δόξασε καί τούς χάρισε τήν αἰώνια Βασιλεία μαζί Του.

Ἀπό τό βιβλίο, Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ

Ἱ.Μ. Τιμίου Προδρόμου, ΕΣΣΕΧ Ἀγγλίας 1988

(Πηγή ψηφ. κειμένου: imaik.gr)

Ο …προοδευτικός νεο-συντηρητισμός στους κόλπους της Εκκλησίας (Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος, θεολόγος)

By: alopsis
4 June 2026 at 01:00

Τα τελευταία κάμποσα χρόνια συζητιέται στους εκκλησιαστικούς κύκλους το ζήτημα της «λειτουργικής αναγέννησης» στη λατρεία, με κύρια χαρακτηριστικά την απόδοση των ύμνων και των βιβλικών κειμένων στη νέα ελληνική, την εις επήκοον ανάγνωση των ευχών της Θείας Λειτουργίας –προκειμένου να συμμετέχουν καλύτερα οι πιστοί– την σχεδόν κατάργηση του τέμπλου και γενικά την πιο ενεργή συμμετοχή του λαϊκού στοιχείου στην ενοριακή ζωή.

Όσοι είναι υπέρμαχοι των παραπάνω χαρακτηρίζονται γενικά ως «προοδευτικοί», ενώ όσοι αντιτίθενται πιο …καλογερικοί. Όμως, θα πρέπει να τονισθεί ότι η «λειτουργική αναγέννηση» δεν ήταν υπόθεση του μακαριστού αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου ή κάποιων «φωτεινών» μορφών, αλλά υπόθεση των Οργανώσεων (Σωτήρ, Ζωή κ.λπ.), οι οποίες από πολύ νωρίς εφήρμοζαν αυτές τις πρακτικές –περισσότερο ή λιγότερο– στο δικό τους εκκλησιαστικό μόρφωμα.

Επομένως, οι σημερινοί «προοδευτικοί» δεν είναι κάτι άλλο παρά μια εξελιγμένη μορφή των λεγομένων παρεκκλησιαστικών Οργανώσεων.

Οι νεανικές ομάδες, συντροφιές, κύκλοι των Οργανώσεων έγιναν εκκλησιαστικές «κοινότητες», «αρχονταρίκια» και άλλα παρόμοια εκκλησιοφανή, ενώ ο πνευματικός των Οργανώσεων αντικαταστάθηκε από τον «γέροντα», ο οποίος έχει μπόλικη δόση «ησυχασμού» ή –σε άλλες περιπτώσεις– καμώνεται τον προοδευτικό, υιοθετώντας μιαν ανέξοδη ρητορεία, επικαλούμενος τάχα την ελευθερία της Εκκλησίας, αλλά στην πραγματικότητα κάνει ό,τι και οι οργανωσιακοί: προσπάθεια χειραγώγησης των πιστών με έμμεσο ή άμεσο τρόπο.

Η «εκκλησιαστική κοινότητα» μπορεί εύκολα να εξελιχθεί σε σέκτα, όπως η Οργάνωση που ήταν κάστα.

Και σε αυτή την περίπτωση αναζητείται η εύνοια του «γέροντα», προκειμένου να συμβάλει ο πιστός στο «έργο» της κοινότητος.

Τα χριστιανικά τραγούδια των Οργανώσεων έδωσαν την θέση τους στα «παραδοσιακά». Και να οι χοροί και να τα όργανα και βραδιές κοινοτικές, πάντα «παραδοσιακές». Σ’ αυτή την λογική προσχώρησαν σιγά σιγά ακόμα και οι Οργανώσεις.

Το κοινωνικό έργο των Οργανώσεων –απόλυτη προτεραιότητα– έγινε και προτεραιότητα των «προοδευτικών», για να μη πω σύνολης της Εκκλησίας.

Αλλά και στο «πνευματικό» επίπεδο, η οργανωσιακή λογική καλά κρατεί. Το «Πατρίς – Θρησκεία – Οικογένεια» υιοθετείται πανηγυρικά, ως τρίπτυχο – πρότυπο, από πολλούς «προοδευτικούς» με άλλο γλωσσικό μανδύα. Η ουσία παραμένει η ίδια.

Επομένως, όσοι κατηγόρησαν με σφοδρότητα τις Οργανώσεις, για οιονεί διαστρέβλωση του χριστιανικού μηνύματος, στην πραγματικότητα δεν αφίστανται πολύ από την ιδεολογία τους. Πρόκειται, απλώς, για μια μετεξέλιξή τους.

Η Λατρεία δεν προσφέρει κάτι τους πιστούς αν οι ευχές λέγονται εκφώνως ή οι ακολουθίες γίνονται στην δημοτική ή καταργηθεί το τέμπλο.

Η Λατρεία δεν είναι ιδιωτική υπόθεση, είναι δοξολογική υπόθεση. Με … μισοκακόμοιρους ή υπερφίαλους ιερείς (οι μεν εκφωνούν «ευλαβώς» τις ευχές της Αγίας Αναφοράς, οι δε εκκωφαντικώς, ηδονιζόμενοι ακούγοντας την φωνή τους), δεν διορθώνεται η τεράστια αταξία που επικρατεί, καθώς ο καθένας κάνει ό,τι θέλει, όπως και όταν θέλει.

Η προσωπολατρεία του γέροντα της «κοινότητας» είναι εδώ και δηλητηριάζει το σώμα της τοπικής Εκκλησίας. Αν δεν απεκδυθούν οι «γεροντάδες» το «αυτείδωλόν» τους, σωτηρία δεν υπάρχει.

Η ελπίς υπάρχει μόνον από εκείνους –μάλλον πολύ λίγους– που μπορούν να προσφέρουν στον Θεό υιούς ελευθερίας και τέκνα της χάριτος, απαλλαγμένα από βαρίδια, ήτοι ιδεοληψίες και αποποίηση της προσωπικής ευθύνης.

Και βέβαια απαιτείται άσκηση ειλικρινούς διαλόγου, τον οποίον –φευ!– όλοι φοβούνται και αποφεύγουν. Η μαθητεία στον διάλογο συνιστά και το άνοιγμα της Εκκλησίας στον κόσμο. Με την λογική, όμως, του Ακαθίστου Ύμνου: «καὶ ἅλμασιν ὡς ᾄσμασιν».

 

 

(Πηγή: panagiotisandriopoulos.blogspot.com)

Από το Συναξάρι – Ο άγιος Kevin του Glendalough

By: alopsis
3 June 2026 at 01:00

(3 Ιουνίου)

Ο όσιος Κεβίνος καταγόταν από ιρλανδική οικογένεια βασιλικής γενιάς. Η γέννησή του αναγγέλθηκε από έναν άγγελο στην μητέρα του (περί το 498) -Εξ ού και το όνομά του: «καλογεννημένος» (Coemgen)- και μετά την βάπτισή του ανατέθηκε η μόρφωσή του στους άγιους μοναχούς της Μονής του Κιλλνάμαναγκ. Αφού χειροτονήθηκε πρεσβύτερος αποσύρθηκε σε τόπο έρημο καλούμενο Γκλεντάλω («Κοιλάδα των δύο λιμνών»), νότια του Δουβλίνου. Ξεχασμένος από τον κόσμο, διήγε εκεί βιοτή αφιερωμένη καθ’ ολοκληρίαν στον Θεό, ενδεδυμένος μηλωτή και τρεφόμενος μόνο με τσουκνίδες και ξυνήθρες, περνώντας ολόκληρες νύχτες στο παγωμένο νερό της λίμνης, όπου είχε την φωλιά του ένα τέρας, απαγγέλλοντας το Ψαλτήριο. Αναφέρεται ότι παρέμεινε επτά χρόνια όρθιος, με τα χέρια υψωμένα σε σχήμα σταυρού, δίχως να κλείσει μάτι. Ένα πουλί έκτισε την φωλιά του στην χούφτα του και ο άγιος δεν χαμήλωσε τα χέρια παρά μόνο αφού βγήκαν από το αυγό και μπόρεσαν να πετάξουν οι νεοσσοί. Με παρόμοιους αγώνες απέκτησε τόσην εύνοια παρά τω Θεώ, ώστε οι άγγελοι έδειχναν να συνοδεύουν την προσευχή του, ενώ τα δένδρα έκλιναν τους κλώνους τους στο πέρασμά του.

Σύντομα συγκεντρώθηκαν μαθητές κοντά του για να μιμηθούν την ουράνια πολιτεία του. Καθώς δεν είχαν άλλη μέριμνα πέραν της εγκαρτερήσεώς τους στην προσευχή, ο Κύριος φρόντιζε για τις ανάγκες τους και μία ενυδρίδα τούς έφερνε καθημερινά έναν φρέσκο σολομό. Όταν όμως ένας από τους μοναχούς έβαλε κατά νου να σκοτώσει το ζώο για το ωραίο τρίχωμά του, η ενυδρίδα έγινε άφαντη. Ο άγιος εγκατέστησε αργότερα την αδελφότητα λίγο πιο μακριά και η μονή έγινε κέντρο μιας πραγματικής μοναχικής πολιτείας, όπου λέγεται ότι συγκεντρώθηκαν χιλιάδες μοναχοί, οι οποίοι συνέβαλαν τα μέγιστα στην πρόοδο του Χριστιανισμού της ανατολικής Ιρλανδίας. Επιστρέφοντας από προσκύνημα στην Ρώμη, ο άγιος Κεβίνος έφερε μαζί του πολλά ιερά λείψανα τα οποία χάρις στην μεσιτεία του επιτέλεσαν πλήθος θαυμάτων. Μετά από πολλά χρόνια πνευματικής καθοδήγησης των μαθητών του και του λαού εκοιμήθη εν ειρήνη σε ηλικία εκατόν είκοσι ετών (περί το 618). Ο όσιος Κεβίνος τιμήθηκε εν συνεχεία μεταξύ των μεγαλύτερων αγίων της Ιρλανδίας: Πατρικίου [17 Μάρτ.], Βριγίδης [1 Φεβρ.], και Κολόμβα [9 Ιουν.], ενώ η μονή του κατέστη ένας από τους τέσσερεις σπουδαιότερους τόπους προσκυνήματος της Ιρλανδίας.

 

 

[“Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας”, υπό ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, εκδ. Ίνδικτος, Αθήνα 2008, τόμος 10 (Ιουνίου), σ. 48-49]

 

 

(Πηγή ψηφ. κειμένου: diakonima.gr)

Οι Πατέρες της Εκκλησίας ως οδηγοί της πίστεως (π. Ηλίας Γ. Διακουμάκος, Πρεσβύτερος)

By: alopsis
2 June 2026 at 19:37

Οι Πατέρες της Εκκλησίας αποτελούν ένα από τα πιο φωτεινά κεφάλαια της Χριστιανικής Παράδοσης. Δεν είναι απλώς διδάσκαλοι ή συγγραφείς μιας άλλης εποχής, αλλά ζωντανές φωνές που μιλούν ακόμη στον σημερινό άνθρωπο με δύναμη, διαύγεια και παρηγορητική αλήθεια. Η γραφή τους δεν περιορίζεται σε θεωρητικά σχήματα· είναι καρπός προσευχής, ασκητικής αθλήσεως, θείας εμπειρίας, πόνου και αγάπης για τον άνθρωπο.

Σε κάθε τους κείμενο, μικρό ή μεγάλο, απλό ή σύνθετο, διακρίνει κανείς έναν πυρήνα φωτός που παραμένει αναλλοίωτος μέσα στους αιώνες. Μέσα από τη σοφία τους, η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν προσφέρει μόνο διδασκαλία, αλλά έναν τρόπο ζωής: τρόπο ταπείνωσης, καθαρότητας, ησυχίας και εσωτερικής συνοχής. Οι Πατέρες δεν επιβάλλουν την αλήθεια, αλλά την αποκαλύπτουν. Δεν μας οδηγούν σε μια νοησιαρχική κατανόηση του Θεού, αλλά σε μια καρδιακή συνάντηση μαζί Του.

Η εποχή μας, γεμάτη εντάσεις, πληγές, υπαρξιακή κόπωση και πνευματική σύγχυση, έχει ανάγκη τη φωνή των Πατέρων περισσότερο από ποτέ. Χρειαζόμαστε έναν λόγο που δεν ακολουθεί τους θορύβους του κόσμου, αλλά τους θεραπεύει· έναν λόγο που δεν προσφέρει απλώς πληροφορίες, αλλά αναγεννά την εσωτερική ύπαρξη. Η Πατερική Παράδοση δεν είναι μια ερευνητική πρόταση· είναι μια ανάσα ζωής.

Ανατρέχοντας στα έργα τους, ανοίγει μπροστά μας ένας δρόμος που δεν εξηγεί απλώς την αλήθεια, αλλά μας μαθαίνει να τη ζούμε. Οι Πατέρες δεν μας ζητούν να τους μελετήσουμε ως φιλοσοφικά κείμενα, αλλά να τους προσεγγίσουμε με καρδιά έτοιμη να μεταμορφωθεί. Γιατί η διδασκαλία τους δεν έχει ως σκοπό τη διανοητική υπεροχή, αλλά τη θεραπεία της ανθρώπινης ύπαρξης, την ειρήνευση της καρδιάς, την άνοδο προς το φως του Θεού.

Σε μια εποχή όπου όλα αλλάζουν, όπου το πρόσκαιρο κυριαρχεί και το ουσιαστικό αποδυναμώνεται, η φωνή των Πατέρων μάς καλεί σε μια βαθύτερη επιστροφή: επιστροφή στην απλότητα της αλήθειας, στην καθαρότητα της καρδιάς, στη σιωπή της προσευχής, στην αληθινή κοινωνία με τον Χριστό. Και μέσα από αυτήν την επιστροφή, ο άνθρωπος ανακαλύπτει ότι η ζωή του δεν είναι φθορά, αλλά πρόσκληση σε αιωνιότητα.

Γι᾽ αυτό και τούτο το έργο επιδιώκει να συγκεντρώσει, να παρουσιάσει και να τιμήσει τον Πατερικό λόγο όχι ως απλή ιστορική μνήμη, αλλά ως ζωντανή πηγή, η οποία σήμερα, όπως και χθες, μπορεί να ανάψει στην καρδιά του ανθρώπου την ίδια φλόγα πίστεως, ελπίδας και αγάπης.

Όσο περισσότερο μελετά κανείς τα έργα των Πατέρων, τόσο αντιλαμβάνεται ότι η διδασκαλία τους ξεπερνά τα όρια ενός βιβλίου και γίνεται τρόπος υπάρξεως. Δεν είναι απλώς κληρονόμοι μιας παράδοσης· είναι φορείς ενός φωτός που δεν σβήνει. Η ζωή τους, οι αγώνες τους, οι θλίψεις τους, οι προσευχές και τα δάκρυά τους, όλα μεταμορφώνονται σε μαρτυρία που παραμένει ζωντανή μέχρι σήμερα. Στους Πατέρες της Εκκλησίας, επίσης, βλέπουμε τι σημαίνει να αγαπά κανείς τον Θεό με όλη την καρδιά του και να ζει το Ευαγγέλιο σε κάθε πτυχή της καθημερινότητάς του.

Ο λόγος τους δεν είναι, ξένος προς τον άνθρωπο της εποχής μας· αντιθέτως, είναι το αντίδοτο στην πνευματική κόπωση που όλοι κουβαλάμε. Μέσα από τις διδασκαλίες τους, ο άνθρωπος μαθαίνει να ξαναβρίσκει τη δύναμη να σταθεί, να μην παραδοθεί στη θλίψη, να μην πνιγεί από το βάρος των περιστάσεων. Ο Πατερικός λόγος ξυπνά στην καρδιά εκείνη τη χαμένη ικανότητα της ελπίδας, που τόσο εύκολα χάνεται μέσα στη σύγχρονη ταχύτητα και στο άγχος της καθημερινότητας.

Κάθε Πατερική φράση είναι ένας σπόρος. Και όταν βρει χώρο στην καρδιά, καρποφορεί με τρόπους αθόρυβους αλλά θαυμαστούς. Γίνεται ειρήνη μέσα στη σύγχυση, καθαρότητα μέσα στον θόρυβο, προσευχή μέσα στη δυσκολία. Γίνεται η εσωτερική φωνή που μας υπενθυμίζει πως ο άνθρωπος δεν πλάστηκε για να ζει αποξενωμένος, φοβισμένος ή συντετριμμένος, αλλά για να αναπαύεται στη χάρη του Θεού.

Οι Πατέρες δεν ήταν υπεράνθρωποι· ήταν άνθρωποι αληθινοί, που αγωνίστηκαν όπως αγωνιζόμαστε κι εμείς. Όμως ένας ήταν ο θησαυρός τους· η απόλυτη εμπιστοσύνη στην αγάπη του Χριστού. Και αυτή η εμπιστοσύνη τους χάρισε την ειρήνη που ξεπερνά κάθε λογική, την αντοχή μέσα στις θλίψεις, τη σοφία να αντιμετωπίζουν τα πάντα με ταπείνωση και ευγνωμοσύνη.

Γι᾽ αυτό ο Πατερικός λόγος δεν είναι βαρύς ούτε απαιτητικός· είναι ανάλαφρος και λυτρωτικός. Δεν πιέζει τον άνθρωπο· τον ανακουφίζει. Δεν απαιτεί άθλους· απαιτεί καρδιά. Και εκεί, στην απλότητα της καρδιακής προσευχής, ανακαλύπτει κανείς ότι η σχέση με τον Θεό δεν είναι έργο δικό μας, αλλά δώρο δικό Του.

Αυτό το έργο, λοιπόν, δεν είναι απλώς μια επιμελής παρουσίαση κειμένων. Είναι μια πρόσκληση:

* να ξαναμπούμε στο μυστήριο της πίστεως,

* να μαθητεύσουμε στη σοφία των Αγίων,

* να αφήσουμε τη θεία χάρη να αναγεννήσει τα βάθη της ψυχής μας.

Και αν ο αναγνώστης, μέσα από αυτές τις σελίδες, αισθανθεί έστω και για λίγο τη γλυκύτητα της παρουσίας του Θεού, τότε ο σκοπός του έργου έχει εκπληρωθεί.

 

Η Πατερική παρακαταθήκη ως πηγή ζωή

Η εποχή μας, παρά την πρόοδό της, φέρει μία βαθιά νοσταλγία για τις πηγές της αληθινής σοφίας. Όσο κι αν ο σύγχρονος άνθρωπος περιβάλλεται από γνώση, πληροφορία και τεχνολογία, νιώθει ολοένα εντονότερα ότι κάτι θεμελιώδες λείπει· ότι η καρδιά του μένει άρρητα στραμμένη προς έναν λόγο αρχαίο, καθαρό, φωτισμένο. Δεν είναι τυχαίο ότι μέσα στο πλήθος των ρευμάτων και των αναζητήσεων του 20ού και του 21ου αιώνα ξεπροβάλλει, διαρκώς και επιτακτικότερα, μια εσωτερική κίνηση επιστροφής· η επιστροφή στους Πατέρες της Εκκλησίας.

Όχι ως μια ρομαντική αναζήτηση του παρελθόντος, ούτε ως αρχαιολατρία που εγκλωβίζει την αλήθεια σε σχήματα. Αλλά ως πίστη ότι εκεί, στους Πατέρες, διατηρείται άθικτη η εμπειρία της Εκκλησίας ως ζωντανής θείας πραγματικότητας. Εκεί συναντά κανείς τον λόγο που δεν στολίζεται, αλλά παιδαγωγεί· που δεν εντυπωσιάζει, αλλά θεραπεύει. Στον Πατερικό λόγο ανθίζει μια σοφία που παραμένει αναλλοίωτη, όχι επειδή ανήκει σε περασμένους αιώνες, αλλά επειδή αντλείται από την αιώνια ζωή του Πνεύματος.

Η στροφή αυτή δεν συνιστά απλώς μια θεολογική σχολή· είναι μια ανάγκη ύπαρξης. Όταν ο άνθρωπος απομακρύνεται από τη δροσιά της χάριτος, όταν ο νους διασκορπίζεται στις μέριμνες και η καρδιά απογίνεται από τα πλήγματα της καθημερινότητας, τότε μόνο ένας λόγος που έχει περάσει μέσα από φωτιά και προσευχή μπορεί να τον επαναφέρει. Οι Πατέρες δεν προσφέρουν θεωρία· προσφέρουν εμπειρία. Δεν προτείνουν ιδέες· προσφέρουν τρόπους ζωής.

Σήμερα, μέσα στη σύγχυση των πολλών απόψεων και των ασταθών βεβαιοτήτων, ο άνθρωπος ανακαλύπτει ξανά ότι:

* η αλήθεια δεν βρίσκεται στον εντυπωσιασμό της σκέψης, αλλά στη διαύγεια της χάριτος·

* η Θεολογία δεν είναι συστηματοποίηση θεωριών, αλλά καρποφορία ενός καρδιακού βίου·

* η βαθύτερη ανάπαυση της ψυχής δεν βρίσκεται στις ανθρώπινες εξηγήσεις, αλλά στο άγγιγμα του Θεού, το οποίο οι Πατέρες γνώρισαν, έζησαν και παρέδωσαν.

Και όσο περισσότερο στρέφει κανείς το βλέμμα του σε αυτούς, τόσο περισσότερο αντιλαμβάνεται πως η επιστροφή στους Πατέρες δεν είναι πορεία προς τα πίσω, αλλά πορεία προς το αληθινό μέλλον:

* Προς ανθρώπους που γνωρίζουν να προσεύχονται, να παλεύουν, να σιωπούν, να συγχωρούν και να αγαπούν.

* Προς έναν τρόπο ζωής όπου η αλήθεια δεν επιβάλλεται, αλλά ανατέλλει μέσα στην καρδιά.

Ίσως, τελικά, αυτό να είναι το μεγάλο δώρο της Πατερικής Παράδοσης: Όχι ότι μας αποκαλύπτει κάτι νέο, αλλά ότι μας επιστρέφει σ᾽ Εκείνον που είναι πάντοτε νέος. Μας επιστρέφει σε μια ζωή όπου «ὁ λόγος γίνεται πρᾶξις» και η πράξη γίνεται δοξολογία· όπου η γνώση γίνεται φωτισμός και ο φωτισμός γίνεται κοινωνία με τον Χριστό.

Και αυτή η επιστροφή δεν τελειώνει ποτέ, γιατί δεν είναι διαδρομή που μετριέται με βήματα, αλλά με βάθος καρδιάς. Όσο εισχωρούμε βαθύτερα στην Πατερική σοφία, ανακαλύπτουμε ότι οι Πατέρες δεν είναι απλώς οι ερμηνευτές της Αγίας Γραφής, αλλά οι φορείς ενός τρόπου ζωής που θεμελιώνεται στην εμπειρία της θεώσεως. Ο λόγος τους είναι τόσο διαυγής, επειδή πρώτα πέρασε από κάμινο δοκιμασιών, από κρυφές νύχτες δακρύων και από αδιάλειπτη προσευχή. Και γι᾽ αυτό ο λόγος τους έχει δύναμη να μεταμορφώνει.

Σ᾽ αυτούς βλέπουμε τι σημαίνει άνθρωπος που ζει με όλο του το «είναι» στραμμένο στον Θεό:

* άνθρωπος, που δεν αναζητά επιβεβαίωση, αλλά αλήθεια·

* άνθρωπος, που δεν ζητά εξουσία, αλλά θεραπεία·

* άνθρωπος, που δεν διεκδικεί ανθρώπινους θριάμβους, αλλά την ταπείνωση που οδηγεί στη χαρά της χάριτος.

Η Πατερική ζωή είναι σταυρός και ανάσταση μαζί. Είναι μια πορεία όπου ο άνθρωπος μαθαίνει να αποποιείται τον εαυτό του, όχι για να χαθεί, αλλά για να ανακαλύψει το αληθινό του πρόσωπο· αυτό που υπάρχει μόνο μέσα στη σχέση με τον Χριστό. Είναι μια πορεία που διδάσκει ότι η αληθινή ελευθερία δεν είναι το να κάνεις ό,τι θέλεις, αλλά το να μπορείς να αγαπάς χωρίς όρια.

Σ᾽ αυτήν τη ζωή, κάθε δοκιμασία, κάθε θλίψη, κάθε αδυναμία μεταμορφώνεται σε σκαλοπάτι που υψώνει τον άνθρωπο προς τον Θεό. Η καρδιά πλαταίνει, ο νους φωτίζεται, η ύπαρξη ανακαινίζεται. Και τότε ο άνθρωπος καταλαβαίνει ότι η Πατερική Παράδοση δεν είναι ένα κείμενο σελίδων, αλλά ένας τρόπος να ανασαίνεις.

Όταν ο κόσμος κλονίζεται, όταν ο άνθρωπος πιστεύει πως όλα σβήνουν, τότε οι Πατέρες της Εκκλησίας αποτελούν το αθόρυβο, αλλά ακατάλυτο θεμέλιο της ελπίδας. Θυμίζουν ότι ο Θεός δεν εγκαταλείπει, ότι η χάρη Του δεν αποσύρεται, ότι το φως Του δεν θα σβήσει ποτέ. Και έτσι κρατούν αναμμένη μέσα μας τη φλόγα που δεν αφήνει την καρδιά να παγώσει.

Η επιστροφή στους Πατέρες, τελικά, δεν είναι ένα πνευματικό ταξίδι· είναι μια επιστροφή στο σπίτι. Στο σπίτι της Εκκλησίας, όπου η αλήθεια γίνεται ζωή και η ζωή γίνεται αιωνιότητα.

 

Διαχρονική η αξία των Πατερικών έργων

Καθώς προχωρά κανείς στα μονοπάτια της θεολογικής επιστήμης, αντιλαμβάνεται ότι η έρευνα γύρω από τους Πατέρες δεν αποτελεί ένα παροδικό επιστημονικό ενδιαφέρον, αλλά μια ουσιαστική ανάγκη της Εκκλησίας και της θεολογικής σκέψης.

Εδώ και πάνω από έναν αιώνα, άνθρωποι με αφοσίωση, υπομονή και αυταπάρνηση αφιερώθηκαν στη μελέτη των χειρογράφων, στην ανασύσταση των αρχαίων κειμένων, και στην προσπάθεια να προσφέρουν στις επόμενες γενιές έναν θησαυρό λόγου και εμπειρίας που αλλιώς θα έμενε θαμμένος στη λήθη.

Οι έρευνες αυτές, που ξεκίνησαν από μορφές όπως ο Pitra, ο Zahn, ο Bardenhewer, ο Duchesne, ο Lefebvre, ο Batiffol και τόσοι άλλοι, δεν ήταν απλώς ακαδημαϊκές προσπάθειες· υπήρξαν μια γέφυρα που συνέδεσε το παρόν με τη μαρτυρία των πρώτων αιώνων. Με την πολύχρονη εργασία τους συνέβαλαν στη γνωριμία με τα «άγνωστα» κείμενα των Πατέρων και άνοιξαν τον δρόμο ώστε οι φωνές των πρώτων μαρτύρων, των οσίων και των ποιμένων της πρώτης Εκκλησίας να ακουστούν ξανά.

Τα έργα αυτά δεν περιορίστηκαν σε μια ιστορική ή φιλολογική αποκατάσταση. Λειτουργούν περισσότερο ως μία κλήση· μια υπενθύμιση ότι η Εκκλησία δεν αντλεί τη ζωή της από το παρελθόν, αλλά από το Πνεύμα που μιλά μέσα από τους αιώνες. Γι᾽ αυτό και οι Πατερικές εκδόσεις, οι συλλογές, οι αναλύσεις, δεν είναι μια ξηρή ακαδημαϊκή εργασία· είναι ένα πνευματικό άνοιγμα προς τον αληθινό σκοπό της Θεολογίας· να δείξει στον άνθρωπο τον δρόμο της σωτηρίας.

Και όσο περισσότερο μελετά κανείς τα Πατερικά έργα, τόσο πιο έντονα συνειδητοποιεί ότι το βάθος και η καθαρότητα της διδασκαλίας των Πατέρων δεν περιορίζεται στα πλαίσια μιας εποχής. Η φωνή τους παραμένει επίκαιρη, ζωντανή, γόνιμη. Οι Πατέρες δεν μιλούν με τον λόγο ενός μακρινού χθες, αλλά με την αλήθεια ενός αιωνίου σήμερα. Η σοφία τους δεν είναι θεωρητική· είναι θεραπευτική. Δεν εντυπωσιάζει, τον νου· αναπαύει την ψυχή. Δεν προκαλεί απορίες· γεννά μετάνοια.

Κάθε φορά που επιστρέφουμε στα κείμενά τους, αισθανόμαστε σαν να στεκόμαστε μπροστά σ᾽ ένα πνευματικό παράθυρο που ανοίγει προς το άφθαρτο φως του Θεού. Εκεί, μέσα από τις λέξεις τους, βλέπουμε την Εκκλησία να αναπνέει, να προσεύχεται, να αγαπά, να συγχωρεί, να θυσιάζεται. Και τότε αντιλαμβανόμαστε πως η μελέτη των Πατέρων δεν είναι ένας δρόμος γνώσης, αλλά ένας δρόμος μεταμόρφωσης.

Ίσως αυτό να είναι το βαθύτερο μήνυμα όλων αυτών των εκδοτικών και ερευνητικών προσπαθειών: Τα κείμενα των Πατέρων δεν προορίζονται να μείνουν σε βιβλιοθήκες, αλλά να γίνουν οδηγός της ζωής· όχι να φυλαχθούν ως πολύτιμα αρχεία, αλλά να ανάψουν φωτιά μέσα στην καρδιά· όχι να διαβαστούν απλώς, αλλά να βιωθούν.

Διότι οι Πατέρες δεν είναι μάρτυρες ενός παρελθόντος· είναι συνοδοιπόροι ενός παρόντος που διψά για αλήθεια. Και εκείνος που τους μελετά με ταπείνωση, δεν αποκτά μόνον ένα θησαυρό γνώσης, αλλά εισάγεται σε μια ζωή που μυρίζει προσευχή, αγιότητα και φως.

Όσο προχωρά η έρευνα και οι εκδόσεις πληθαίνουν, τόσο διαπιστώνει κανείς ότι οι Πατέρες δεν αποτελούν ένα κλειστό κεφάλαιο του παρελθόντος, αλλά μια ζωντανή και ανεξάντλητη πηγή θεολογικής σοφίας. Κάθε νέα μελέτη, κάθε φιλολογική αποκατάσταση, κάθε έκδοση παλαιού χειρογράφου ανοίγει δρόμους που φανερώνουν όχι μόνον το εύρος της Πατερικής Παράδοσης, αλλά και το βάθος της εμπειρίας που αυτή διασώζει.

Δεν είναι απλώς η ιστορική αξία των κειμένων που μας αγγίζει· είναι η δύναμη ενός βιώματος που διαπερνά τους αιώνες και συνεχίζει να φωτίζει την ανθρώπινη καρδιά. Η φωνή των Πατέρων παραμένει πάντοτε επίκαιρη, γιατί δεν μιλά με τον λόγο μιας εποχής· μιλά με τον λόγο της αλήθειας. Δεν απευθύνεται μόνο στον νου· αγγίζει την ύπαρξη, θεραπεύει, παρηγορεί και στηρίζει.

Κάθε Πατερικό κείμενο αποκαλύπτει έναν κόσμο προσευχής και φιλόθεης στάσης, όπου η σοφία δεν γεννιέται από θεωρητικούς στοχασμούς, αλλά από την καθαρότητα της καρδιάς και την κάθαρση του νου. Κάθε τους λέξη είναι καρπός αγώνα, ταπεινώσεως, σιωπηρής άσκησης και βαθιάς κοινωνίας με τον Θεό.

Γι᾽ αυτό και, όσο κι αν πληθαίνουν οι εκδόσεις και η επιστημονική έρευνα, η ουσία παραμένει μία: το φως το αληθινόν, το φωτίζον πάντα άνθρωπον.

Και όσο ο άνθρωπος βαδίζει μέσα σ᾽ αυτήν τη ζωντανή Πατερική Παράδοση, αρχίζει να νιώθει ότι κάθε του βήμα τον οδηγεί βαθύτερα στο μυστήριο της πίστεως. Δεν πρόκειται για διαδρομή διανοητική, αλλά για πορεία καρδιακή, όπου η χάρη του Θεού γίνεται ο αθόρυβος συνοδοιπόρος και ησυχάζει την ψυχή. Η Πατερική σοφία δεν τον καλεί σε θεωρίες, αλλά σε σχέση· δεν τον κατευθύνει σε στοχασμούς, αλλά σε ζωή.

Καθώς προχωρά, ανακαλύπτει ότι οι Πατέρες δεν μας παρέδωσαν κείμενα για να θαυμάζονται, αλλά δρόμους για να περπατώνται. Μέσα από τις λέξεις τους, ο άνθρωπος μαθαίνει να αφήνει πίσω του το βάρος της αυτοπεποίθησης και να στηρίζεται στη θεία χάρη. Κάθε σελίδα, κάθε φράση, κάθε νόημα ανοίγει μια πόρτα προς τη χαρά της μετανοίας, τη δύναμη της ταπεινώσεως και την ειρήνη της προσευχής.

Και τότε ο άνθρωπος συνειδητοποιεί πως η Παράδοση αυτή,

* δεν είναι παρελθόν, αλλά παρόν·

* δεν είναι ανάμνηση, αλλά ζωή·

* δεν είναι κληρονομιά, αλλά πρόσκληση.

Η καρδιά ζωντανεύει, ο νους καθαρίζει, η ψυχή φωτίζεται. Και σ᾽ αυτήν τη σιωπηλή, ευλογημένη πορεία, ο άνθρωπος αρχίζει να ανακαλύπτει ξανά ότι η ψυχή του είναι ικανή για τον Θεό.

Και όσο συνεχίζει να αναπτύσσεται ο στοχασμός μέσα από τη σοφία των Πατέρων, τόσο γίνεται φανερό ότι αυτή η παράδοση δεν είναι απλώς πνευματικό μνημείο, αλλά μια ζωντανή πραγματικότητα που αναπνέει μέσα σε κάθε εποχή. Οι Πατέρες δεν μιλούν με τον λόγο ενός μακρινού χθες, αλλά με την αλήθεια ενός αιώνιου σήμερα. Η σοφία τους παραμένει θεραπευτική, φωτεινή, μεταμορφωτική.

Ο λόγος τους δεν εντυπωσιάζει, αλλά βαθαίνει. Δεν κινείται στην επιφάνεια της διάνοιας, αλλά εισχωρεί στον πυρήνα της ύπαρξης. Ο σύγχρονος άνθρωπος, κουρασμένος από τον θόρυβο και τον κατακερματισμό, βρίσκει στους Πατέρες της Εκκλησίας έναν δρόμο επιστροφής: επιστροφής στην ταπείνωση, στην ησυχία, στη μετάνοια, στη σχέση με τον Θεό.

Στοχασμός και προσευχή γίνονται μία ενιαία κίνηση της καρδιάς. Η ψυχή ανασαίνει σε μια αλήθεια που δεν την περιορίζει, αλλά την ελευθερώνει. Η παράδοση αυτή φωτίζει τις πληγές, απαλύνει τους φόβους, ανοίγει την καρδιά στην ελπίδα. Δεν είναι θεωρία· είναι ζωή.

Και τότε ο άνθρωπος αρχίζει να καταλαβαίνει πως η γνώση των Πατέρων δεν είναι γνώση διανοητική, αλλά γνώση υπαρξιακή. Δεν είναι μια κατάκτηση του νου, αλλά ένα άγγιγμα της χάριτος. Μέσα από τη σοφία τους ο άνθρωπος μαθαίνει να εμπιστεύεται ξανά τον Θεό, να στηρίζεται στο έλεος, να ζει με αλήθεια.

Και έτσι, μέσα σε αυτό το φως, η ψυχή συναντά Εκείνον που είναι η Αλήθεια, η Οδός και η Ζωή.

Και όσο βαθαίνει ο άνθρωπος μέσα στη σοφία της Πατερικής Παράδοσης, αντιλαμβάνεται ότι αυτό το φως δεν είναι απλώς πνευματική γνώση· είναι μια κίνηση της καρδιάς που ξυπνά, μια ανάσταση του εσωτερικού ανθρώπου. Γιατί οι Πατέρες μιλούν σε εκείνο το κρυφό σημείο μέσα μας που δεν αγγίζεται από τον θόρυβο του κόσμου, αλλά μόνο από τη χάρη του Θεού.

Οι Πατέρες μάς διδάσκουν ότι το μυστήριο της ζωής δεν κατανοείται με τον νου, αλλά βιώνεται με την καρδιά. Η θεολογική αλήθεια δεν είναι αποτέλεσμα λογικής επεξεργασίας, αλλά καρπός προσευχής, άσκησης και ταπείνωσης. Και γι᾽ αυτό τα κείμενά τους έχουν τη δύναμη να ηρεμούν την ψυχή, να σβήνουν την εσωτερική ταραχή και να μεταμορφώνουν τον άνθρωπο από μέσα προς τα έξω.

Καθώς ο σύγχρονος άνθρωπος παλεύει με άγχος, με μοναξιά, με υπαρξιακά ερωτήματα, με φόβο και αβεβαιότητα, η φωνή των Πατέρων υψώνεται σαν γλυκιά υπόμνηση ότι ο Θεός παραμένει ο ίδιος:

* δεν αλλάζει,

* δεν εγκαταλείπει,

* δεν παύει να απλώνει το χέρι Του σε κάθε ψυχή που αναζητά παρηγοριά.

Οι Πατέρες μάς δείχνουν ότι η αγάπη του Θεού δεν είναι μια θεωρητική έννοια αλλά μια εμπειρία που μπορεί να γίνει καθημερινή πραγματικότητα.

Γι᾽ αυτό και η ανάγνωση των Πατέρων λειτουργεί σαν πνευματικό άνοιγμα:

* ανοίγει μέσα μας χώρο για ελπίδα·

* ξυπνά την κρυμμένη δίψα της ψυχής·

* μας βοηθά να καταλάβουμε ότι ο άνθρωπος δεν είναι πλασμένος για μισόφωτα, αλλά για το πλήρες φως.

Και αυτό το φως δεν το βρίσκει κανείς στα ανθρώπινα επιτεύγματα, αλλά στην αληθινή σχέση με τον Θεό.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας εξηγούν ότι η αληθινή ελευθερία δεν είναι η απουσία περιορισμών, αλλά η απουσία δεσμών. Να μην σε δένουν τα πάθη, οι φόβοι, οι αδυναμίες σου. Να νιώθεις ότι μπορείς να αναπνεύσεις αληθινά. Η χάρη του Θεού, όταν εισέλθει στην καρδιά, λύνει τον άνθρωπο από μέσα του. Γι᾽ αυτό και οι Πατέρες επανέρχονται ξανά και ξανά στο θέμα της ταπείνωσης: όχι ως ηθική υποχρέωση, αλλά ως πύλη μέσα από την οποία εισέρχεται το φως.

Και τότε, μέσα σ᾽ αυτήν τη θεϊκή ανάπαυση, ο άνθρωπος καταλαβαίνει ότι η χάρη δεν επιβάλλεται· κατεβαίνει απαλά, όπως το φως που φωτίζει χωρίς να θορυβεί, όπως η αύρα που ανακουφίζει χωρίς να ζητά τίποτε. Και όταν η ψυχή γευθεί αυτήν τη γλυκύτητα, τότε ο λόγος των Πατέρων παύει να είναι «κείμενο» και γίνεται «ανάσα».

Οι Πατέρες μάς μαθαίνουν, επίσης, ότι η πνευματική ζωή,

* δεν είναι άλμα, αλλά σταθερό βήμα·

* δεν είναι θόρυβος, αλλά σιωπή·

* δεν είναι υπεροχή, αλλά ταπεινή υπομονή.

Μέσα από αυτήν τη λεπτή πνευματική παιδαγωγία, ο άνθρωπος μαθαίνει να αγαπά όχι για να νικήσει, αλλά για να θεραπεύσει· να συγχωρεί όχι επειδή είναι εύκολο, αλλά επειδή μέσα στη συγχώρηση αναγεννάται το ίδιο του το πρόσωπο.

Και μέσα σ᾽ αυτήν την πορεία, η καρδιά αρχίζει να βλέπει καθαρότερα. Ανακαλύπτει ότι ο Θεός δεν βρίσκεται μακριά, αλλά πολύ κοντά, μέσα στον απλό καθημερινό κόπο, μέσα στην ευχή, μέσα στη σιωπηλή αναμονή. Στην πραγματικότητα, ο Θεός ήταν πάντα εκεί· απλώς ο άνθρωπος έπρεπε να ανοίξει τα μάτια της καρδιάς του για να Τον δει.

Η Πατερική Παράδοση υπενθυμίζει ότι η πνευματική ζωή δεν είναι ποτέ μοναχική. Είναι συνοδοιπορία με όλη την Εκκλησία, με τους Αγίους, με τους Πατέρες που μίλησαν, προσευχήθηκαν και αγάπησαν πριν από εμάς. Και αυτή η συνοδοιπορία δίνει στον άνθρωπο δύναμη, του δείχνει ότι κανείς δεν πορεύεται μόνος του, ότι η χάρη του Θεού στηρίζει ακόμη και εκείνους που δεν έχουν τη δύναμη να προσευχηθούν.

Στο τέλος αυτής της πορείας, ο άνθρωπος συνειδητοποιεί κάτι πολύ βαθύ: ότι η Πατερική Παράδοση δεν μας καλεί σε μια επιστροφή στο παρελθόν, αλλά σε μια επιστροφή στον Θεό. Σε μια επιστροφή στην ειρήνη, στην ταπείνωση, στη συγχώρηση, στην αγάπη. Σε μια επιστροφή στην αληθινή, φωτεινή πατρίδα της ψυχής.

Και τότε καταλαβαίνουμε ότι η φωνή των Πατέρων δεν σβήνει ποτέ· γιατί η αλήθεια που υπηρετούν είναι αιώνια.

 

Η εμπειρική γνώση των Πατέρων

Ο Πατερικός λόγος δεν ολοκληρώνεται ποτέ· δεν υπάρχει σημείο στο οποίο μπορεί κανείς να πει «έφτασα». Κάθε σελίδα, κάθε φράση, κάθε Πατερική προσευχή αποτελεί μια νέα αρχή, μια νέα δυνατότητα να φωτιστεί η καρδιά και να αναγεννηθεί η ύπαρξη. Όσο ο άνθρωπος προχωρά μέσα σ᾽ αυτήν τη σοφία, τόσο συνειδητοποιεί πως δεν βαδίζει σ᾽ έναν ακαδημαϊκό χώρο, αλλά σ᾽ ένα ιερό τοπίο όπου ο Θεός μιλά μέσα από καρδιές που αγίασαν.

Οι Πατέρες δεν προσφέρουν μια απλή ηθική διδασκαλία· προσφέρουν έναν τρόπο να ζήσει κανείς «ἐν Χριστῷ». Δείχνουν με τη ζωή και τη γραφή τους ότι το Ευαγγέλιο δεν είναι θεωρητική πρόταση, αλλά ο μοναδικός δρόμος της ελευθερίας και της αληθινής χαράς. Ο Πατερικός λόγος έχει τη δύναμη να θεραπεύει πληγές που ο σύγχρονος κόσμος δεν γνωρίζει καν ότι υπάρχουν· να απαλύνει τον πόνο που μένει κρυμμένος· να αναγεννά την ελπίδα εκεί όπου όλα μοιάζουν σκοτεινά.

Και αυτό συμβαίνει γιατί οι Πατέρες δεν μιλούν μόνο από γνώση, αλλά από εμπειρία: εμπειρία προσευχής, άσκησης, δακρύων, νυχτερινής πάλης, φοβισμού και καθαρότητας καρδιάς. Μέσα από αυτή τη συνεχή προσφορά, ο άνθρωπος της εποχής μας μπορεί να βρει οδηγό, παρηγορητή και συνοδοιπόρο.

Χωρίς τη σοφία των Πατέρων,

* η Θεολογία κινδυνεύει να γίνει ψυχρή επιστήμη·

* η πνευματική ζωή, μια ατομική αναζήτηση χωρίς προσανατολισμό·

* η Εκκλησία, ένα σύνολο ηθικών κανόνων χωρίς βιωμένη αλήθεια.

Με τη σοφία των Πατέρων, όλα αποκτούν νόημα, βάθος και προορισμό.

Αυτό το έργο δεν φιλοδοξεί να εξαντλήσει το μεγαλείο της Πατερικής Παράδοσης, αλλά να ανοίξει μια χαραμάδα από την οποία το φως της μπορεί να εισέλθει στην καρδιά του αναγνώστη. Εάν τούτο το φως αγγίξει έστω και λίγο την ψυχή, τότε το έργο έχει πετύχει τον σκοπό του.

Γιατί η αλήθεια των Πατέρων δεν είναι παρελθόν, αλλά παρόν· δεν είναι μνήμη, αλλά ζωή· δεν είναι λόγος, αλλά φως.

Και αυτό το φως οδηγεί πάντοτε στον Χριστό, τον μόνο αληθινό Διδάσκαλο, την πηγή της ειρήνης και της ελπίδας, την αιώνια Ζωή.

 

 

Η γνώση ως κριτήριο βίου

By: alopsis
2 June 2026 at 01:00

Αναζητώντας την αλήθεια…

 

Σε μια εποχή όπου η γνώση υψώνεται σχεδόν σε απόλυτη αξία, τα αρχαία λόγια της Γραφής ηχούν παράδοξα, σχεδόν αντιστικτικά: «Ὁ προστιθεὶς γνῶσιν προσθήσει ἄλγημα» (Παλαιά Διαθήκη)[1], και «Ἡ γνῶσις φυσιοῖ» (Καινή Διαθήκη)[2]. Και οι δύο φράσεις, ενώ δεν απορρίπτουν την γνώση, αποκαλύπτουν τα όριά της και τους κινδύνους που την συνοδεύουν. Δεν είναι η γνώση αυτή καθεαυτή που τίθεται υπό κρίση, αλλά η στάση μας απέναντί της.

Η πρώτη διαπίστωση μοιάζει να αναφέρεται στο βάρος της συνείδησης. Όσο ο άνθρωπος διεισδύει βαθύτερα στα πράγματα, τόσο περισσότερο αντιλαμβάνεται την πολυπλοκότητα, την αδικία, την φθορά του κόσμου. Η αθωότητα υποχωρεί μπροστά στην διαύγεια, και μαζί της χάνεται μια μορφή εσωτερικής ανάπαυσης. Η γνώση δεν είναι απλώς φως του νου και της καρδιάς, αλλ’ είναι και ευθύνη, και συχνά πόνος-άλγος.

Η δεύτερη ρήση φωτίζει έναν διαφορετικό κίνδυνο: την υπερηφάνεια. Η γνώση, όταν γίνεται αυτοσκοπός, καταξίωση και ατομικό κτήμα, τείνει να διογκώνει τον άνθρωπο, να τον κλείνει στον εαυτό του, να τον μονώνει από τους άλλους. Του δημιουργεί την ψευδαίσθηση μιας αυτάρκειας και μιας ικανότητας ότι μπορεί να κατανοήσει, να ελέγξει, ακόμη και να κρίνει τα πάντα. Τότε, ενώ η γνώση του υπόσχεται απεριόριστη πνευματική ελευθερία και συνεχή διανοητική εξέλιξη, καταλήγει συχνά σε μια λεπτή μορφή αυτο-ειδωλοποίησης, σε μια απώλεια συνειδητοποίησης των ουσιαστικών και εφήμερων δυνατοτήτων του, σε μια λήθη της μηδαμινότητάς του, σε μία «ὕβριν» (κατά τους αρχαίους Έλληνες), σε μια εγωπαθή ικανοποίηση.

Κι όμως, η χριστιανική παράδοση δεν προτρέπει στην άγνοια. Αντίθετα, αναγνωρίζει τη γνώση ως δώρο, ως μέσο κατανόησης της δημιουργίας[3]. Εκείνο, όμως,  που θέτει σαν ουσιαστικό κριτήριο είναι οι αρετές: η αγάπη, η ταπείνωση, η διάκριση. Και τότε η γνώση βρίσκει το αληθινό της νόημα, όταν υπηρετεί τις αρετές αυτές και δεν τις υποκαθιστά με διανοητικά σχήματα.

Η αγάπη, για παράδειγμα, δεν είναι αποτέλεσμα συσσώρευσης πληροφοριών· είναι το πλάτυμα της καρδιάς μας, η ελευθέρωση από τον στενόμυαλο νου μας, το ανιδιοτελές άνοιγμα προς τον άλλον. Η ταπείνωση δεν γεννιέται από την επιστημονική γνώση, από το εύρος των επιτευγμάτων μας, αλλά από την επίγνωση των περιορισμένων επίγειων δυνατοτήτων μας. Και η διάκριση δεν είναι απλώς μια διανοητική ικανότητα, αλλά καρπός εσωτερικής καλλιέργειας.

Ίσως, λοιπόν, το ζητούμενο της εποχής μας δεν είναι να μειώσουμε τη γνώση, αλλά να την επανατοποθετήσουμε. Να πάψει να είναι αυτοσκοπός και να γίνει μέσο· να ενταχθεί σε μια ευρύτερη πνευματική προοπτική, όπου ο άνθρωπος δεν μετριέται από το πόσα γνωρίζει, αλλά από το πόσο αγαπά.

Τελικά, η γνώση, που δεν συνοδεύεται από ταπείνωση, μπορεί να «φυσιοῖ», και η γνώση, που δεν φωτίζεται από την αγάπη, μπορεί να «προσθέτει ἄλγημα». Εκείνη όμως που ενώνεται με τις αρετές μεταμορφώνεται: από επώδυνο βάρος γίνεται πνευματική σοφία, και από επηρμένη δύναμη γίνεται ταπεινή διακονία.

Σκέψεις της Άλλης Όψεως

____________________

[1] «Όποιος τις γνώσεις του πληθαίνει, τα βάσανά του μεγαλώνει» (Εκκλ. 1, 18).

[2] «Η γνώση μάς κάνει να φουσκώνουμε με υπερηφάνεια» (1 Κορ. 8, 2).

[3] Πρβλ.: «Τὰ γὰρ ἀόρατα αὐτοῦ [=Θεοῦ] ἀπὸ κτίσεως κόσμου τοῖς ποιήμασι νοούμενα καθορᾶται» [=Διότι οι αόρατες ιδιότητες του Θεού βλέπονται καθαρά αφ’ ότου δημιουργήθηκε ο κόσμος και γίνονται νοητές δια μέσου των δημιουργημάτων] (Ρωμ. 1, 20).

 

Η Αγία Τριάς, ο Θεός μας (Άγιος Ιωάννης της Κρονστάνδης)

By: alopsis
1 June 2026 at 01:00

Ποιο είναι το όνομα του Θεού μας; Αγάπη, έλεος, συμπάθεια, χάρις. Όταν προσεύχεσαι βλέπε με τα μάτια της καρδιάς σου να στέκουν εμπρός σου την Αγάπη και το Έλεος, βλέπε τον Εραστή των ανθρώπων, ο Οποίος σε ακούει.

Κύριε! Το όνομά Σου είναι Αγάπη· μη με απορρίψεις για την αστάθειά μου! Το όνομά Σου είναι Δύναμη· ενίσχυσέ με, διότι συχνά είμαι ασθενής και πέφτω! Το όνομά Σου είναι Φως· φώτισέ την ψυχή μου, που σκοτίζεται από επίγεια πάθη! Το όνομά Σου είναι Ειρήνη· ειρήνευσε την ταραγμένη μου ψυχή! Το όνομά Σου είναι Έλεος· μη πάψεις να με συγχωρείς!

Ο Κύριός σου είναι αγάπη: αγάπα Αυτόν και όλους τους ανθρώπους, οι οποίοι είναι τα εν Χριστώ τέκνα Του. Ο Κύριός σου είναι πυρ: μην αφήνεις την ψυχή σου να ψυχρανθεί, αλλά θέρμαινέ την με την πίστη και την αγάπη. Ο Κύριός σου είναι φως: μη περπατάς στο σκοτάδι και μη κάνεις κάτι με σκοτισμένο νου, χωρίς βαθιά σκέψη ή χωρίς πίστη. Ο Κύριός σου είναι Θεός της ευσπλαχνίας και της χάριτος: να είσαι και συ πηγή ευσπλαχνίας και χάριτος προς τον πλησίον σου. Αν είσαι τέτοιος, θα βρεις σωτηρία με αιώνια δόξα.

Λέγε με όλη την καρδιά σου μέσα σου: «Ο Κύριος είναι για μένα το παν· εγώ δεν είμαι τίποτε· είμαι αδύνατος και ασθενής». «Ότι χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» (Ιω. 15:5) λέει ο Ίδιος ο Κύριος. Και θα μπορούσε να προσθέσει: «Εγώ είμαι το παν για σας». Να είσαι πεπεισμένος για αυτό κάθε στιγμή της ζωής σου, και κατάφευγε πάντοτε στον Κύριο, με την πεποίθηση ότι θα λάβεις από Αυτόν καθετί το απαραίτητο για τη σωτηρία σου, ακόμη και για την παρούσα ζωή.

Όταν κατά την προσευχή σου επικαλείσαι τον Τρισυπόστατο Θεό, θυμήσου ότι επικαλείσαι τον Άναρχο Πατέρα όλων των κτισμάτων, αγγέλων και ανθρώπων· ότι όλες οι ουράνιες Δυνάμεις εκστατικά σε παρακολουθούν και αγάλλονται, διότι βλέπουν ότι επικαλείσαι με πίστη, αγάπη και τον αρμόζοντα σεβασμό τον κοινό μας Πατέρα, τον Παντοδύναμο Δημιουργό και Κύριο, τον Οποίο αγαπούν απεριόριστα και λατρεύουν βαθύτατα.

Πώς πράγματι εκδηλώνεται η δύναμη και το κράτος Του; Όταν μετατρέπει έναν αμαρτωλό άνθρωπο σε άγιο και εκλεκτό δοχείο μετά την πτώση του· όταν αποκαθιστά και ανακαινίζει τον διεφθαρμένο· όταν ζωοποιεί τον άνθρωπο που ήταν νεκρός και στο σώμα και στην ψυχή και οδηγεί στην αιώνια ζωή εκείνον που είχε περιπέσει σε αιώνιο θάνατο.

Ω Αγία Τριάς ο Θεός μας! Εσύ που δημιούργησες τις ψυχές μας κατ’ εικόνα Σου, δώσε μας ειρήνη και ζωή εν Σοι! Ω Αγία Τριάς, η Τροφός και Ελπίδα μας! Κάνε μας ικανούς να θέτουμε την ελπίδα μας σε Σένα και μόνο και να βρίσκουμε τη ζωή και την ειρήνη σε Σένα και μόνο!

Μας φέρεις στην αγκαλιά Σου και μας τρέφεις δια των χειρών Σου όπως η πιο φιλόστοργη μητέρα! Ποτέ δεν μας ξεχνάς και ποτέ δεν θα μας λησμονήσεις, διότι Εσύ είπες: «Μήπως θα λησμονήσει μια γυναίκα το παιδί της;… Αλλά ακόμη και να το λησμονήσει η γυναίκα, εγώ δεν θα σε λησμονήσω» (Ησ. 49:15).

 

(Από το βιβλίο: Αγίου Ιωάννου πρωθιέρεως της Κρονστάνδης, Η ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΖΩΗ. Εκδόσεις «Το Περιβόλι της Παναγίας», Θεσσαλονίκη 2003, σελ. 18)

 

(Γλωσσική προσαρμογή από την Κ.Ο.)

 

Ψυχοσάββατο προ της Πεντηκοστής: Η Ανάστασις των νεκρών (π. Αθανάσιος Μυτιληναίος)

By: alopsis
30 May 2026 at 01:00

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία που εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 13-6-1992

Αν ο θάνατος, αγαπητοί μου, έθετε την τελική του σφραγίδα σε κάθε ανθρώπινη ύπαρξη, τότε, θα λέγαμε, ας αρχίσομε να θρηνούμε γι΄ αυτήν την φοβερή αιχμαλωσία μας εις τον κόσμον αυτόν. Τότε μόνιμο τραγούδι μας, μόνιμο, μάλλον, ελεγείο μας, ας είναι το «Ματαιότης ματαιοτήτων τα πάντα ματαιότης». Και μάλιστα όταν σήμερα, Ψυχοσάββατο προ της Πεντηκοστής, μας ζωντανεύει αυτή η θέσις του θανάτου, η πραγματικότητα του θανάτου για να τα πούμε αυτά, τότε θα λέγαμε: «Γιατί να έρχονται νέοι άνθρωποι στον κόσμον αυτόν αφού θα πεθάνουν;».

«Γιατί να γεννιώνται άνθρωποι;». Ή, ακόμη, τότε μία γέννηση θα μπορούσε να είναι ένα προκαταβολικόν πένθος. Μάλιστα μεταφορικώς λέγεται ότι το παιδί μόλις γεννιέται, κλαίει και αυτό σημαίνει ότι μπαίνει μέσα στα βάσανα αυτού του κόσμου. Τότε… γιατί ο ήλιος λάμπει; Ή ακόμη γιατί τα πουλιά κελαηδούν; Δεν θα υπήρχε λόγος. Τότε η Δημιουργία στο βάθος της, παρά την επιφανειακή ομορφιά της κρύβει την πιο απαίσια αντίφαση, την υπαρξιακή ανυπαρξία της. Και είναι μία, τότε η Δημιουργία, μία εξοργιστική κωμωδία. Αν βέβαια όλα αυτά, τον τελικό λόγο, τον έχει ο θάνατος. Έτσι, ύπαρξις και ανυπαρξία, ζωή και θάνατος, είναι η πιο ακραία αντίφασις.

Αλλά ο Θεός που εδημιούργησε τα πάντα με τόση σοφία, με τόση δύναμη και με τόση αγάπη, αντιφάσκει εις εαυτόν; Δημιουργεί μάταια πράγματα ο Θεός;

Βεβαίως όχι. Μη γένοιτο να υποστηρίξομε μία τέτοια θέση. Τότε; Ε, απλώς ο θάνατος είναι ένας μεγάλος παρείσακτος. Και πρέπει να δούμε πώς μπήκε αυτός ο θάνατος ως παρείσακτος μέσα στην πολύ ωραία Δημιουργία του Θεού. Όπως κάπου στην «Σοφία Σολομώντος» λέγει ότι «Είσαι φιλόζωος, Κύριε, και δεν έκανες κανένα δημιούργημά Σου να υποφέρει και κανένα δημιούργημά Σου δεν βδελύσσεσαι, δεν σιχαίνεσαι, και όλα είναι πολύ ωραία». Πώς, λοιπόν, υπάρχει ο θάνατος; Που είναι ο θάνατος πάντοτε, η πιο χτυπητή αντινομία, όπως ήδη σημειώσαμε, και η πιο απαίσια ασχημία.

Ο θάνατος, αγαπητοί μου, είναι ο καρπός της παρακοής των Πρωτοπλάστων. Και το σημαντικόν είναι ότι ο Θεός ειδοποίησε για την περίπτωσιν αυτήν, λέγοντας: «Μην παραβείτε την εντολή μου· «ν δ᾿ ν μέρ φάγητε π᾿ ατο, θανάτ ποθανεσθε». «Θα πεθάνετε με θάνατο εάν θα φάτε από τον καρπόν αυτόν». Όχι βεβαίως ότι ο καρπός της γνώσεως ήταν καρπός δηλητηριώδης, ήταν κάτι άλλο, είχε μεταφυσικά στοιχεία. Όχι, τίποτε απ’ όλα αυτά. Ένα φυσικόν δέντρον ήτο. Αλλά ετέθη επάνω εις το καρπόν του δέντρου αυτού, ετέθη η εντολή της υπακοής. Και εφόσον οι Πρωτόπλαστοι παρέβησαν την εντολή της υπακοής, εισήλθε ο θάνατος.

Λέγει το βιβλίον της «Σοφίας Σολομώντος» στο 2ο κεφάλαιο: «τι Θες κτισε τν νθρωπον π᾿ φθαρσί(: τον έκανε να είναι άφθαρτος) κα εκόνα τς δίας διότητος ποίησεν ατόν· φθόν δέ διαβόλου θάνατος εσλθεν ες τόν κόσμον».

Πράγματι ο Θεός δεν εδημιούργησε τον θάνατον. Θα ήτο βλασφημία αυτό να το πούμε. Μάλιστα στην καθημερινότητά μας λέμε τα εξής: «Ε, τι να κάνομε; Φυσικά πράγματα είναι αυτά». Τι «φυσικά»; «Το ότι πεθαίνει κανείς. Ε, ο Θεός, έτσι θέλει, να πεθαίνομε». Δεν θέλει ο Θεός να πεθαίνομε. Και ο θάνατος είναι το πιο αντιφυσιολογικόν στοιχείον, η μεγαλυτέρα, σας είπα, ασχημία μέσα στην Δημιουργία· που δίνει μία εικόνα σαν να μην έχει σκοπόν η Δημιουργία. Σαν να είναι κάτι που να λέει κανείς: «Γιατί ζω; Αφού υπάρχει ο θάνατος. Γιατί ζω;». Σαν να αφαιρεί την έννοια του σκοπού της Δημιουργίας. Δεν έκανε ο Θεός τον θάνατον. Πολύ σωστά λέγει, λοιπόν, ο λόγος του Θεού ότι ο Θεός δεν έκανε τον θάνατον. Αλλά εισήλθε από τον φθόνο του διαβόλου. Επειδή επεκράτησε ο φθόνος του διαβόλου. Πώς; Εφθόνησε τους Πρωτοπλάστους, γιατί να είναι δημιουργήματα λογικά και να έχουν την στοργή του Θεού, κατάφερε, εννοείται… κατάφερε, εξηπάτησε ώστε να παραβούν την εντολήν του Θεού και έτσι να εισέλθει ο θάνατος.

Αντίθετα, θα λέγαμε, ότι η φιλανθρωπία του Θεού εργάστηκε το μυστήριον της Θείας Οικονομίας, της Ενανθρωπήσεως. Διότι θα έλεγε κανένας: «Να, ο Θεός επιτρέπει, επέτρεψε». Ήταν το κατά παραχώρησιν θέλημά Του να εισέλθει ο θάνατος. Και τώρα εδώ ο Θεός δημιουργεί το μυστήριον της Θείας Οικονομίας, ακριβώς για να σώσει τον άνθρωπο, να τον επαναφέρει εις την κατάστασιν του αρχικού θελήματος του Θεού, δηλαδή του κατ’ ευδοκίαν θελήματος του Θεού, που είναι η αφθαρσία και η αθανασία και η μακαριότης.

Λέγει ένα τροπάριο των Εγκωμίων της Μεγάλης Παρασκευής, ένα από το « ζω ν τάφ». Λέγει κάτι έτσι πάρα πολύ ωραίο και συγκινητικό: «π γς κατλθες (: Συ, ω Θεέ Λόγε που έγινες άνθρωπος, στη Γη κατέβηκες), να σώσς δάμ (: γιατί ο Αδάμ ήτο στη Γη) κα ν γ μ ερηκς τοτον, Δέσποτα (: και αυτόν –λέει- αφού δεν τον βρήκες), μέχρις δου κατελήλυθας ζητν», «κατέβηκες μέχρι τον Άδη για να ψάχνεις να τον βρεις». Τι ωραίο που είναι αυτό πραγματικά!

Κι έτσι βλέπομε ότι ο Θεός εργάστηκε το μυστήριον της Θείας Οικονομίας για να σώσει τον άνθρωπο και για να καταπατήσει τον θάνατον. Έτσι έγινε με μας όμοιος, απέθανε επί του Σταυρού ο Κύριος, αλλά ανεστήθη. Ακριβώς για να αναστήσει τον άνθρωπον την εσχάτη ημέρα. Και ανελήφθη εις τον ουρανό, ακριβώς για να ανεβάσει τον όλον άνθρωπον στον ουρανό και, ούτε λίγο ούτε πολύ, να τον στήσει στα δεξιά του Θεού Πατρός. Διότι εκεί ανέβηκε η ανθρωπίνη φύσις. Διότι ως Θεός Λόγος είναι ομοούσιος με τον Πατέρα και δεν υπάρχει δεξιά και αριστερά. Αυτό αναφέρεται εις την ανθρωπίνη φύση· και η ανθρωπίνη φύσις είναι εκείνη που ανήλθε εις τα δεξιά του Θεού Πατρός, όπως ακριβώς το είδε και ο άγιος Πρωτομάρτυς Στέφανος, ομολογώντας το μέσα εις το συνέδριο.

Έτσι, ο Κύριος μας άνοιξε τον δρόμο υπερνικώντας την αμαρτωλότητα του ανθρώπου ως αναμάρτητος, υπερνικώντας την θνητότητα, γιατί ο άνθρωπος πέθαινε, πώς θα μπορούσε ποτέ να ανεβεί στον ουρανό; Ως αμαρτωλός μπορούσε να ανεβεί στον ουρανό; Ως θνητός, μπορούσε να ανεβεί στον ουρανό; Και την υλικότητα; Πώς θα μπορούσε να ανεβεί ο άνθρωπος, υλικός υπάρχων; Πώς θα ήταν δυνατόν ποτέ; Κι όμως, γι’ αυτό ξέρετε, εκπλήσσονται οι άγγελοι. Ω, αν είχαμε τον Πλάτωνα εδώ και μας άκουγε ότι άνθρωπος με την υλικότητά του ανέβηκε επάνω εις τον ουρανό, εις τον ουρανό των ιδεών, εκεί που δεν χωράει τίποτα, παρά μόνον είναι ο κόσμος των πνευμάτων και των ιδεών και των προτύπων και των αρχετύπων, θα τρόμαζε, θα χλώμιαζε. Και αν του λέγαμε ότι αυτό έγινε, το έχομε ως δεδομένον, από το γεγονός ότι ο Χριστός ανεστήθη και ανελήφθη εις τον ουρανόν, κυριολεκτικά θα ετρόμαζε, κυριολεκτικά, θα έλεγε ότι «κάτι καινούριο εδώ υπάρχει, κάτι καινούριο που δεν το σκέφτηκα». Ναι, πράγματι ήταν και είναι όλα αυτά που εργάστηκε ο Χριστός για μας ανοίγοντάς μας τον δρόμο, μία πραγματικότης, ένα γεγονός.

Ενθυμείσθε, όταν ο άνθρωπος εβγήκε από τον υλικόν Παράδεισον, επίγειος ήτο, ενθυμείσθε ότι ο Θεός έταξε τα Χερουβείμ να φυλάσσουν την είσοδον του Παραδείσου και να κινούν την περιστρεφομένην εκείνην πυρίνην ρομφαία. Το ενθυμείσθε; Τι ήτο αυτή η «πυρίνη ρομφαία»; Δηλαδή ένα πράγμα που να γυρίζει, ένα σπαθί, αντί που να έχει λάμα, να έχει φλόγα και να περιστρέφεται. Πώς να μπεις μέσα σε μία είσοδο, όταν υπάρχει μία τέτοια, ένας τέτοιος φραγμός; Ξέρετε τι ήτο αυτό; Αυτά τα τρία που σας είπα. Αυτό ήτο που έφραξε τον δρόμον. Η αμαρτωλότης της ανθρωπότητος, η υλικότης της ανθρωπότητος και η θνητότης της ανθρωπότητος. Κι αυτά τώρα τα υπενικά ο Κύριος ανερχόμενος εις τον ουρανόν με την ανθρωπίνη Του φύση. Και μας οδοποίησε, μας άνοιξε τον δρόμο, έφτιαξε δρόμο για να ξαναγυρίσομε πίσω εις την Βασιλείαν του Θεού.

Ας δούμε όμως πώς ο Απόστολος Παύλος, για να μείνομε και στη σημερινή περικοπή την αποστολική, που αναφέρεται εις το θέμα της αναστάσεως των νεκρών, ως Ψυχοσάββατο, όπως σας είπα, πώς ο Απόστολος Παύλος μας περιγράφει τα πράγματα, τον καρπόν, θα λέγαμε καλύτερα, της Αναστάσεως του Χριστού. Βέβαια έχει γράψει ένα ολόκληρο κεφάλαιο, το 15ο κεφάλαιο στην Α΄προς Κορινθίους επιστολήν του, που είναι ένας ύμνος στην ανάσταση. Ύμνος στην ανάσταση –προσέξτε- των νεκρών! Όχι ύμνος εις την ανάσταση του Χριστού.

Εδώ, λοιπόν, στους Θεσσαλονικείς, λέγει: -Τι χαριτωμένο πράγμα, ξέρετε, και να έχομε ακροατάς Θεσσαλονικείς και να μιλά κανείς από τις δύο, αυτές, επιστολές. Έχει κάτι το πιο ιδιαίτερο, πιο ξεχωριστό. Αισθάνεται κανένας ότι αυτό που τώρα ακούει είναι για μένα. Όχι γιατί είναι ο λόγος του Θεού, αλλά και γιατί είμαι Θεσσαλονικεύς. Και αποτείνεται εκεί ο Παύλος. Έχει κάτι το πιο ιδιάζον-. Λοιπόν, γράφει στους Θεσσαλονικείς ο Απόστολος Παύλος:

«Ο θέλομεν δ μς γνοεν, δελφοί, περ τν κεκοιμημένων, να μ λυπσθε, καθς κα ο λοιπο ο μ χοντες λπίδα». «Δεν θέλομε», λέγει, «να αγνοείτε, αδελφοί, για τους κεκοιμημένους, για να μη λυπόσαστε, όπως και οι υπόλοιποι που λυπώνται υπερβολικά, μη έχοντες την ελπίδα της αναστάσεως». Ώστε, λοιπόν, ομιλεί περί κεκοιμημένων. Προσέξτε, είναι χαρακτηριστικό. Δεν ομιλεί περί νεκρών. Ομιλεί περί κεκοιμημένων. Κι αυτό σημαίνει ότι θα ακολουθήσει εγρήγορσις, όπως λέγει ο Οικουμένιος. Και συμπληρώνει ο Θεοδώρητος και λέγει: «Τ γρ πν γρήγορσις πεται». «Ένας που κοιμάται, βεβαίως θα ξυπνήσει. Αφού κοιμάται».

Ενθυμείσθε, γιατί καινούργια πράγματα μπαίνουνε στον κόσμο. Ο Χριστός μάς έφερε καινούρια πράγματα, με διαστάσεις καταπληκτικές. Φθάνει μήνυμα στον Κύριο, ήτο πολύ μακριά από την Βηθανία, ότι ο φίλος ο Λάζαρος απέθανε. Και λέγει στους μαθητάς Του: «Ο φίλος μας ο Λάζαρος εκοιμήθη». Είχαν μάθει όμως ότι ήτο άρρωστος. Και είπαν οι μαθηταί… πώς μίλησαν; Τοποθετημένοι στις διαστάσεις της καθημερινότητος, της πραγματικότητος. Και λέγουν: Αφού τον πήρε ο ύπνος, μπόρεσε να κοιμηθεί, αυτό σημαίνει ότι τώρα θα πάρει την πάνω βόλτα στην υγεία του, θα γίνει καλύτερα. Όπως το λέμε κι εμείς: «Α, ένας ασθενής κοιμάται, φυσιολογικά, ωραία κοιμάται, ε, θα γίνει καλά! Παίρνει την πάνω βόλτα». Δεν κατάλαβαν όμως. Πού να συλλάβει το μυαλό τους τι θα επεκολούθει κ.λπ. κ.λπ. Και λέει ο Κύριος καθαρά στην γλώσσα τους: «Ο φίλος μας ο Λάζαρος απέθανε». Προσέξτε· στην γλώσσα τους. Άλλη γλώσσα έχει ο Κύριος. Ο Κύριος είπε «κοιμήθη». Γιατί; Διότι απλούστατα θα επηκολούθει η ανάστασις. Δεν υπάρχει λοιπόν θέμα εδώ γι’αυτό, ότι δηλαδή ο θάνατος είναι ένας ύπνος. Πολύ σωστά, λοιπόν, ο Απόστολος Παύλος θεοπνεύστως βάζει: «δια τους κεκοιμημένους δεν θέλω να λυπείσθε» κ.λπ. κ.λπ. Και μη λυπούμεθα; Ναι, αλλά με μέτρο. Εδώ κόβει τι; Την άμετρον λύπην ο Απόστολος. Και η άμετρος λύπη είναι άρνησις της ελπίδος της αναστάσεως των νεκρών.

Σας υπενθυμίζω ότι η λύπη, όταν περάσει κάποια όρια, είναι πάθος. Και ίσως δεν έχετε αντιληφθεί, αγαπητοί μου, ότι είναι ένα από τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα η λύπη. Είναι φοβερό. Καταπίνει τον άνθρωπον. Εκεί κάπου η «Σοφία Σειράχ» λέγει, στο 38ο κεφάλαιο αν ενθυμούμαι καλά: «Μη λυπάσαι υπερβολικά, γιατί», λέγει, «θα αρρωστήσεις». Και πράγματι η λύπη καταπίνει τον άνθρωπο και σωματικά και πνευματικά. Δεν έχω καιρό να επεκτεινόμουν σ’ αυτό, εξάλλου δεν είναι και θέμα μας· αλλά προσοχή στο θέμα της λύπης.

Είναι, λοιπόν, αμαρτία το υπέρμετρον, η υπέρμετρη λύπη. Ποιοι λυπούνται; Εκείνοι που δεν έχουν την ελπίδα της αναστάσεως των νεκρών. Τι κρίμα! Ξέρετε πόσες φορές ο διπλανός μας να κλαίει και να οδύρεται και να μην θέλει να παρηγορηθεί. Κι όμως μπροστά του είναι το θέμα ότι ο Χριστός ανεστήθη. Και οι νεκροί θα αναστηθούν. Και συνεχίζει ο απόστολος Παύλος, πάντα στους Θεσσαλονικείς αποτεινόμενος: «Ε γρ πιστεύομεν τι ησος πέθανε κα νέστη, οτω κα Θες τος κοιμηθέντας δι το ησο ξει σν ατ». «Διότι», λέγει, «αν πιστεύομε ότι ο Ιησούς και πέθανε και ανέστη…-Γιατί βάζει το «απέθανε»; Μα δεν μπορεί να φανεί η ανάστασις εάν δεν υπάρξει ο θάνατος. Και στους Κορινθίους το λέγει αυτό. Ότι «πέθανε κατά τάς Γραφάς και νέστη κατά τάς Γραφάς». Βασική προϋπόθεση της αναστάσεως είναι ο θάνατος. Απέθανε πραγματικά. Γι΄αυτό φροντίζουν και οι ιεροί ευαγγελισταί να δείξουν ότι ο Χριστός πραγματικά απέθανε, για να φανεί η πραγματική Του ανάστασις. Έτσι, λέγει εδώ στη συνέχεια ότι «όπως ο Πατήρ ανέστησε τον Υιόν, έτσι και ο Θεός Πατήρ θα αναστήσει τους κεκοιμημένους ανθρώπους, τους νεκρούς δηλαδή και θα τους οδηγήσει μαζί με τον Ιησούν εις την Βασιλείαν Του».

Πρέπει εδώ να κάνω μία μικρή παρατήρηση. Ότι, όταν στους Θεσσαλονικείς ομιλεί για το θέμα των νεκρών, ομιλεί δια τους ευσεβείς νεκρούς, δια τους ευσεβείς κεκοιμημένους. Δεν τον ενδιαφέρουν εκείνη τη στιγμή, δεν τον ενδιαφέρουν οι ασεβείς κεκοιμημένοι. Όλοι θα αναστηθούν. Μα όλοι θα αναστηθούν. Όπως ακριβώς όταν γεννιόμαστε, δεν ερωτώμεθα για να κουβαλήσομε αυτό που λέγεται «ανθρωπίνη φύσις», δηλαδή λογική, θέλω δεν θέλω γεννιέμαι με λογική, θέλω δεν θέλω γεννιέμαι με ελευθερία κ.ο.κ., κατά τον ίδιο τρόπο, θέλω δεν θέλω θα αναστηθώ, είτε ευσεβής είμαι είτε ασεβής είμαι. Είναι δεδομένο που ανήκει στον Θεό. Θέλω δεν θέλω! Εδώ, λοιπόν, ο Απόστολος δεν ομιλεί για τους ασεβείς. Ομιλεί για τους ευσεβείς κεκοιμημένους. Και για να δούμε τι γράφει στους Κορινθίους, να δούμε λιγάκι πιο κοντά τα πράγματα, γιατί δεν γράφει πιο πολλά εκεί στους Θεσσαλονικείς παρά μόνον λίγα για να παρηγορηθούν.

Και λέγει: «Ε δ Χριστς κηρύσσεται τι κ νεκρν γήγερται, πς λέγουσί τινες ν μν τι νάστασις νεκρν οκ στιν; (: Εάν –λέγει- ότι ο Χριστός κηρύσσεται ότι ανεστήθη από τους νεκρούς, πώς μερικοί λένε ότι οι νεκροί δεν αναστήνονται;) Ε δ νστασις νεκρν οκ στιν, οδ Χριστς γγερται (: Αν –λέγει- δεν υπάρχει ανάστασις νεκρών, τότε ούτε ο Χριστός ανεστήθη. Τι αποτελεί αυτό, η Ανάστασις του Χριστού; Το θεολογικόν υπόβαθρον της αναστάσεως των νεκρών) · ε δ Χριστς οκ γγερται, κενν ρα τ κρυγμα μν, κεν δ κα πστις μν (: Αν, λέγει, ο Χριστός δεν ανεστήθη, τότε και το κήρυγμά μας και η δική σας πίστις πέφτουν στο κενό. Είναι κούφια πράγματα. Δεν έχουν αντίκρυσμα. –Αλήθεια, το σκεφθήκαμε ποτέ; Ότι αν δεν πιστεύομε στην ανάσταση των νεκρών, δεν είναι δυνατόν ποτέ να λεγόμεθα ότι ορθοδοξούμε. Η πίστις μας πέφτει στο κενό). Νυνί δε Χριστός γγερται κ νεκρν, παρχ τν κεκοιμημνων γνετο (: Τώρα δα, επί λέξει. Το θυμάμαι από τα Αρχαία του σχολείου. Νυνί. Τώρα δα. Δηλαδή τώρα πλέον, ας το πούμε έτσι, ο Χριστός ανεστήθη από τους νεκρούς και έγινε η απαρχή, το ξεκίνημα των κεκοιμημένων ως προς την ανάστασή τους). σχατος χθρς καταργεται θνατος (: Ο τελευταίος εχθρός καταργείται ο θάνατος, πραγματικά. Μπαίνει εκτός ενεργείας. Αυτό θα πει ‘’καταργείται’’)».

Και έτσι βλέπομε εδώ να ομιλεί ο Παύλος με τον τρόπον αυτόν δια τους κεκοιμημένους. Και συνεχίζει τώρα στους Θεσσαλονικείς:

«Τοτο γρ μν λέγομεν ν λόγ Κυρίου, τι μες ο ζντες ο περιλειπόμενοι ες τν παρουσίαν το Κυρίου ο μ φθάσωμεν τος κοιμηθέντας (: Αυτό σας λέγω, ν λόγ Κυρίου, ότι εμείς οι ζωντανοί που έχομε μείνει, δεν θα φθάσομε στην παρουσία του Κυρίου. Δηλαδή δεν θα φθάσομε στον θάνατον, όταν θα έρθει ο Κύριος)». Εννοεί δηλαδή ότι όταν θα έρθει ο Κύριος, θα βρει ανθρώπους επάνω στη γη. Ε, αυτοί που θα ζουν τότε, «δεν θα φθάσομε τους κεκοιμημένους, δηλαδή δεν θα έχομε πεθάνει. Θα μας βρει ζωντανούς». Όποτε θα έρθει ο Κύριος. Προσέξτε τι είπε: «ν λόγ Κυρίου». Τι σημαίνει αυτό; Η αυθεντία του λόγου του Θεού, του λόγου του Χριστού. Ούτε εγώ το επινοώ να το πω, ούτε ο Παύλος το επινοεί για να παρηγορήσει, αλλά είναι μία πραγματικότης. Εν λόγω Κυρίου. Τι βεβαιώνει; Ότι οι τότε ζώντες δεν θα πεθάνουν, αλλά θα, θα, θα αλλαχθούν.

Να τι λέγει πάλι στους Κορινθίους- Εναλλάσσω τα δύο κείμενα, παίρνοντας ό,τι θα εξυπηρετούσε: «δο μυστήριον μν λέγω – Πράγματι είναι μυστήριον. «Να, μυστήριο», λέει, «σας λέγω»· πάντες μν ο κοιμηθησόμεθα (: όλοι δεν θα πεθάνομε), πάντες δ λλαγησόμεθα (: αλλά όλοι θα αλλαχθούμε. Τι θα πει ‘’θα αλλαχθώ’’; Θα περάσω από την φθορά στην αφθαρσία. Τι λέγεται «φθορά»; Αυτό που λέμε… τρώγω, πίνω, μεγαλώνω, κοιμάμαι. Αυτά αποτελούν το στοιχείο της φθοράς. Τι λέγεται «αθανασία»; Αυτό που δεν πεθαίνει πια. Έτσι θα περάσει η ύπαρξίς μου μέσα από την αφθαρσία και την αθανασία. Και συνεπώς στην Βασιλεία του Θεού δεν υπάρχει γάμος, όπως θα γνωρίζετε, δεν υπάρχει κοιλία. Ο Θεός και ταύτην και ταύτα καταργήσει κ.λπ. κ.λπ. κ.λπ. «Καί πάντες δέ λλαγησόμεθα (: και όλοι θα αλλαχθούμε) ν τόμ, ν ιπ φθαλμο (: ’’ν ἀτόμῳ’’ θα πει ‘’πάρα πολύ γρήγορα, σε χρόνο που δεν κόβεται πιο πολύ, σε άτμητον άτομον, άτμητον χρόνον’’. Και για να φέρει και μία εικόνα από την φύση, να γίνει κατανοητός, λέγει αυτό: «ν ιπ φθαλμο». Επειδή βέβαια η ριπή οφθαλμού είναι πάρα πολύ μεγάλος χρόνος, αλλά μία φυσική εικόνα. Πόσο κρατά το ανοιγόκλειμα των ματιών; Θα γίνει αυτή η αλλαγή, η ανάστασις και η αλλαγή. Και συνεχίζει και λέγει ότι «ν τ σχάτ σάλπιγγι». Αυτά θα γίνουν τότε. Πάλι εικόνα στρατοπέδου εδώ. Πώς σαλπίζει ο σαλπιγκτής και όλοι οι στρατιώτες σηκώνονται από το στρατόπεδο κ.λπ.) σαλπίσει γάρ, κα ο νεκρο γερθήσονται φθαρτοι (: θα αναστηθούν άφθαρτοι). Κα μες (που θα ζούμε) λλαγησόμεθα (: θα αλλαχθούμε. Είναι εκπληκτικόν!).

Στους Θεσσαλονικείς, λέει κάτι πιο λεπτομερές εδώ: «τι ατς Κύριος ν κελεύσματι (: με εντολή του Κυρίου, δηλαδή διαταγή), ν φων ρχαγγέλου κα ν σάλπιγγι Θεο καταβήσεται π᾿ ορανο -Έτσι δεν είπαν οι άγγελοι κατά την ημέρα της Αναλήψεως; ‘’Όπως τον είδατε να φεύγει, έτσι θα κατεβαίνει’’) κα ο νεκρον Χριστ ναστήσονται πρτον – Είναι εκπληκτικό. Και συνεχίζει:-, πειτα μες ο ζντες ο περιλειπόμενοι μα σν ατος (:συγχρόνως, μαζί με αυτούς) ρπαγησόμεθα ν νεφέλαις ες πάντησιν το Κυρίου ες έρα». Γιατί κατεβαίνει; Για να ανεβούμε εμείς. Κι εμείς θα αναληφθούμε, υπολαμβανόμενοι από σύννεφα. Ποια σύννεφα; Αυτά τα μετεωρολογικά; Όχι. Είναι το θείον όχημα, είναι η θεία δόξα. Θα μας πάρει αυτή. Κατεβαίνει ο Κύριος, ανεβαίνομε εμείς. Και θα γίνει η συνάντησις κάπου στο σύμπαν, ο Θεός το γνωρίζει. Δηλαδή έρχεται να μας προϋπαντήσει. Μα είναι εκπληκτικόν! Μα η αγάπη Του είναι εκπληκτική! «Και τότε θα μας πάρει να μας οδηγήσει εις την Βασιλεία Του- κα οτω πάντοτε σν Κυρί σόμεθα (: και ότι πάντοτε θα είμεθα μαζί Του. Πού; Εις τους αιώνας των αιώνων εις την δική Του την Βασιλεία)».

Αγαπητοί μου, έχομε καλά αντιληφθεί την ανάσταση των νεκρών; Ότι θα είναι ανάστασις σωμάτων; Το έχομε αυτό καλά αντιληφθεί; Πολλοί πιστεύουν ότι θα είναι ανάστασις ψυχών. Μα οι ψυχές δεν πεθαίνουν. Το σώμα διαλύεται. Η ψυχή φυλάσσεται, για να επανενωθεί, προσέξτε, με το παλαιόν σώμα. Το λέγει αλλού ο Απόστολος Παύλος. Για να δώσομε λόγο στον Θεό εκείνα που πράξαμε και με το σώμα και με την ψυχή. Και οι Πατέρες το λέγουν. Κ.λπ. κ.λπ.

Λοιπόν, πιστεύομε ότι θα αναστηθούν τα σώματά μας; Τα σώματά μας. Λέμε στο Σύμβολο της Πίστεως: «Προσδοκ νάστασιν νεκρν κα ζων το μέλλοντος αἰῶνος». Εις δε το «εροσολυμιτικν Σύμβολον», μας διασώζει ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων, λέγει: «Κα ες σαρκς νάστασιν». Είναι το 11ον άρθρον. «Κα ες σαρκς νάστασιν». Είδατε; «Σαρκός». Το δε λεγόμενον «θανασιανόν Σύμβολον» λέγει: «Ο(: του οποίου) τ παρουσί– του Χριστού δηλαδή-  πάντες νθρωποι ναστήσονται σν τος αυτν σώμασιν (: μαζί με τα σώματά τους), ποδώσοντες περ τν δίων ργων λόγον. Ατη στν καθολικ πίστις, ν (: την οποίαν) ε μ τις πιστς τε κα βεβαίως πιστεύσ, σωθναι ο δυνήσεται».

Θέτει εδώ θέμα πίστεως, θέμα σωτηρίας. Δεν πιστεύεις; Πρόσεξε, δεν θα σωθείς. Διότι πρώτα θα πιστεύσω στα δόγματα της πίστεως που προβάλλομε και μετά θα είναι η αρετή, οι καλές πράξεις και ό,τι άλλο. Για να μην φθάσομε να ανήκομε στην κατηγορία των ανθρώπων που δεν έχουν ελπίδα αναστάσεως.

Ας προσέξομε δε το συμπέρασμα του Παύλου στους Θεσσαλονικείς. Όταν τους είπε «Μ λυπεσθε· μ λυπεσθε», λέγει, «ν τος λόγοις τούτοις». «στε παρακαλετε λλήλους ν τος λόγοις τούτοις». «στε παρακαλετε (: Να παρηγορείτε –λέγει- ο ένας τον άλλον, με αυτούς τους λόγους». Αλήθεια, πάμε πολλές φορές να παρηγορήσομε σε ένα σπίτι που πενθούν. Τι τους λέμε; Τους λέμε: «Α, έτσι ο Θεός τα θεσμοθέτησε, έτσι γίνηκαν…». Όχι, αγαπητοί. Θα μιλήσομε για την ανάσταση των νεκρών, στηρίζοντες αυτήν στην ανάσταση του Χριστού. Πράγματι, η μεγαλύτερη παρηγορία που έχει ο άνθρωπος είναι η ανάστασις των νεκρών. Και η μεγαλυτέρα εγγύησις με γεγονότα, όχι κατ’ επινόησιν, είναι η ανάσταση του Χριστού.

Γι΄αυτό, αγαπητοί, ας κλείσομε, ευχαριστούντες την παρουσία σας, ας κλείσομε με εκείνους τους λόγους του Ιερού Χρυσοστόμου από τον Κατηχητικό του λόγο: «νέστη Χριστς κα νεκρς οδες π μνήματος. Χριστς γρ γερθείς κ νεκρν, παρχ τν κεκοιμημένων γένετο». Ευχαριστώ που με ακούσατε.

 

 

ΠΗΓΕΣ:

 

[Από τη σειρά: «Ομιλίες εις προσκυνητάς Θεσσαλονικείς» Δ97Α’]

 

(Ψηφιοποίηση και επιμέλεια της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος)

💾

Πεντηκοστή: Ο λόγος τής Εκκλησίας († Αρχ. Βασίλειος Γοντικάκης, Προηγούμενος Ιεράς Μονής Ιβήρων Αγίου Όρους)

By: alopsis
29 May 2026 at 01:00

Ἡ ᾿Εκκλησία μιλᾶ ὅλες τὶς γλῶσσες καὶ μεταδίδει τὸ ἕνα Πνεῦμα, τὴν ἀλήθεια καὶ παράκλησι, ὅπως συνέβη κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς.

῾Ο Λόγος ἔγινε σάρξ, καὶ μίλησε μὲ τὴν παρουσία καὶ τὴ διαγωγή Του. ∆ιῆλθε ἰώμενος πᾶσαν νόσον καὶ εὐεργετῶν πάντα ἀνθρωπον. Μίλησε διὰ τῶν πραγμάτων τὴ γλώσσα τῆς ἀγάπης, τὴν κατανοητὴ ἀπὸ κάθε ἄνθρωπο. Καὶ ἔφερε τὸ εὐαγγέλιο τῆς ἐλπίδος, τῆς ὑγείας, τῆς χαρᾶς καὶ τῆς σωτηρίας.

᾽Ενῶ ὅμως ὅλους ἐθεράπευσε καὶ εὐεργέτησε, δὲν Τὸν δέχθηκαν ὅλοι. ᾽Αλλὰ σ’ αὐτοὺς ποὺ Τὸν δέχθηκαν ἔδωσε ἐξουσία νὰ γίνουν τέκνα Θεοῦ. Νὰ γίνουν Χριστοὶ κατὰ χάριν. Νὰ συνεχίσουν τὸ κήρυγμα, τὸ ἔργο καὶ τὴν εὐεργεσία Του πρὸς ὅλους.

῎Ετσι, ἡ ᾽Εκκλησία, ὅπως τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, συνεχίζει καὶ μιλᾶ διὰ τῶν τέκνων Της ὅλες τὶς γλῶσσες, δίδοντας τὸ ἕνα μήνυμα τῆς σωτηρίας.

Καὶ οἱ πιστεύοντες εἰς Αὐτὸν «γλώσσαις λαλήσουσι καιναῖς», θὰ μιλήσουν καινούργιες γλῶσσες. Καὶ οἱ καινούργιες γλῶσσες εἶναι οἱ προσωπικές. Καθένας πρέπει νὰ βρῆ τὸν δικό του ρυθμό. Νὰ κινηθῆ ἐλεύθερα. Νὰ κάμη τὰ πάντα, ὥστε νὰ ἀξιωθῆ συνειδητὰ νὰ βρῆ καὶ νὰ ζήση τὸν Χριστὸ ὡς σωτήρα, λυτρωτὴ καὶ εὐεργέτη. Τότε μιλᾶ τὴ δική του γλώσσα, τὴν προσωπικὴ καὶ μοναδική. Καὶ συνεχίζεται ἡ Πεντηκοστὴ διὰ τῆς προσωπικῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου. Μὲ τὸ νὰ ἀκούση ὁ καθένας τὸν Καλὸ Ποιμένα νὰ τὸν καλῆ μὲ τὸ ὄνομά του. Μὲ τὸ νὰ παίρνη ὑπόστασι τὸ εἶναι του. Μὲ τὸ νὰ βρῆ ἐν Χριστῷ τὸν ἑαυτό του· καὶ νὰ βγῆ ἀπὸ μέσα του ἕνα «δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν». Τότε καταλαβαίνει ὁ ἄνθρωπος ὅτι καλὰ λίαν ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὰ πάντα. Καλὰ λίαν γίνονται τῇ εὐλογίᾳ τοῦ Θεοῦ τὰ πάντα. ῞Ολα μᾶς κάνουν καλό: «Τοῖς ἀγαπῶσι τὸν Θεὸν πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν».

Καὶ αὐτὴ τὴν εὐεργεσία τῆς σωτηρίας τὴν ἐκφράζει ὁ κάθε εὐεργετημένος καὶ σωσμένος προσωπικά, μὲ χίλιους τρόπους: μὲ τὸν λόγο, τὴ σιωπή, τὴ διαγωγή, τὴν παρουσία, τὰ ἔργα τῶν χειρῶν καὶ τοῦ νοός του.

῎Ετσι, ὅλα μιλοῦν μέσα στὴν ᾿Εκκλησία καὶ μεταδίδουν τὸν ἕνα Λόγο.

Καὶ ἀληθινὰ μιλᾶ ὁ ἄνθρωπος ποὺ σιωπᾶ καὶ δι’ αὐτοῦ μιλᾶ ὁ Θεός. ᾽Εὰν περιοριζώμαστε στὸ νὰ λέμε τὶς δικές μας μόνον ἀπόψεις· ἂν ξεκινᾶμε ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας καὶ τὴν προβολὴ τῆς ἐφήμερης ἐπιτυχίας μας, τότε δὲν φανερώνομε τὸ πνεῦμα τῆς Πεντηκοστῆς, ὅσο θεολογικὰ καὶ ἂν φαίνεται ὅτι μιλᾶμε, ἀλλὰ ἐπεκτείνομε τὴ σύγχυσι καὶ τὴν ὀχλαγωγία τῆς Βαβέλ.

῞Οταν μιλᾶ ὁ νεκρὸς ἑαυτός μας, κατὰ τὸ παράδειγμα τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, τότε εἴμαστε ζωντανοί. Μιλᾶ ὁ Θεός, μιλᾶ ὁ ἑαυτός μας ὁ ἀληθινός. Καὶ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ποὺ ζητοῦν τὴν ἀλήθεια ἀκοῦνε τὸν λόγο μας, γιατὶ δι’ αὐτοῦ ἀκοῦνε τὸν ἕνα Λόγο. Καὶ ὁ νεκρὸς γιὰ τὸν ἑαυτό του ἄνθρωπος καὶ ζῶν ἐν τῷ Θεῷ ἀκούει καὶ σέβεται τὸν λόγο ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ἀκούει τὸν λόγο τῶν ὄντων καὶ δι’ αὐτῶν ἀκούει τὸν ἕνα Λόγο, διὰ τοῦ ὁποίου «ἐγένετο τὰ πάντα», καὶ «χωρὶς Αὐτοῦ ἐγένετο οὐδὲ ἓν ὃ γέγονεν».

Καταλαβαίνει, δέχεται, καὶ ταυτόχρονα διὰ τῆς αὐτῆς πράξεως κοινοποιεῖ τὸν λόγο γιὰ τὸν ὁποῖο ἔγιναν τὰ πάντα. Καὶ αὐτὸς ὁ λόγος εἶναι νὰ συμμετάσχουν στὸν παράδεισο τῆς Λογικῆς λατρείας, τῆς μιᾶς συμπαντικῆς Λειτουργίας, ὅπου ὁ εἷς σαρκωθεὶς Θεὸς Λόγος, ὁ ἐκ σιγῆς προελθών, εἶναι «ὁ προσφέρων καὶ προσφερόμενος καὶ προσδεχόμενος καὶ διαδιδόμενος».

Τότε, ὅταν ὅλα ᾽Εκεῖνος τὰ πράττη, δίδει τὴ δυνατότητα καὶ παρέχει τὴν τιμὴ καὶ σὲ μᾶς τοὺς μηδαμινοὺς νὰ μποῦμε στὸ συλλείτουργο καὶ νὰ λειτουργήσωμε προσφέροντας τὴν ἐλάχιστη συμβολή μας μὲ τὸν λόγο, τὴ σιωπή, τὴν πρᾶξι καὶ τὴν ἡσυχία μας.

῾Ο Λόγος τῆς ᾿Εκκλησίας εἶναι τὸ συλλείτουργο, ὅπου ἐναρμονίως συνάδουν ὅλοι οἱ λόγοι τῶν προσώπων καὶ τῶν ὄντων.

Τίποτε δὲν ὑπάρχει ἀληθινὰ ἔξω ἀπὸ αὐτὸ τὸ συλλείτουργο, τὴ μία Λειτουργία ποὺ λογοποιεῖ τὸν ἄνθρωπο, τὸν καθιστᾶ λόγο Θεοῦ καὶ εὐλογία γιὰ ὅλη τὴ δημιουργία.

Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο κάθε πιστός, ὁ πιὸ ἐλάχιστος καὶ μικρός, δὲν εἶναι τμῆμα τοῦ ὅλου, ἀλλὰ ἀνακεφαλαιώνει τὸ ὅλον. Εἶναι ἐν σμικρῷ ᾽Εκκλησία. Εἶναι ἐν σμικρῷ ὁλόκληρος ὁ κόσμος.

Συχνὰ λέγεται ὅτι πρέπει νὰ προσφέρωμε στὸν κόσμο τὸν θεολογικὸ λόγο τῆς ᾽Εκκλησίας. ᾽Αλλὰ δὲν πρέπει ποτὲ νὰ ξεχνᾶμε ὅτι θεολογικὸς λόγος δὲν εἶναι ἡ μεταπρατικὴ χρῆσι τῶν πατερικῶν ρήσεων καὶ ἡ μηχανικὴ ἐπανάληψι κάποιας θεολογικῆς ὁρολογίας.

Θεολογία εἶναι ἡ σάρκωσι τῆς ἀλήθειας ἄθελά μας. ῾Η φανέρωσι τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, ποὺ γίνεται χωρὶς καμμιὰ προσπάθεια ἀπὸ τοὺς συντετριμμένους. 

Τὸ ἀληθινὸ γίνεται καὶ διατυπώνεται ἀκόπως. ῾Η Θεοτόκος εἶναι ἡ «ἀκόπως βαστάσασα» τὸν Χριστό. Καὶ γιὰ νὰ φθάσης σ’ αὐτὸ τὸ «ἀκόπως», τὸ ἀληθινὸ καὶ αὐθόρμητο, ποὺ εἶναι δῶρο Θεοῦ καὶ ἄνωθεν προσφερόμενο χάρισμα, πρέπει πολὺ νὰ κουρασθῆς, νὰ κλάψης, νὰ ἀσκηθῆς, νὰ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ ὅλα. Νὰ ξεπεράσης τὰ πάθη σου μὲ τὴ χάρι τοῦ Θεοῦ. Νὰ ξεπεράσης τὶς ἀρετές σου, ὅπως θέλει ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής. Νὰ μὴν ἔχης καμμιὰ ἰδέα γιὰ τὶς ἀρετές, τὶς ἱκανότητες ἢ τὴν ἁγιότητά σου. Νὰ φθάσης στὸ μὴ ὄν. Τότε ὁ Θεὸς ἔρχεται καὶ χαρίζει δωρεὰν τὰ ὑπὲρ φύσιν καὶ αἴσθησιν. Καὶ τὰ χαρίζει στοὺς ταπεινούς, «τὰ μωρά, τὰ ἀσθενῆ, τὰ ἀγενῆ, τὰ ἐξουθενημένα καὶ τὰ μὴ ὄντα». Γιατὶ τὰ μὴ ὄντα, ὡς μὴ ἔχοντα καμμιὰ ἰδέα γιὰ τὸν ἑαυτό τους, δὲν νοθεύουν τὰ ἅγια, ἄσπιλα καὶ τίμια. 

᾽Ενῶ οἱ «ἐνάρετοι», αὐτοὶ ποὺ παρ’ ὅλες τὶς ἀρετὲς ἢ τὶς γνώσεις τους, ἢ ἐξ αἰτίας αὐτῶν καὶ τῆς μεγάλης ἰδέας ποὺ ἔχουν γιὰ τὸν ἑαυτό τους (καὶ ἡ ὁποία ὑπογραμμίζεται καὶ φαίνεται εὐκρινέστερα μὲ τὴ δῆθεν προσπάθεια νὰ τὴν ἀποκρύψουν) γιὰ ὅλα αὐτὰ καὶ μὲ ὅλα αὐτὰ μολύνουν καὶ νοθεύουν τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ· τὸν ἀνακατεύουν μὲ τὶς δικές τους τοξίνες καὶ τὸν κάνουν ἀχώνευτο καὶ ἀπορριπτέο ἀπὸ τὸ στομάχι τοῦ πεινασμένου ἀνθρώπου.

῾Ο λόγος τῆς ᾽Εκκλησίας εἶναι ἡ φανέρωσι τῆς ἀναπαύσεως καὶ τῆς παρακλήσεως τοῦ Πνεύματος, ποὺ προσφέρεται δωρεὰν ἀπὸ τοὺς ταπεινοὺς καὶ κεκαθαρμένους, ποὺ δὲν ὑπολήπτονται τὸν ἑαυτό τους. 

῎Ετσι, δωρεὰν προσφέρουν τὰ τίμια, ἐπειδὴ τὰ ἔλαβαν. Καὶ τοὺς εἶναι ὁ κόσμος εὐγνώμων, ἐνῶ αὐτοὶ ἐλεεινολογοῦν ἔσωθεν τὸν ἑαυτό τους. Τὸν βλέπουν «ὑποκάτω πάσης τῆς κτίσεως», χειρότερο πάντων τῶν ἀνθρώπων καὶ κατώτερο ὅλων τῶν κτηνῶν καὶ ἑρπετῶν. Καὶ θαυμάζουν μόνο τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τὴ σοφία καὶ τὴν ἄρρητή Του πρόνοια γιὰ ὅλη τὴ δημιουργία, καὶ γι’ αὐτοὺς τοὺς ἴδιους καὶ ἄξιους πάσης καταδίκης.

Τελικὰ φαίνεται ὅτι κάνουν θεολογία οἱ μὴ θεολόγοι, οἱ ἀληθινοί, οἱ ταπεινοὶ καὶ γνήσιοι ἄνθρωποι (ποὺ ἐνίοτε μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ θεολόγοι). Αὐτοὶ ποὺ μέσα ἀπὸ ὅλα τὰ βάσανα, τοὺς κόπους καὶ τὶς δοκιμασίες, φθάνουν σὲ ἕνα ἐκ βαθέων «δόξα τῷ Θεῷ». Καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ τὸ περιεχόμενο τῆς ζωῆς τους καὶ τὴν ἀνωστικὴ δύναμι, ποὺ συνέχεια τοὺς φέρνει πρὸς τὸν Θεὸ καὶ καθιστᾶ τὸν λόγο καὶ τὴν παρουσία τους εὐλογία γιὰ τὸν κόσμο καὶ τοὺς ἀδελφούς τους.

 

 

(Πηγή: wra9.blogspot.com)

Όταν η γλώσσα χάνει τη μαγεία της (Πέτρος Φαραντάκης, Δρ Φιλοσοφίας)

By: alopsis
28 May 2026 at 01:00

Σημειώσεις για τη διάσωση του εκκλησιαστικού Λόγου

Η ελληνική γλώσσα, στην κορυφαία της πνευματική και καλλιτεχνική έκφραση μέσα από το κείμενο της θείας λειτουργίας, δεν αποτελεί ένα απλό εργαλείο επικοινωνίας, αλλά ένα μυσταγωγικό όχημα υψηλής αισθητικής. Η χρήση της ελληνιστικής κοινής και της βυζαντινής υμνολογίας συνιστά ένα ζωντανό μνημείο παγκόσμιας πολιτισμικής παρακαταθήκης, το οποίο διασώζει τη γλωσσική συνέχεια του ελληνισμού επί αιώνες. Η απόπειρα αντικατάστασης αυτού του λόγου από τη σύγχρονη δημοτική ή, ακόμη χειρότερα, τη δημώδη γλώσσα, απειλεί να απογυμνώσει τη λατρεία από το πνευματικό της βάθος και να υποβιβάσει το ιερό στο επίπεδο του καθημερινού. Η γοητεία του πρωτοτύπου έγκειται ακριβώς στην ικανότητά του να αποσπά τον πιστό από τη ρουτίνα της υλικής πραγματικότητας και να τον οδηγεί σε έναν χώρο υπερβατικό και λατρευτικό.

Η αρχιτεκτονική του λόγου στη θεία λειτουργία του Ιωάννη του Χρυσοστόμου, και στα προγενέστερα ή και μεταγενέστερα μέρη της, διακρίνεται για την εντελή νοηματική ακρίβεια και την ποιητικότητά της. Ο Χρυσόστομος ειδικότερα, κάτοχος μιας κλασικής ρητορικής δεινότητας, σμίλευσε τις ευχές και τους ύμνους με τέτοιον τρόπον ώστε κάθε λέξη να φέρει ένα ακριβές θεολογικό βάρος, αποκλείοντας κάθε ασάφεια ή δογματική παρερμηνεία. Έτσι προέκυψε ένα κείμενο με εσωτερικό ρυθμό, μέτρο και μουσικότητα, όπου οι αντιθέσεις, τα σχήματα λόγου και η ηχητική υποβολή των αρχαϊκών συμπλεγμάτων δημιουργούν μιαν ατμόσφαιρα κατάνυξης. Φράσεις όπως το: Τα σα εκ των σων ή το: Τον επινίκιον ύμνον άδοντα, βοώντα, κεκραγότα και λέγοντα, εμπεριέχουν έναν ποιητικό γλυκασμό και μια λαμπρότητα την οποία η πεζότητα των σύγχρονων γλωσσικών ιδιωμάτων αδυνατεί να προσεγγίσει.

Η απόδοση αυτών των εννοιών στη νεοελληνική οδηγεί αναπόφευκτα σε μια οδυνηρή νοηματική έκπτωση και αισθητική αλλοίωση. Όταν η Ευχαριστία αποδίδεται ως μια απλή: «Ευχαρίστηση», το Πρόσχωμεν ως ένα τυπικό: «Ας προσέξουμε», ή το Σαρκωθέντα ως: «…που έγινε άνθρωπος», χάνεται όλη η δογματική διάσταση και η εσωτερική εγρήγορση που απαιτεί η περίσταση. Η εκκλησιαστική γλώσσα διατηρεί σκόπιμα μιαν απόσταση από την τρέχουσα λαλιά, όχι για να απομακρύνει τον πιστό, αλλά για να δηλώσει το άρρητο και το μυστικό. Η χρήση της δημώδους γλώσσας θα καταργούσε τη διάκριση μεταξύ του ιερού και του ανίερου, μετατρέποντας μιαν ουράνια μυσταγωγία σε μια κοινή, άνευρη και σχεδόν απλοϊκή εκφώνηση.

Το επιχείρημα ότι η γλωσσική αυτή ιεροπρέπεια, δεν είναι πλήρως κατανοητή από τον σύγχρονο άνθρωπο παραβλέπει τον βιωματικό χαρακτήρα της Ορθόδοξης λατρείας. Η θεία λειτουργία δεν απευθύνεται μόνο στον ορθό λόγο, αλλά βιώνεται και μέσω της καρδίας και του πνεύματος, ενώ η συχνή ακρόαση καθιστά τις βασικές ευχές οικείο κτήμα του πιστού. Η εκκλησία αποσκοπεί στην υπαρξιακή ανύψωση του ανθρώπου προς τη σφαίρα του θείου και του υπερβατικού, αρνούμενη να εγκλωβίσει την ιερότητα στα στενά όρια της εφήμερης πεζότητας χάριν μιας απλουστευτικής και χρησιμοθηρικής κατανόησης. Η διάσωση της αυθεντικής λειτουργικής γλώσσας αποτελεί μέλημα ολκής, καθώς συνιστά τη ζωντανή γέφυρα που μας συνδέει με τις ρίζες, την ιστορία και το κάλλος της ελληνικής γραμματείας.

Η οργανική μάλιστα σχέση αυτής της ευρύτερης λειτουργικής γλώσσας της εκκλησίας με τη βυζαντινή μουσική, αποτελεί ένα ακόμη αδιαμφισβήτητο τεκμήριο της ανάγκης για διατήρηση του πρωτοτύπου της κειμένου. Η ψαλτική τέχνη δεν αναπτύχθηκε ανεξάρτητα, αλλά γεννήθηκε, σμιλεύτηκε και εξελίχθηκε ως το ένδυμα αυτού ακριβώς του γλωσσικού ιδιώματος. Υπάρχει μια απόλυτη, σχεδόν μαθηματική και εσωτερική, αρμονία ανάμεσα στον τονισμό των αρχαιοπρεπών λέξεων, τη διάρκεια των συλλαβών και τις μουσικές γραμμές των βυζαντινών μελωδημάτων. Οι συνθέτες των ιερών ύμνων βασίστηκαν στον εσωτερικό ρυθμό και την ποιητική δομή της ελληνιστικής κοινής για να δημιουργήσουν τις θέσεις και τα μέλη της οκτωηχίας. Οποιαδήποτε βίαιη απόσπαση του κειμένου από τη μουσική του μήτρα και  αντικατάστασή του από τη δημοτική, θα επέφερε μια ολοκληρωτική αισθητική δυσαρμονία, καθώς ο πεζός ρυθμός της σύγχρονης λαλιάς αδυνατεί να ισορροπήσει πάνω στις παραδοσιακές μουσικές κλίμακες, μετατρέποντας το ιερό μέλος σε ένα άρρυθμο και ξένο άκουσμα.

Έναντι αυτού του πλούτου, οι υποστηρικτές της καθιέρωσης της δημοτικής γλώσσας στη γενικότερη λατρεία, προβάλλουν το επιχείρημα της προσιτότητας σε αυτήν ̇ μια θέση η οποία, αν και ξεκινά από μια κατανοητή ποιμαντική μέριμνα για την προσέλευση των πιστών, κρίνεται τελικά επιφανειακή και άστοχη. Μολονότι συμμεριζόμαστε την πρόθεσή τους να καταστήσουν το θείο μήνυμα πιο φιλικό, η προσέγγιση αυτή παραγνωρίζει ότι η θεία λειτουργία – καθώς και τα υμνολογικά και δογματικά ένθετα – δεν είναι ένα φροντιστήριο ιδεών ούτε μια τετριμμένη διάλεξη, που απαιτεί αποκλειστικά εγκεφαλική και ορθολογική επεξεργασία. Η γλωσσική απλούστευση, παρά τις αγαθές προθέσεις των εισηγητών της, υποτιμά το πνευματικό και αισθητικό κριτήριο του σύγχρονου ανθρώπου, θεωρώντας τον εσφαλμένα ανήμπορο να μυηθεί σε ένα περισσότερο λόγιο γλωσσικό περιβάλλον. Η διέξοδος στην έλλειψη εξοικείωσης με το περιβάλλον αυτό, δεν είναι η πνευματική απίσχναση του κειμένου, αλλά η καλλιέργεια και η παιδεία του πιστού, ώστε να μπορεί να κοινωνεί το κάλλος της παράδοσής του στην αυθεντική και αλώβητη μορφή του.

Τελειώνοντας, η διατήρηση της αυτούσιας γλώσσας της λειτουργικής εκκλησιαστικής γλώσσας δεν συνιστά μια στείρα προσκόλληση στο παρελθόν, αλλά μια πράξη διανοητικής αντίστασης απέναντι στην πολιτισμική ισοπέδωση της εποχής μας. Σε έναν σύγχρονο κόσμο όπου ο λόγος, κυρίως μέσα από την κυριαρχία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, έχει μετατραπεί σε ένα εργαλείο εφήμερο, τυποποιημένο, ξύλινο και βαθύτατα απρόσωπο, η βυζαντινή υμνολογική γλώσσα πιο συγκεκριμένα, ορθώνεται ως ένα αντίδοτο υπαρξιακής αλλοτρίωσης. Εκεί όπου η ψηφιακή καθημερινότητα παράγει έναν λόγο απογυμνωμένο από το βίωμα, που καταναλώνεται βεβιασμένα εγγαστριμυθώντας κοινοτοπίες, η εκκλησιαστική πατερική γραμματεία προσφέρει μιαν όαση νοηματικού βάθους και αισθητικού κάλλους. Η περιωπή αυτού του λόγου έγκειται στο γεγονός ότι δεν επιδιώκει να περιοριστεί στη διάχυση μιας ενημέρωσης, αλλά να αναπλάσει εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου, προσφέροντάς του μια σφύζουσα πύλη εισόδου στο πεδίο του άχρονου. Η διαφύλαξη αυτής της μυσταγωγικής γοητείας, μακριά από τις απλοποιήσεις της δημοτικής ή της εκλαϊκευμένης γλώσσας, αποτελεί τελικά τη διατήρηση μιας ρέουσας πηγής νοημάτων, όπου ο λόγος παραμένει τέχνη, η επικοινωνία γίνεται κοινωνία και ο άνθρωπος ανασυγκροτεί την υπαρξιακή του πληρότητα.

 

 

(Πηγή: antifono.gr)

 

Άλλα άρθρα για την Λειτουργική Γλώσσα ΕΔΩ

Σιωπηλές διαδρομές της καρδιάς προς τον Θεό (π. Ηλίας Γ. Διακουμάκος, Πρεσβύτερος)

By: alopsis
26 May 2026 at 15:04

Υπάρχουν στιγμές στη ζωή όπου ο άνθρωπος νιώθει πως η καθημερινότητα δεν αρκεί. Κάτι μέσα του τον καλεί σε μεγαλύτερο βάθος, σε περισσότερη αλήθεια, σε έναν τρόπο ύπαρξης που δεν εξαντλείται στους θορύβους και στους ρυθμούς της εποχής. Αυτή η εσωτερική κίνηση δεν είναι τυχαία. Είναι η διακριτική πρόσκληση του Θεού, που αγγίζει την καρδιά χωρίς θόρυβο, αλλά με μια γαλήνη που δεν μπορεί να αγνοηθεί.

Κάθε άνθρωπος κουβαλά μέσα του μια μυστική προσδοκία: να ακουμπήσει σε κάτι αληθινό, να βρει έναν λόγο ύπαρξης που να αντέχει στον χρόνο και στη φθορά. Κάποιες φορές αυτή η προσδοκία εκφράζεται ως δίψα για νόημα, άλλες ως λαχτάρα για ειρήνη, άλλες ως αναζήτηση αγάπης που να μη ματαιώνεται.

Σε όλες όμως τις περιπτώσεις, πίσω από τον ανθρώπινο πόθο κρύβεται ένας άλλος πόθος· ο θείος. Δεν αναζητούμε μόνον τον Θεό· ο Θεός μας αναζητά πρώτος.

Τα κείμενα που ακολουθούν δεν επιχειρούν να περιγράφουν το άρρητο, ούτε να ορίσουν τον Θεό με λόγια. Προσπαθούν όμως να φωτίσουν την εσωτερική πορεία της ψυχής προς Εκείνον: την κλήση που ακούγεται αθόρυβα, τη συνάντηση που γεννιέται στη σιωπή, την τρυφερότητα που αποκαλύπτεται μέσα στην καθημερινότητα.

Δεν γράφονται για να αναλύσουν, αλλά για να συνοδεύσουν· όχι για να εξηγήσουν τον Θεό, αλλά για να βοηθήσουν να γίνει αισθητός. Γιατί η σχέση με Εκείνον δεν είναι ιδέα ή θεωρία· είναι δρόμος, ζωή και καρδιακή μεταμόρφωση.

Κι όταν η καρδιά αρχίζει να αναγνωρίζει τη φωνή Του, τότε όλα αποκτούν νέο νόημα: Ο φόβος υποχωρεί, οι πληγές μαλακώνουν, και ο άνθρωπος συναντά μια αγάπη που υπήρχε πάντοτε· απλώς περίμενε να γίνει δεκτή.

Η σιωπηλή κλήση, η εσωτερική συνάντηση, η τρυφερότητα της θεϊκής παρουσίας, η μεταμόρφωση της καρδιάς και η βαθιά ελευθερία που γεννά η εμπιστοσύνη, αποτελούν τα στάδια ενός μυστικού ταξιδιού που κάθε ψυχή καλείται να περπατήσει.

Αν αυτά τα λόγια κατορθώσουν να απαλύνουν έναν φόβο, να ζεστάνουν μια πληγωμένη καρδιά ή να προσφέρουν έναν μικρό φάρο ελπίδας, τότε ο σκοπός τους έχει εκπληρωθεί. Το σημαντικότερο δεν είναι να γνωρίσουμε τον δρόμο τέλεια, αλλά να κάνουμε το πρώτο βήμα. Γιατί ο Θεός μάς περιμένει πάντα εκεί όπου η καρδιά ανοίγει, έστω και λίγο.

 

Η ανεξιχνίαστη πρόσκληση

Από την αρχή των αιώνων, πριν ακόμη υπάρξει χρόνος και δημιουργία, η αγάπη του Θεού είχε ήδη στραφεί προς τον άνθρωπο. Μέσα από αυτή την άπειρη αγάπη γεννιέται μια μυστική πρόσκληση, μια εσωτερική κίνηση που δεν μπορεί να εξηγηθεί με λόγια, γιατί προέρχεται από βάθος που ξεπερνά κάθε ανθρώπινη κατανόηση. Δεν είναι κάτι που επιβάλλεται· είναι μια ήρεμη, διακριτική κλήση που σέβεται την ελευθερία του ανθρώπου και τον καλεί σε σχέση, σε εμπιστοσύνη, σε ζωή.

Ο Θεός αγγίζει την καρδιά όχι μέσα από θόρυβο και εντυπωσιασμούς, αλλά μέσα από μια παρουσία απαλή, σχεδόν ανεπαίσθητη. Μέσα σ᾽ αυτήν την παρουσία ανάβει η επιθυμία του ανθρώπου να Τον αναζητήσει. Και όταν ο άνθρωπος στρέφει την προσοχή του προς το εσωτερικό του, ανακαλύπτει ότι ο Θεός δεν έλειψε ποτέ· απλώς ο ίδιος είχε απομακρυνθεί από την καρδιά του.

Η θεϊκή πρόσκληση δεν έρχεται ως κραυγή. Είναι σαν αθόρυβος ψίθυρος που περιμένει την ώρα της καρδιακής ηρεμίας για να ακουστεί. Και όταν η ψυχή αφήσει πίσω της τη σύγχυση και τον εσωτερικό θόρυβο, αρχίζει να νιώθει ότι την καλεί κάτι μεγαλύτερο από την ίδια· μια αγάπη που δεν καταργεί την ελευθερία, αλλά την ολοκληρώνει.

Ο Θεός δεν ζητά τελειότητα, αλλά προθυμία. Δεν περιμένει επιδείξεις ή επιφανειακές πράξεις, αλλά μια διάθεση αληθινή, μια καρδιά που μπορεί να πει «ναι» ακόμη κι αν τρέμει. Η πρόσκλησή Του ριζώνει μέσα στην ψυχή σαν μικρός σπόρος. Κι αν ο άνθρωπος τον ποτίσει με ειλικρίνεια, προσευχή και σιωπή, τότε ο σπόρος αρχίζει να ανθίζει σε ένα φως που μεταμορφώνει ολόκληρη τη ζωή.

Σ᾽ αυτήν τη διαδικασία η καθημερινότητα αλλάζει πρόσωπο. Ό,τι φαινόταν τυχαίο αποκτά νόημα· ό,τι ήταν σκοτεινό φωτίζεται από μέσα. Η ψυχή καταλαβαίνει ότι δεν είναι μόνη, ότι ο Θεός συνοδεύει κάθε της βήμα, ακόμη κι όταν εκείνη δεν το αντιλαμβάνεται.

Και έτσι, μέσα από μια κλήση αθόρυβη αλλά πανίσχυρη, ο άνθρωπος μαθαίνει πως ο Θεός, ήρεμα, σταθερά και τρυφερά, θα είναι πάντοτε ο αληθινός συνοδοιπόρος του ανθρώπου.

 

Η άφωνη κλήση του Θεού

Πριν από κάθε δημιουργία, πριν ακόμη υπάρξει χρόνος, η αγάπη του Θεού είχε ήδη στραφεί προς τον άνθρωπο που επρόκειτο να υπάρξει. Η θεϊκή αυτή κλήση δεν μπορεί να ερμηνευτεί με ανθρώπινα μέτρα· γεννιέται από μια αγάπη άδολη, ήρεμη και ατελείωτη, που απλώνεται χωρίς να ζητά ανταπόδοση.

Ο Θεός, αν και ακατάληπτος στην ουσία Του, αγγίζει τον άνθρωπο με μια παρουσία λεπτή, σχεδόν ανεπαίσθητη, που ανάβει μέσα μας μια μυστική επιθυμία: να Τον αναζητήσουμε. Και όταν ο άνθρωπος στρέφει πραγματικά την προσοχή του προς το εσωτερικό του, ανακαλύπτει πως ο Θεός δεν έλειψε ποτέ· μόνο εκείνος είχε απομακρυνθεί από την καρδιά του.

Η θεϊκή πρόσκληση δεν είναι κραυγή. Είναι σαν απαλός ψίθυρος που δεν πιέζει, δεν επιβάλλεται και δεν θορυβεί. Περιμένει τη στιγμή που η ψυχή θα ηρεμήσει από τους συνήθεις θορύβους και θα μπορέσει να την ακούσει. Είναι τότε που ο άνθρωπος νιώθει πως κάτι τον τραβά πέρα από την καθημερινότητα, σε έναν τρόπο ζωής όπου όλα φωτίζονται αλλιώς.

Μόνο μέσα στην ταπεινή σιωπή μπορεί ο άνθρωπος να γευτεί αυτή την πρόσκληση: να καταλάβει ότι ο Θεός δεν αναζητά τελειότητες, αλλά προθυμία· δεν περιμένει επιδείξεις, αλλά αλήθεια. Θέλει μια καρδιά που ανοίγεται, όχι μια καρδιά που απολογείται.

Η άφωνη κλήση του Θεού είναι σαν μικρός σπόρος μέσα μας. Αν την κρατήσουμε ζωντανή, αν τη φροντίσουμε με προσευχή και ειλικρίνεια, τότε μεγαλώνει σε κάτι πολύ μεγαλύτερο από εμάς· σε μια σταθερή αίσθηση ότι ο Θεός συνοδοιπορεί αθόρυβα, αλλά σταθερά, σε κάθε βήμα της ζωής μας.

 

Η σιωπηλή συνάντηση

Όταν ο άνθρωπος αρχίσει να ανταποκρίνεται στην εσωτερική κλήση του Θεού, ανακαλύπτει πως η συνάντηση μαζί Του δεν γίνεται μέσα σε εντυπωσιακές εμπειρίες, αλλά μέσα σε μια απλότητα που ξαφνιάζει. Η παρουσία του Θεού απλώνεται σαν απαλό φως που δεν τυφλώνει αλλά ζεσταίνει· σαν ήρεμη πνοή που δεν σαρώνει τη ζωή μας, αλλά τη μεταμορφώνει από μέσα.

Πολλές φορές ο άνθρωπος προσπαθεί να Τον συναντήσει με τη σκέψη του, με τις δικές του προσπάθειες, με υπολογισμούς και αναλύσεις. Κι όμως, ο Θεός γίνεται αισθητός όταν η καρδιά αφήσει για λίγο τις άμυνες, όταν η ψυχή παραιτηθεί από το άγχος να εξηγήσει τα πάντα. Είναι τότε που η χάρη βρίσκει χώρο να πλησιάσει, όχι με θόρυβο, αλλά με γλυκιά βεβαιότητα.

Στη σιωπηλή αυτή συνάντηση, ο άνθρωπος δεν ακούει φωνές ούτε βλέπει οράματα. Ακούει όμως κάτι βαθύτερο: τη γαλήνη που γεννιέται όταν η ζωή φωτίζεται εκ των έσω. Νιώθει ότι δεν είναι μόνος, ότι κάποιος τον γνωρίζει σε βάθος, τον καταλαβαίνει πέρα από λόγια, και τον αγαπά χωρίς όρους.

Έτσι η σχέση με τον Θεό παύει να είναι μια θεωρητική ιδέα και γίνεται πραγματικότητα. Γίνεται όπως η αναπνοή: δεν την προσέχεις, αλλά χωρίς αυτήν δεν ζεις. Και τότε ο άνθρωπος αρχίζει να προσεύχεται διαφορετικά· όχι μόνο με λέξεις, αλλά με την ίδια τη στάση της ζωής του. Η προσευχή δεν είναι αίτημα, αλλά συνάντηση. Δεν είναι προσπάθεια, αλλά ανταπόκριση.

Η σιωπηλή συνάντηση με τον Θεό δεν ακυρώνει τις δυσκολίες της ζωής, αλλά τις τοποθετεί σε ένα άλλο φως. Ό,τι ήταν αδιέξοδο γίνεται ευκαιρία για βάθος. Ό,τι ήταν φόβος γίνεται εμπιστοσύνη. Και ό,τι ήταν πληγή, γίνεται δρόμος από τον οποίο περνά ένα φως που ο άνθρωπος δεν περίμενε ποτέ να δει μέσα του.

 

Η τρυφερότητα της θεϊκής παρουσίας

Καθώς η ψυχή συνηθίζει στη σιωπηλή συνάντηση με τον Θεό, αρχίζει να διακρίνει κάτι ακόμη πιο λεπτό: την τρυφερότητα της παρουσίας Του. Όχι ως συναίσθημα που έρχεται και φεύγει, αλλά ως μια σταθερή βεβαιότητα πως η ζωή δεν είναι πια ανοίκεια ή τυχαία. Η καθημερινότητα, ακόμη και στις πιο απλές της στιγμές, αποκτά ένα θαυμαστό βάθος, σαν να αγγίζεται από μια αόρατη, στοργική δύναμη.

Ο Θεός δεν επιβάλλει την αγάπη Του· τη φανερώνει με τρόπους που σέβονται την ελευθερία του ανθρώπου. Μερικές φορές την αισθανόμαστε σε μια απροσδόκητη στιγμή ειρήνης, άλλες σε μια φωτεινή σκέψη, άλλες στη συγχώρεση που κατορθώνουμε ενώ πριν αδυνατούσαμε. Σαν να ακουμπά ο Θεός διακριτικά την καρδιά και να της θυμίζει ότι μπορεί να αγαπά, μπορεί να εμπιστεύεται, μπορεί να ελπίζει.

Η θεϊκή τρυφερότητα δεν αναιρεί τον πόνο· τον μεταμορφώνει. Εκεί που η πληγή γινόταν βάρος, τώρα γίνεται άνοιγμα. Εκεί που η ψυχή έκλεινε από φόβο, τώρα μαλακώνει. Ο άνθρωπος αρχίζει να βλέπει τον εαυτό του όχι με αυστηρότητα, αλλά με εκείνο το βλέμμα που πιστεύει στις δυνατότητες της καρδιάς του· το βλέμμα με το οποίο τον κοιτάζει ο Θεός.

Και τότε, χωρίς υπερβολή ή εξαναγκασμό, η προσευχή γίνεται πιο αληθινή. Δεν είναι πια λίστα αιτημάτων, αλλά διάλογος. Δεν είναι καθήκον, αλλά ανάσα. Σαν να μιλά ο άνθρωπος σε έναν οικείο φίλο και, ταυτόχρονα, σ᾽ έναν άπειρο Θεό που τον σέβεται βαθιά.

Στην τρυφερότητα της παρουσίας Του, ο άνθρωπος μαθαίνει να αγαπά με τρόπο νέο. Να αγαπά χωρίς να απαιτεί, να προσφέρει χωρίς να λογαριάζει, να συγχωρεί χωρίς όρους. Κι αυτή η αλλαγή δεν προκύπτει από προσπάθεια· προκύπτει από την επαφή με Εκείνον που αγαπά πρώτος, ήρεμα και ακατανίκητα.

Έτσι η ζωή γίνεται ένας δρόμος μαθητείας στην αγάπη. Όχι στην αγάπη ως ιδέα, αλλά στην αγάπη ως πραγματικότητα που αλλάζει τον άνθρωπο από μέσα προς τα έξω. Και η καρδιά, όσο κι αν πληγωθεί, όσο κι αν κουραστεί, βρίσκει πάντοτε τρόπο να ξανασηκωθεί, γιατί στηρίζεται σε Εκείνον που δεν αποσύρει ποτέ την παρουσία Του.

 

Η μεταμόρφωση της καρδιάς

Καθώς η καρδιά πλησιάζει τον Θεό, ένα λεπτό αλλά βαθύ μυστήριο αρχίζει να ξετυλίγεται: η μεταμόρφωση της ύπαρξης. Δεν είναι αλλαγή απότομη ούτε εντυπωσιακή. Είναι μια διαδικασία ήσυχη, όπως αλλάζει ο ουρανός πριν ξημερώσει· σχεδόν αθόρυβα, κι όμως γεμάτη υπόσχεση.

Αρχικά ο άνθρωπος συνειδητοποιεί ότι οι παλιές του βεβαιότητες αρχίζουν να ξεθωριάζουν. Εκεί που νόμιζε πως ξέρει τι πρέπει να φοβηθεί και τι να κυνηγήσει, μια νέα κατανόηση γεννιέται: ότι η αληθινή ζωή δεν βρίσκεται στην ασφάλεια ούτε στην επιτυχία, αλλά στη σχέση· στη σχέση με τον Θεό που φωτίζει τα πάντα.

Η καρδιά μαθαίνει σιγά σιγά να μην αντιδρά με σκληρότητα. Δεν έγινε αδύναμη· έγινε βαθύτερη. Έμαθε ότι η δύναμη βρίσκεται στη συγχώρεση. Και όταν η συγχώρηση ριζώνει μέσα της, οι παλιές πικρίες λιώνουν σαν χιόνι στον ήλιο.

Η μεταμόρφωση φαίνεται στις μικρές στιγμές: στην υπομονή, στη γαλήνη, στη συμπόνια. Στις επιλογές που πλέον δεν γίνονται για επιβεβαίωση, αλλά για αγάπη.

Τότε η προσευχή αλλάζει. Ζητά φως αντί για λύση, δύναμη αντί για έλεγχο, ειρήνη αντί για βεβαιότητες. Κι ο Θεός απαντά όχι με θεαματικά σημεία, αλλά με τρόπο που αλλάζει την ίδια την καρδιά· την κάνει πιο ελεύθερη, πιο ανοιχτή, πιο ικανή να αγαπά χωρίς φόβο.

Η μεταμορφωμένη καρδιά δεν είναι τέλεια· είναι ζωντανή. Δεν αφήνει τις δυσκολίες να γίνουν σκοτάδι, γιατί αναπνέει μέσα της η ήρεμη βεβαιότητα ότι ο Θεός δεν αποσύρεται ποτέ.

Και τότε η ζωή αποκτά νέο βάθος, νέα απλότητα, νέα αλήθεια. Η καρδιά γίνεται τόπος όπου η χάρη εργάζεται αθόρυβα, αλλά αδιάκοπα. Και όσο ο άνθρωπος παραμένει ανοιχτός σ᾽ αυτήν τη λεπτή εργασία, τόσο περισσότερο ανακαλύπτει ότι η παρουσία του Θεού δεν είναι μακριά, αλλά κατοικεί ήδη μέσα του.

Γιατί εκεί, στην καρδιά, αρχίζει και ολοκληρώνεται κάθε αληθινή σχέση με τον Θεό.

Η πνευματική πορεία του ανθρώπου δεν είναι μονοπάτι χωρίς δυσκολίες, ούτε δρόμος που περνιέται με βεβαιότητα. Είναι όμως ένα μονοπάτι γεμάτο υποσχέσεις· υποσχέσεις φωτός, αλήθειας και παρουσίας. Στα ήσυχα βήματα, στη σιωπή, στις απλές στιγμές της καθημερινότητας, ο άνθρωπος ανακαλύπτει πως ο Θεός δεν απομακρύνθηκε ποτέ. Ήταν πάντοτε εκεί, διακριτικός, στοργικός, έτοιμος να φωτίσει κάθε σκιά.

Τα κεφάλαια αυτού του έργου δεν αποτελούν ένα τέλος· είναι μια ανοιχτή πρόσκληση. Η διαδρομή της καρδιάς συνεχίζεται καθημερινά· στα βλέμματα που ανταλλάσσουμε, στις αποφάσεις που παίρνουμε, στη συγχώρεση που προσφέρουμε, στην ελπίδα που δεν εγκαταλείπουμε.

Και κάθε φορά που στρέφουμε λίγο τη σκέψη μας, λίγο το βλέμμα μας, λίγο την καρδιά μας προς τον Θεό, Εκείνος ανταποκρίνεται με τρόπο απαλά βαθύ, μεταμορφωτικό και αληθινό.

Αυτό το ταξίδι δεν τελειώνει ποτέ, γιατί είναι ταξίδι αγάπης. Και η αγάπη του Θεού δεν εξαντλείται, δεν μικραίνει, δεν κουράζεται. Μόνο περιμένει, ήρεμα και αθόρυβα, μέχρι η καρδιά μας να την αναγνωρίσει.

 

 

 

❌
❌