Normal view

There are new articles available, click to refresh the page.
Before yesterdayΗ ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ

Ο …προοδευτικός νεο-συντηρητισμός στους κόλπους της Εκκλησίας (Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος, θεολόγος)

By: alopsis
4 June 2026 at 01:00

Τα τελευταία κάμποσα χρόνια συζητιέται στους εκκλησιαστικούς κύκλους το ζήτημα της «λειτουργικής αναγέννησης» στη λατρεία, με κύρια χαρακτηριστικά την απόδοση των ύμνων και των βιβλικών κειμένων στη νέα ελληνική, την εις επήκοον ανάγνωση των ευχών της Θείας Λειτουργίας –προκειμένου να συμμετέχουν καλύτερα οι πιστοί– την σχεδόν κατάργηση του τέμπλου και γενικά την πιο ενεργή συμμετοχή του λαϊκού στοιχείου στην ενοριακή ζωή.

Όσοι είναι υπέρμαχοι των παραπάνω χαρακτηρίζονται γενικά ως «προοδευτικοί», ενώ όσοι αντιτίθενται πιο …καλογερικοί. Όμως, θα πρέπει να τονισθεί ότι η «λειτουργική αναγέννηση» δεν ήταν υπόθεση του μακαριστού αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου ή κάποιων «φωτεινών» μορφών, αλλά υπόθεση των Οργανώσεων (Σωτήρ, Ζωή κ.λπ.), οι οποίες από πολύ νωρίς εφήρμοζαν αυτές τις πρακτικές –περισσότερο ή λιγότερο– στο δικό τους εκκλησιαστικό μόρφωμα.

Επομένως, οι σημερινοί «προοδευτικοί» δεν είναι κάτι άλλο παρά μια εξελιγμένη μορφή των λεγομένων παρεκκλησιαστικών Οργανώσεων.

Οι νεανικές ομάδες, συντροφιές, κύκλοι των Οργανώσεων έγιναν εκκλησιαστικές «κοινότητες», «αρχονταρίκια» και άλλα παρόμοια εκκλησιοφανή, ενώ ο πνευματικός των Οργανώσεων αντικαταστάθηκε από τον «γέροντα», ο οποίος έχει μπόλικη δόση «ησυχασμού» ή –σε άλλες περιπτώσεις– καμώνεται τον προοδευτικό, υιοθετώντας μιαν ανέξοδη ρητορεία, επικαλούμενος τάχα την ελευθερία της Εκκλησίας, αλλά στην πραγματικότητα κάνει ό,τι και οι οργανωσιακοί: προσπάθεια χειραγώγησης των πιστών με έμμεσο ή άμεσο τρόπο.

Η «εκκλησιαστική κοινότητα» μπορεί εύκολα να εξελιχθεί σε σέκτα, όπως η Οργάνωση που ήταν κάστα.

Και σε αυτή την περίπτωση αναζητείται η εύνοια του «γέροντα», προκειμένου να συμβάλει ο πιστός στο «έργο» της κοινότητος.

Τα χριστιανικά τραγούδια των Οργανώσεων έδωσαν την θέση τους στα «παραδοσιακά». Και να οι χοροί και να τα όργανα και βραδιές κοινοτικές, πάντα «παραδοσιακές». Σ’ αυτή την λογική προσχώρησαν σιγά σιγά ακόμα και οι Οργανώσεις.

Το κοινωνικό έργο των Οργανώσεων –απόλυτη προτεραιότητα– έγινε και προτεραιότητα των «προοδευτικών», για να μη πω σύνολης της Εκκλησίας.

Αλλά και στο «πνευματικό» επίπεδο, η οργανωσιακή λογική καλά κρατεί. Το «Πατρίς – Θρησκεία – Οικογένεια» υιοθετείται πανηγυρικά, ως τρίπτυχο – πρότυπο, από πολλούς «προοδευτικούς» με άλλο γλωσσικό μανδύα. Η ουσία παραμένει η ίδια.

Επομένως, όσοι κατηγόρησαν με σφοδρότητα τις Οργανώσεις, για οιονεί διαστρέβλωση του χριστιανικού μηνύματος, στην πραγματικότητα δεν αφίστανται πολύ από την ιδεολογία τους. Πρόκειται, απλώς, για μια μετεξέλιξή τους.

Η Λατρεία δεν προσφέρει κάτι τους πιστούς αν οι ευχές λέγονται εκφώνως ή οι ακολουθίες γίνονται στην δημοτική ή καταργηθεί το τέμπλο.

Η Λατρεία δεν είναι ιδιωτική υπόθεση, είναι δοξολογική υπόθεση. Με … μισοκακόμοιρους ή υπερφίαλους ιερείς (οι μεν εκφωνούν «ευλαβώς» τις ευχές της Αγίας Αναφοράς, οι δε εκκωφαντικώς, ηδονιζόμενοι ακούγοντας την φωνή τους), δεν διορθώνεται η τεράστια αταξία που επικρατεί, καθώς ο καθένας κάνει ό,τι θέλει, όπως και όταν θέλει.

Η προσωπολατρεία του γέροντα της «κοινότητας» είναι εδώ και δηλητηριάζει το σώμα της τοπικής Εκκλησίας. Αν δεν απεκδυθούν οι «γεροντάδες» το «αυτείδωλόν» τους, σωτηρία δεν υπάρχει.

Η ελπίς υπάρχει μόνον από εκείνους –μάλλον πολύ λίγους– που μπορούν να προσφέρουν στον Θεό υιούς ελευθερίας και τέκνα της χάριτος, απαλλαγμένα από βαρίδια, ήτοι ιδεοληψίες και αποποίηση της προσωπικής ευθύνης.

Και βέβαια απαιτείται άσκηση ειλικρινούς διαλόγου, τον οποίον –φευ!– όλοι φοβούνται και αποφεύγουν. Η μαθητεία στον διάλογο συνιστά και το άνοιγμα της Εκκλησίας στον κόσμο. Με την λογική, όμως, του Ακαθίστου Ύμνου: «καὶ ἅλμασιν ὡς ᾄσμασιν».

 

 

(Πηγή: panagiotisandriopoulos.blogspot.com)

Από το Συναξάρι – Ο άγιος Kevin του Glendalough

By: alopsis
3 June 2026 at 01:00

(3 Ιουνίου)

Ο όσιος Κεβίνος καταγόταν από ιρλανδική οικογένεια βασιλικής γενιάς. Η γέννησή του αναγγέλθηκε από έναν άγγελο στην μητέρα του (περί το 498) -Εξ ού και το όνομά του: «καλογεννημένος» (Coemgen)- και μετά την βάπτισή του ανατέθηκε η μόρφωσή του στους άγιους μοναχούς της Μονής του Κιλλνάμαναγκ. Αφού χειροτονήθηκε πρεσβύτερος αποσύρθηκε σε τόπο έρημο καλούμενο Γκλεντάλω («Κοιλάδα των δύο λιμνών»), νότια του Δουβλίνου. Ξεχασμένος από τον κόσμο, διήγε εκεί βιοτή αφιερωμένη καθ’ ολοκληρίαν στον Θεό, ενδεδυμένος μηλωτή και τρεφόμενος μόνο με τσουκνίδες και ξυνήθρες, περνώντας ολόκληρες νύχτες στο παγωμένο νερό της λίμνης, όπου είχε την φωλιά του ένα τέρας, απαγγέλλοντας το Ψαλτήριο. Αναφέρεται ότι παρέμεινε επτά χρόνια όρθιος, με τα χέρια υψωμένα σε σχήμα σταυρού, δίχως να κλείσει μάτι. Ένα πουλί έκτισε την φωλιά του στην χούφτα του και ο άγιος δεν χαμήλωσε τα χέρια παρά μόνο αφού βγήκαν από το αυγό και μπόρεσαν να πετάξουν οι νεοσσοί. Με παρόμοιους αγώνες απέκτησε τόσην εύνοια παρά τω Θεώ, ώστε οι άγγελοι έδειχναν να συνοδεύουν την προσευχή του, ενώ τα δένδρα έκλιναν τους κλώνους τους στο πέρασμά του.

Σύντομα συγκεντρώθηκαν μαθητές κοντά του για να μιμηθούν την ουράνια πολιτεία του. Καθώς δεν είχαν άλλη μέριμνα πέραν της εγκαρτερήσεώς τους στην προσευχή, ο Κύριος φρόντιζε για τις ανάγκες τους και μία ενυδρίδα τούς έφερνε καθημερινά έναν φρέσκο σολομό. Όταν όμως ένας από τους μοναχούς έβαλε κατά νου να σκοτώσει το ζώο για το ωραίο τρίχωμά του, η ενυδρίδα έγινε άφαντη. Ο άγιος εγκατέστησε αργότερα την αδελφότητα λίγο πιο μακριά και η μονή έγινε κέντρο μιας πραγματικής μοναχικής πολιτείας, όπου λέγεται ότι συγκεντρώθηκαν χιλιάδες μοναχοί, οι οποίοι συνέβαλαν τα μέγιστα στην πρόοδο του Χριστιανισμού της ανατολικής Ιρλανδίας. Επιστρέφοντας από προσκύνημα στην Ρώμη, ο άγιος Κεβίνος έφερε μαζί του πολλά ιερά λείψανα τα οποία χάρις στην μεσιτεία του επιτέλεσαν πλήθος θαυμάτων. Μετά από πολλά χρόνια πνευματικής καθοδήγησης των μαθητών του και του λαού εκοιμήθη εν ειρήνη σε ηλικία εκατόν είκοσι ετών (περί το 618). Ο όσιος Κεβίνος τιμήθηκε εν συνεχεία μεταξύ των μεγαλύτερων αγίων της Ιρλανδίας: Πατρικίου [17 Μάρτ.], Βριγίδης [1 Φεβρ.], και Κολόμβα [9 Ιουν.], ενώ η μονή του κατέστη ένας από τους τέσσερεις σπουδαιότερους τόπους προσκυνήματος της Ιρλανδίας.

 

 

[“Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας”, υπό ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, εκδ. Ίνδικτος, Αθήνα 2008, τόμος 10 (Ιουνίου), σ. 48-49]

 

 

(Πηγή ψηφ. κειμένου: diakonima.gr)

Οι Πατέρες της Εκκλησίας ως οδηγοί της πίστεως (π. Ηλίας Γ. Διακουμάκος, Πρεσβύτερος)

By: alopsis
2 June 2026 at 19:37

Οι Πατέρες της Εκκλησίας αποτελούν ένα από τα πιο φωτεινά κεφάλαια της Χριστιανικής Παράδοσης. Δεν είναι απλώς διδάσκαλοι ή συγγραφείς μιας άλλης εποχής, αλλά ζωντανές φωνές που μιλούν ακόμη στον σημερινό άνθρωπο με δύναμη, διαύγεια και παρηγορητική αλήθεια. Η γραφή τους δεν περιορίζεται σε θεωρητικά σχήματα· είναι καρπός προσευχής, ασκητικής αθλήσεως, θείας εμπειρίας, πόνου και αγάπης για τον άνθρωπο.

Σε κάθε τους κείμενο, μικρό ή μεγάλο, απλό ή σύνθετο, διακρίνει κανείς έναν πυρήνα φωτός που παραμένει αναλλοίωτος μέσα στους αιώνες. Μέσα από τη σοφία τους, η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν προσφέρει μόνο διδασκαλία, αλλά έναν τρόπο ζωής: τρόπο ταπείνωσης, καθαρότητας, ησυχίας και εσωτερικής συνοχής. Οι Πατέρες δεν επιβάλλουν την αλήθεια, αλλά την αποκαλύπτουν. Δεν μας οδηγούν σε μια νοησιαρχική κατανόηση του Θεού, αλλά σε μια καρδιακή συνάντηση μαζί Του.

Η εποχή μας, γεμάτη εντάσεις, πληγές, υπαρξιακή κόπωση και πνευματική σύγχυση, έχει ανάγκη τη φωνή των Πατέρων περισσότερο από ποτέ. Χρειαζόμαστε έναν λόγο που δεν ακολουθεί τους θορύβους του κόσμου, αλλά τους θεραπεύει· έναν λόγο που δεν προσφέρει απλώς πληροφορίες, αλλά αναγεννά την εσωτερική ύπαρξη. Η Πατερική Παράδοση δεν είναι μια ερευνητική πρόταση· είναι μια ανάσα ζωής.

Ανατρέχοντας στα έργα τους, ανοίγει μπροστά μας ένας δρόμος που δεν εξηγεί απλώς την αλήθεια, αλλά μας μαθαίνει να τη ζούμε. Οι Πατέρες δεν μας ζητούν να τους μελετήσουμε ως φιλοσοφικά κείμενα, αλλά να τους προσεγγίσουμε με καρδιά έτοιμη να μεταμορφωθεί. Γιατί η διδασκαλία τους δεν έχει ως σκοπό τη διανοητική υπεροχή, αλλά τη θεραπεία της ανθρώπινης ύπαρξης, την ειρήνευση της καρδιάς, την άνοδο προς το φως του Θεού.

Σε μια εποχή όπου όλα αλλάζουν, όπου το πρόσκαιρο κυριαρχεί και το ουσιαστικό αποδυναμώνεται, η φωνή των Πατέρων μάς καλεί σε μια βαθύτερη επιστροφή: επιστροφή στην απλότητα της αλήθειας, στην καθαρότητα της καρδιάς, στη σιωπή της προσευχής, στην αληθινή κοινωνία με τον Χριστό. Και μέσα από αυτήν την επιστροφή, ο άνθρωπος ανακαλύπτει ότι η ζωή του δεν είναι φθορά, αλλά πρόσκληση σε αιωνιότητα.

Γι᾽ αυτό και τούτο το έργο επιδιώκει να συγκεντρώσει, να παρουσιάσει και να τιμήσει τον Πατερικό λόγο όχι ως απλή ιστορική μνήμη, αλλά ως ζωντανή πηγή, η οποία σήμερα, όπως και χθες, μπορεί να ανάψει στην καρδιά του ανθρώπου την ίδια φλόγα πίστεως, ελπίδας και αγάπης.

Όσο περισσότερο μελετά κανείς τα έργα των Πατέρων, τόσο αντιλαμβάνεται ότι η διδασκαλία τους ξεπερνά τα όρια ενός βιβλίου και γίνεται τρόπος υπάρξεως. Δεν είναι απλώς κληρονόμοι μιας παράδοσης· είναι φορείς ενός φωτός που δεν σβήνει. Η ζωή τους, οι αγώνες τους, οι θλίψεις τους, οι προσευχές και τα δάκρυά τους, όλα μεταμορφώνονται σε μαρτυρία που παραμένει ζωντανή μέχρι σήμερα. Στους Πατέρες της Εκκλησίας, επίσης, βλέπουμε τι σημαίνει να αγαπά κανείς τον Θεό με όλη την καρδιά του και να ζει το Ευαγγέλιο σε κάθε πτυχή της καθημερινότητάς του.

Ο λόγος τους δεν είναι, ξένος προς τον άνθρωπο της εποχής μας· αντιθέτως, είναι το αντίδοτο στην πνευματική κόπωση που όλοι κουβαλάμε. Μέσα από τις διδασκαλίες τους, ο άνθρωπος μαθαίνει να ξαναβρίσκει τη δύναμη να σταθεί, να μην παραδοθεί στη θλίψη, να μην πνιγεί από το βάρος των περιστάσεων. Ο Πατερικός λόγος ξυπνά στην καρδιά εκείνη τη χαμένη ικανότητα της ελπίδας, που τόσο εύκολα χάνεται μέσα στη σύγχρονη ταχύτητα και στο άγχος της καθημερινότητας.

Κάθε Πατερική φράση είναι ένας σπόρος. Και όταν βρει χώρο στην καρδιά, καρποφορεί με τρόπους αθόρυβους αλλά θαυμαστούς. Γίνεται ειρήνη μέσα στη σύγχυση, καθαρότητα μέσα στον θόρυβο, προσευχή μέσα στη δυσκολία. Γίνεται η εσωτερική φωνή που μας υπενθυμίζει πως ο άνθρωπος δεν πλάστηκε για να ζει αποξενωμένος, φοβισμένος ή συντετριμμένος, αλλά για να αναπαύεται στη χάρη του Θεού.

Οι Πατέρες δεν ήταν υπεράνθρωποι· ήταν άνθρωποι αληθινοί, που αγωνίστηκαν όπως αγωνιζόμαστε κι εμείς. Όμως ένας ήταν ο θησαυρός τους· η απόλυτη εμπιστοσύνη στην αγάπη του Χριστού. Και αυτή η εμπιστοσύνη τους χάρισε την ειρήνη που ξεπερνά κάθε λογική, την αντοχή μέσα στις θλίψεις, τη σοφία να αντιμετωπίζουν τα πάντα με ταπείνωση και ευγνωμοσύνη.

Γι᾽ αυτό ο Πατερικός λόγος δεν είναι βαρύς ούτε απαιτητικός· είναι ανάλαφρος και λυτρωτικός. Δεν πιέζει τον άνθρωπο· τον ανακουφίζει. Δεν απαιτεί άθλους· απαιτεί καρδιά. Και εκεί, στην απλότητα της καρδιακής προσευχής, ανακαλύπτει κανείς ότι η σχέση με τον Θεό δεν είναι έργο δικό μας, αλλά δώρο δικό Του.

Αυτό το έργο, λοιπόν, δεν είναι απλώς μια επιμελής παρουσίαση κειμένων. Είναι μια πρόσκληση:

* να ξαναμπούμε στο μυστήριο της πίστεως,

* να μαθητεύσουμε στη σοφία των Αγίων,

* να αφήσουμε τη θεία χάρη να αναγεννήσει τα βάθη της ψυχής μας.

Και αν ο αναγνώστης, μέσα από αυτές τις σελίδες, αισθανθεί έστω και για λίγο τη γλυκύτητα της παρουσίας του Θεού, τότε ο σκοπός του έργου έχει εκπληρωθεί.

 

Η Πατερική παρακαταθήκη ως πηγή ζωή

Η εποχή μας, παρά την πρόοδό της, φέρει μία βαθιά νοσταλγία για τις πηγές της αληθινής σοφίας. Όσο κι αν ο σύγχρονος άνθρωπος περιβάλλεται από γνώση, πληροφορία και τεχνολογία, νιώθει ολοένα εντονότερα ότι κάτι θεμελιώδες λείπει· ότι η καρδιά του μένει άρρητα στραμμένη προς έναν λόγο αρχαίο, καθαρό, φωτισμένο. Δεν είναι τυχαίο ότι μέσα στο πλήθος των ρευμάτων και των αναζητήσεων του 20ού και του 21ου αιώνα ξεπροβάλλει, διαρκώς και επιτακτικότερα, μια εσωτερική κίνηση επιστροφής· η επιστροφή στους Πατέρες της Εκκλησίας.

Όχι ως μια ρομαντική αναζήτηση του παρελθόντος, ούτε ως αρχαιολατρία που εγκλωβίζει την αλήθεια σε σχήματα. Αλλά ως πίστη ότι εκεί, στους Πατέρες, διατηρείται άθικτη η εμπειρία της Εκκλησίας ως ζωντανής θείας πραγματικότητας. Εκεί συναντά κανείς τον λόγο που δεν στολίζεται, αλλά παιδαγωγεί· που δεν εντυπωσιάζει, αλλά θεραπεύει. Στον Πατερικό λόγο ανθίζει μια σοφία που παραμένει αναλλοίωτη, όχι επειδή ανήκει σε περασμένους αιώνες, αλλά επειδή αντλείται από την αιώνια ζωή του Πνεύματος.

Η στροφή αυτή δεν συνιστά απλώς μια θεολογική σχολή· είναι μια ανάγκη ύπαρξης. Όταν ο άνθρωπος απομακρύνεται από τη δροσιά της χάριτος, όταν ο νους διασκορπίζεται στις μέριμνες και η καρδιά απογίνεται από τα πλήγματα της καθημερινότητας, τότε μόνο ένας λόγος που έχει περάσει μέσα από φωτιά και προσευχή μπορεί να τον επαναφέρει. Οι Πατέρες δεν προσφέρουν θεωρία· προσφέρουν εμπειρία. Δεν προτείνουν ιδέες· προσφέρουν τρόπους ζωής.

Σήμερα, μέσα στη σύγχυση των πολλών απόψεων και των ασταθών βεβαιοτήτων, ο άνθρωπος ανακαλύπτει ξανά ότι:

* η αλήθεια δεν βρίσκεται στον εντυπωσιασμό της σκέψης, αλλά στη διαύγεια της χάριτος·

* η Θεολογία δεν είναι συστηματοποίηση θεωριών, αλλά καρποφορία ενός καρδιακού βίου·

* η βαθύτερη ανάπαυση της ψυχής δεν βρίσκεται στις ανθρώπινες εξηγήσεις, αλλά στο άγγιγμα του Θεού, το οποίο οι Πατέρες γνώρισαν, έζησαν και παρέδωσαν.

Και όσο περισσότερο στρέφει κανείς το βλέμμα του σε αυτούς, τόσο περισσότερο αντιλαμβάνεται πως η επιστροφή στους Πατέρες δεν είναι πορεία προς τα πίσω, αλλά πορεία προς το αληθινό μέλλον:

* Προς ανθρώπους που γνωρίζουν να προσεύχονται, να παλεύουν, να σιωπούν, να συγχωρούν και να αγαπούν.

* Προς έναν τρόπο ζωής όπου η αλήθεια δεν επιβάλλεται, αλλά ανατέλλει μέσα στην καρδιά.

Ίσως, τελικά, αυτό να είναι το μεγάλο δώρο της Πατερικής Παράδοσης: Όχι ότι μας αποκαλύπτει κάτι νέο, αλλά ότι μας επιστρέφει σ᾽ Εκείνον που είναι πάντοτε νέος. Μας επιστρέφει σε μια ζωή όπου «ὁ λόγος γίνεται πρᾶξις» και η πράξη γίνεται δοξολογία· όπου η γνώση γίνεται φωτισμός και ο φωτισμός γίνεται κοινωνία με τον Χριστό.

Και αυτή η επιστροφή δεν τελειώνει ποτέ, γιατί δεν είναι διαδρομή που μετριέται με βήματα, αλλά με βάθος καρδιάς. Όσο εισχωρούμε βαθύτερα στην Πατερική σοφία, ανακαλύπτουμε ότι οι Πατέρες δεν είναι απλώς οι ερμηνευτές της Αγίας Γραφής, αλλά οι φορείς ενός τρόπου ζωής που θεμελιώνεται στην εμπειρία της θεώσεως. Ο λόγος τους είναι τόσο διαυγής, επειδή πρώτα πέρασε από κάμινο δοκιμασιών, από κρυφές νύχτες δακρύων και από αδιάλειπτη προσευχή. Και γι᾽ αυτό ο λόγος τους έχει δύναμη να μεταμορφώνει.

Σ᾽ αυτούς βλέπουμε τι σημαίνει άνθρωπος που ζει με όλο του το «είναι» στραμμένο στον Θεό:

* άνθρωπος, που δεν αναζητά επιβεβαίωση, αλλά αλήθεια·

* άνθρωπος, που δεν ζητά εξουσία, αλλά θεραπεία·

* άνθρωπος, που δεν διεκδικεί ανθρώπινους θριάμβους, αλλά την ταπείνωση που οδηγεί στη χαρά της χάριτος.

Η Πατερική ζωή είναι σταυρός και ανάσταση μαζί. Είναι μια πορεία όπου ο άνθρωπος μαθαίνει να αποποιείται τον εαυτό του, όχι για να χαθεί, αλλά για να ανακαλύψει το αληθινό του πρόσωπο· αυτό που υπάρχει μόνο μέσα στη σχέση με τον Χριστό. Είναι μια πορεία που διδάσκει ότι η αληθινή ελευθερία δεν είναι το να κάνεις ό,τι θέλεις, αλλά το να μπορείς να αγαπάς χωρίς όρια.

Σ᾽ αυτήν τη ζωή, κάθε δοκιμασία, κάθε θλίψη, κάθε αδυναμία μεταμορφώνεται σε σκαλοπάτι που υψώνει τον άνθρωπο προς τον Θεό. Η καρδιά πλαταίνει, ο νους φωτίζεται, η ύπαρξη ανακαινίζεται. Και τότε ο άνθρωπος καταλαβαίνει ότι η Πατερική Παράδοση δεν είναι ένα κείμενο σελίδων, αλλά ένας τρόπος να ανασαίνεις.

Όταν ο κόσμος κλονίζεται, όταν ο άνθρωπος πιστεύει πως όλα σβήνουν, τότε οι Πατέρες της Εκκλησίας αποτελούν το αθόρυβο, αλλά ακατάλυτο θεμέλιο της ελπίδας. Θυμίζουν ότι ο Θεός δεν εγκαταλείπει, ότι η χάρη Του δεν αποσύρεται, ότι το φως Του δεν θα σβήσει ποτέ. Και έτσι κρατούν αναμμένη μέσα μας τη φλόγα που δεν αφήνει την καρδιά να παγώσει.

Η επιστροφή στους Πατέρες, τελικά, δεν είναι ένα πνευματικό ταξίδι· είναι μια επιστροφή στο σπίτι. Στο σπίτι της Εκκλησίας, όπου η αλήθεια γίνεται ζωή και η ζωή γίνεται αιωνιότητα.

 

Διαχρονική η αξία των Πατερικών έργων

Καθώς προχωρά κανείς στα μονοπάτια της θεολογικής επιστήμης, αντιλαμβάνεται ότι η έρευνα γύρω από τους Πατέρες δεν αποτελεί ένα παροδικό επιστημονικό ενδιαφέρον, αλλά μια ουσιαστική ανάγκη της Εκκλησίας και της θεολογικής σκέψης.

Εδώ και πάνω από έναν αιώνα, άνθρωποι με αφοσίωση, υπομονή και αυταπάρνηση αφιερώθηκαν στη μελέτη των χειρογράφων, στην ανασύσταση των αρχαίων κειμένων, και στην προσπάθεια να προσφέρουν στις επόμενες γενιές έναν θησαυρό λόγου και εμπειρίας που αλλιώς θα έμενε θαμμένος στη λήθη.

Οι έρευνες αυτές, που ξεκίνησαν από μορφές όπως ο Pitra, ο Zahn, ο Bardenhewer, ο Duchesne, ο Lefebvre, ο Batiffol και τόσοι άλλοι, δεν ήταν απλώς ακαδημαϊκές προσπάθειες· υπήρξαν μια γέφυρα που συνέδεσε το παρόν με τη μαρτυρία των πρώτων αιώνων. Με την πολύχρονη εργασία τους συνέβαλαν στη γνωριμία με τα «άγνωστα» κείμενα των Πατέρων και άνοιξαν τον δρόμο ώστε οι φωνές των πρώτων μαρτύρων, των οσίων και των ποιμένων της πρώτης Εκκλησίας να ακουστούν ξανά.

Τα έργα αυτά δεν περιορίστηκαν σε μια ιστορική ή φιλολογική αποκατάσταση. Λειτουργούν περισσότερο ως μία κλήση· μια υπενθύμιση ότι η Εκκλησία δεν αντλεί τη ζωή της από το παρελθόν, αλλά από το Πνεύμα που μιλά μέσα από τους αιώνες. Γι᾽ αυτό και οι Πατερικές εκδόσεις, οι συλλογές, οι αναλύσεις, δεν είναι μια ξηρή ακαδημαϊκή εργασία· είναι ένα πνευματικό άνοιγμα προς τον αληθινό σκοπό της Θεολογίας· να δείξει στον άνθρωπο τον δρόμο της σωτηρίας.

Και όσο περισσότερο μελετά κανείς τα Πατερικά έργα, τόσο πιο έντονα συνειδητοποιεί ότι το βάθος και η καθαρότητα της διδασκαλίας των Πατέρων δεν περιορίζεται στα πλαίσια μιας εποχής. Η φωνή τους παραμένει επίκαιρη, ζωντανή, γόνιμη. Οι Πατέρες δεν μιλούν με τον λόγο ενός μακρινού χθες, αλλά με την αλήθεια ενός αιωνίου σήμερα. Η σοφία τους δεν είναι θεωρητική· είναι θεραπευτική. Δεν εντυπωσιάζει, τον νου· αναπαύει την ψυχή. Δεν προκαλεί απορίες· γεννά μετάνοια.

Κάθε φορά που επιστρέφουμε στα κείμενά τους, αισθανόμαστε σαν να στεκόμαστε μπροστά σ᾽ ένα πνευματικό παράθυρο που ανοίγει προς το άφθαρτο φως του Θεού. Εκεί, μέσα από τις λέξεις τους, βλέπουμε την Εκκλησία να αναπνέει, να προσεύχεται, να αγαπά, να συγχωρεί, να θυσιάζεται. Και τότε αντιλαμβανόμαστε πως η μελέτη των Πατέρων δεν είναι ένας δρόμος γνώσης, αλλά ένας δρόμος μεταμόρφωσης.

Ίσως αυτό να είναι το βαθύτερο μήνυμα όλων αυτών των εκδοτικών και ερευνητικών προσπαθειών: Τα κείμενα των Πατέρων δεν προορίζονται να μείνουν σε βιβλιοθήκες, αλλά να γίνουν οδηγός της ζωής· όχι να φυλαχθούν ως πολύτιμα αρχεία, αλλά να ανάψουν φωτιά μέσα στην καρδιά· όχι να διαβαστούν απλώς, αλλά να βιωθούν.

Διότι οι Πατέρες δεν είναι μάρτυρες ενός παρελθόντος· είναι συνοδοιπόροι ενός παρόντος που διψά για αλήθεια. Και εκείνος που τους μελετά με ταπείνωση, δεν αποκτά μόνον ένα θησαυρό γνώσης, αλλά εισάγεται σε μια ζωή που μυρίζει προσευχή, αγιότητα και φως.

Όσο προχωρά η έρευνα και οι εκδόσεις πληθαίνουν, τόσο διαπιστώνει κανείς ότι οι Πατέρες δεν αποτελούν ένα κλειστό κεφάλαιο του παρελθόντος, αλλά μια ζωντανή και ανεξάντλητη πηγή θεολογικής σοφίας. Κάθε νέα μελέτη, κάθε φιλολογική αποκατάσταση, κάθε έκδοση παλαιού χειρογράφου ανοίγει δρόμους που φανερώνουν όχι μόνον το εύρος της Πατερικής Παράδοσης, αλλά και το βάθος της εμπειρίας που αυτή διασώζει.

Δεν είναι απλώς η ιστορική αξία των κειμένων που μας αγγίζει· είναι η δύναμη ενός βιώματος που διαπερνά τους αιώνες και συνεχίζει να φωτίζει την ανθρώπινη καρδιά. Η φωνή των Πατέρων παραμένει πάντοτε επίκαιρη, γιατί δεν μιλά με τον λόγο μιας εποχής· μιλά με τον λόγο της αλήθειας. Δεν απευθύνεται μόνο στον νου· αγγίζει την ύπαρξη, θεραπεύει, παρηγορεί και στηρίζει.

Κάθε Πατερικό κείμενο αποκαλύπτει έναν κόσμο προσευχής και φιλόθεης στάσης, όπου η σοφία δεν γεννιέται από θεωρητικούς στοχασμούς, αλλά από την καθαρότητα της καρδιάς και την κάθαρση του νου. Κάθε τους λέξη είναι καρπός αγώνα, ταπεινώσεως, σιωπηρής άσκησης και βαθιάς κοινωνίας με τον Θεό.

Γι᾽ αυτό και, όσο κι αν πληθαίνουν οι εκδόσεις και η επιστημονική έρευνα, η ουσία παραμένει μία: το φως το αληθινόν, το φωτίζον πάντα άνθρωπον.

Και όσο ο άνθρωπος βαδίζει μέσα σ᾽ αυτήν τη ζωντανή Πατερική Παράδοση, αρχίζει να νιώθει ότι κάθε του βήμα τον οδηγεί βαθύτερα στο μυστήριο της πίστεως. Δεν πρόκειται για διαδρομή διανοητική, αλλά για πορεία καρδιακή, όπου η χάρη του Θεού γίνεται ο αθόρυβος συνοδοιπόρος και ησυχάζει την ψυχή. Η Πατερική σοφία δεν τον καλεί σε θεωρίες, αλλά σε σχέση· δεν τον κατευθύνει σε στοχασμούς, αλλά σε ζωή.

Καθώς προχωρά, ανακαλύπτει ότι οι Πατέρες δεν μας παρέδωσαν κείμενα για να θαυμάζονται, αλλά δρόμους για να περπατώνται. Μέσα από τις λέξεις τους, ο άνθρωπος μαθαίνει να αφήνει πίσω του το βάρος της αυτοπεποίθησης και να στηρίζεται στη θεία χάρη. Κάθε σελίδα, κάθε φράση, κάθε νόημα ανοίγει μια πόρτα προς τη χαρά της μετανοίας, τη δύναμη της ταπεινώσεως και την ειρήνη της προσευχής.

Και τότε ο άνθρωπος συνειδητοποιεί πως η Παράδοση αυτή,

* δεν είναι παρελθόν, αλλά παρόν·

* δεν είναι ανάμνηση, αλλά ζωή·

* δεν είναι κληρονομιά, αλλά πρόσκληση.

Η καρδιά ζωντανεύει, ο νους καθαρίζει, η ψυχή φωτίζεται. Και σ᾽ αυτήν τη σιωπηλή, ευλογημένη πορεία, ο άνθρωπος αρχίζει να ανακαλύπτει ξανά ότι η ψυχή του είναι ικανή για τον Θεό.

Και όσο συνεχίζει να αναπτύσσεται ο στοχασμός μέσα από τη σοφία των Πατέρων, τόσο γίνεται φανερό ότι αυτή η παράδοση δεν είναι απλώς πνευματικό μνημείο, αλλά μια ζωντανή πραγματικότητα που αναπνέει μέσα σε κάθε εποχή. Οι Πατέρες δεν μιλούν με τον λόγο ενός μακρινού χθες, αλλά με την αλήθεια ενός αιώνιου σήμερα. Η σοφία τους παραμένει θεραπευτική, φωτεινή, μεταμορφωτική.

Ο λόγος τους δεν εντυπωσιάζει, αλλά βαθαίνει. Δεν κινείται στην επιφάνεια της διάνοιας, αλλά εισχωρεί στον πυρήνα της ύπαρξης. Ο σύγχρονος άνθρωπος, κουρασμένος από τον θόρυβο και τον κατακερματισμό, βρίσκει στους Πατέρες της Εκκλησίας έναν δρόμο επιστροφής: επιστροφής στην ταπείνωση, στην ησυχία, στη μετάνοια, στη σχέση με τον Θεό.

Στοχασμός και προσευχή γίνονται μία ενιαία κίνηση της καρδιάς. Η ψυχή ανασαίνει σε μια αλήθεια που δεν την περιορίζει, αλλά την ελευθερώνει. Η παράδοση αυτή φωτίζει τις πληγές, απαλύνει τους φόβους, ανοίγει την καρδιά στην ελπίδα. Δεν είναι θεωρία· είναι ζωή.

Και τότε ο άνθρωπος αρχίζει να καταλαβαίνει πως η γνώση των Πατέρων δεν είναι γνώση διανοητική, αλλά γνώση υπαρξιακή. Δεν είναι μια κατάκτηση του νου, αλλά ένα άγγιγμα της χάριτος. Μέσα από τη σοφία τους ο άνθρωπος μαθαίνει να εμπιστεύεται ξανά τον Θεό, να στηρίζεται στο έλεος, να ζει με αλήθεια.

Και έτσι, μέσα σε αυτό το φως, η ψυχή συναντά Εκείνον που είναι η Αλήθεια, η Οδός και η Ζωή.

Και όσο βαθαίνει ο άνθρωπος μέσα στη σοφία της Πατερικής Παράδοσης, αντιλαμβάνεται ότι αυτό το φως δεν είναι απλώς πνευματική γνώση· είναι μια κίνηση της καρδιάς που ξυπνά, μια ανάσταση του εσωτερικού ανθρώπου. Γιατί οι Πατέρες μιλούν σε εκείνο το κρυφό σημείο μέσα μας που δεν αγγίζεται από τον θόρυβο του κόσμου, αλλά μόνο από τη χάρη του Θεού.

Οι Πατέρες μάς διδάσκουν ότι το μυστήριο της ζωής δεν κατανοείται με τον νου, αλλά βιώνεται με την καρδιά. Η θεολογική αλήθεια δεν είναι αποτέλεσμα λογικής επεξεργασίας, αλλά καρπός προσευχής, άσκησης και ταπείνωσης. Και γι᾽ αυτό τα κείμενά τους έχουν τη δύναμη να ηρεμούν την ψυχή, να σβήνουν την εσωτερική ταραχή και να μεταμορφώνουν τον άνθρωπο από μέσα προς τα έξω.

Καθώς ο σύγχρονος άνθρωπος παλεύει με άγχος, με μοναξιά, με υπαρξιακά ερωτήματα, με φόβο και αβεβαιότητα, η φωνή των Πατέρων υψώνεται σαν γλυκιά υπόμνηση ότι ο Θεός παραμένει ο ίδιος:

* δεν αλλάζει,

* δεν εγκαταλείπει,

* δεν παύει να απλώνει το χέρι Του σε κάθε ψυχή που αναζητά παρηγοριά.

Οι Πατέρες μάς δείχνουν ότι η αγάπη του Θεού δεν είναι μια θεωρητική έννοια αλλά μια εμπειρία που μπορεί να γίνει καθημερινή πραγματικότητα.

Γι᾽ αυτό και η ανάγνωση των Πατέρων λειτουργεί σαν πνευματικό άνοιγμα:

* ανοίγει μέσα μας χώρο για ελπίδα·

* ξυπνά την κρυμμένη δίψα της ψυχής·

* μας βοηθά να καταλάβουμε ότι ο άνθρωπος δεν είναι πλασμένος για μισόφωτα, αλλά για το πλήρες φως.

Και αυτό το φως δεν το βρίσκει κανείς στα ανθρώπινα επιτεύγματα, αλλά στην αληθινή σχέση με τον Θεό.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας εξηγούν ότι η αληθινή ελευθερία δεν είναι η απουσία περιορισμών, αλλά η απουσία δεσμών. Να μην σε δένουν τα πάθη, οι φόβοι, οι αδυναμίες σου. Να νιώθεις ότι μπορείς να αναπνεύσεις αληθινά. Η χάρη του Θεού, όταν εισέλθει στην καρδιά, λύνει τον άνθρωπο από μέσα του. Γι᾽ αυτό και οι Πατέρες επανέρχονται ξανά και ξανά στο θέμα της ταπείνωσης: όχι ως ηθική υποχρέωση, αλλά ως πύλη μέσα από την οποία εισέρχεται το φως.

Και τότε, μέσα σ᾽ αυτήν τη θεϊκή ανάπαυση, ο άνθρωπος καταλαβαίνει ότι η χάρη δεν επιβάλλεται· κατεβαίνει απαλά, όπως το φως που φωτίζει χωρίς να θορυβεί, όπως η αύρα που ανακουφίζει χωρίς να ζητά τίποτε. Και όταν η ψυχή γευθεί αυτήν τη γλυκύτητα, τότε ο λόγος των Πατέρων παύει να είναι «κείμενο» και γίνεται «ανάσα».

Οι Πατέρες μάς μαθαίνουν, επίσης, ότι η πνευματική ζωή,

* δεν είναι άλμα, αλλά σταθερό βήμα·

* δεν είναι θόρυβος, αλλά σιωπή·

* δεν είναι υπεροχή, αλλά ταπεινή υπομονή.

Μέσα από αυτήν τη λεπτή πνευματική παιδαγωγία, ο άνθρωπος μαθαίνει να αγαπά όχι για να νικήσει, αλλά για να θεραπεύσει· να συγχωρεί όχι επειδή είναι εύκολο, αλλά επειδή μέσα στη συγχώρηση αναγεννάται το ίδιο του το πρόσωπο.

Και μέσα σ᾽ αυτήν την πορεία, η καρδιά αρχίζει να βλέπει καθαρότερα. Ανακαλύπτει ότι ο Θεός δεν βρίσκεται μακριά, αλλά πολύ κοντά, μέσα στον απλό καθημερινό κόπο, μέσα στην ευχή, μέσα στη σιωπηλή αναμονή. Στην πραγματικότητα, ο Θεός ήταν πάντα εκεί· απλώς ο άνθρωπος έπρεπε να ανοίξει τα μάτια της καρδιάς του για να Τον δει.

Η Πατερική Παράδοση υπενθυμίζει ότι η πνευματική ζωή δεν είναι ποτέ μοναχική. Είναι συνοδοιπορία με όλη την Εκκλησία, με τους Αγίους, με τους Πατέρες που μίλησαν, προσευχήθηκαν και αγάπησαν πριν από εμάς. Και αυτή η συνοδοιπορία δίνει στον άνθρωπο δύναμη, του δείχνει ότι κανείς δεν πορεύεται μόνος του, ότι η χάρη του Θεού στηρίζει ακόμη και εκείνους που δεν έχουν τη δύναμη να προσευχηθούν.

Στο τέλος αυτής της πορείας, ο άνθρωπος συνειδητοποιεί κάτι πολύ βαθύ: ότι η Πατερική Παράδοση δεν μας καλεί σε μια επιστροφή στο παρελθόν, αλλά σε μια επιστροφή στον Θεό. Σε μια επιστροφή στην ειρήνη, στην ταπείνωση, στη συγχώρηση, στην αγάπη. Σε μια επιστροφή στην αληθινή, φωτεινή πατρίδα της ψυχής.

Και τότε καταλαβαίνουμε ότι η φωνή των Πατέρων δεν σβήνει ποτέ· γιατί η αλήθεια που υπηρετούν είναι αιώνια.

 

Η εμπειρική γνώση των Πατέρων

Ο Πατερικός λόγος δεν ολοκληρώνεται ποτέ· δεν υπάρχει σημείο στο οποίο μπορεί κανείς να πει «έφτασα». Κάθε σελίδα, κάθε φράση, κάθε Πατερική προσευχή αποτελεί μια νέα αρχή, μια νέα δυνατότητα να φωτιστεί η καρδιά και να αναγεννηθεί η ύπαρξη. Όσο ο άνθρωπος προχωρά μέσα σ᾽ αυτήν τη σοφία, τόσο συνειδητοποιεί πως δεν βαδίζει σ᾽ έναν ακαδημαϊκό χώρο, αλλά σ᾽ ένα ιερό τοπίο όπου ο Θεός μιλά μέσα από καρδιές που αγίασαν.

Οι Πατέρες δεν προσφέρουν μια απλή ηθική διδασκαλία· προσφέρουν έναν τρόπο να ζήσει κανείς «ἐν Χριστῷ». Δείχνουν με τη ζωή και τη γραφή τους ότι το Ευαγγέλιο δεν είναι θεωρητική πρόταση, αλλά ο μοναδικός δρόμος της ελευθερίας και της αληθινής χαράς. Ο Πατερικός λόγος έχει τη δύναμη να θεραπεύει πληγές που ο σύγχρονος κόσμος δεν γνωρίζει καν ότι υπάρχουν· να απαλύνει τον πόνο που μένει κρυμμένος· να αναγεννά την ελπίδα εκεί όπου όλα μοιάζουν σκοτεινά.

Και αυτό συμβαίνει γιατί οι Πατέρες δεν μιλούν μόνο από γνώση, αλλά από εμπειρία: εμπειρία προσευχής, άσκησης, δακρύων, νυχτερινής πάλης, φοβισμού και καθαρότητας καρδιάς. Μέσα από αυτή τη συνεχή προσφορά, ο άνθρωπος της εποχής μας μπορεί να βρει οδηγό, παρηγορητή και συνοδοιπόρο.

Χωρίς τη σοφία των Πατέρων,

* η Θεολογία κινδυνεύει να γίνει ψυχρή επιστήμη·

* η πνευματική ζωή, μια ατομική αναζήτηση χωρίς προσανατολισμό·

* η Εκκλησία, ένα σύνολο ηθικών κανόνων χωρίς βιωμένη αλήθεια.

Με τη σοφία των Πατέρων, όλα αποκτούν νόημα, βάθος και προορισμό.

Αυτό το έργο δεν φιλοδοξεί να εξαντλήσει το μεγαλείο της Πατερικής Παράδοσης, αλλά να ανοίξει μια χαραμάδα από την οποία το φως της μπορεί να εισέλθει στην καρδιά του αναγνώστη. Εάν τούτο το φως αγγίξει έστω και λίγο την ψυχή, τότε το έργο έχει πετύχει τον σκοπό του.

Γιατί η αλήθεια των Πατέρων δεν είναι παρελθόν, αλλά παρόν· δεν είναι μνήμη, αλλά ζωή· δεν είναι λόγος, αλλά φως.

Και αυτό το φως οδηγεί πάντοτε στον Χριστό, τον μόνο αληθινό Διδάσκαλο, την πηγή της ειρήνης και της ελπίδας, την αιώνια Ζωή.

 

 

Η γνώση ως κριτήριο βίου

By: alopsis
2 June 2026 at 01:00

Αναζητώντας την αλήθεια…

 

Σε μια εποχή όπου η γνώση υψώνεται σχεδόν σε απόλυτη αξία, τα αρχαία λόγια της Γραφής ηχούν παράδοξα, σχεδόν αντιστικτικά: «Ὁ προστιθεὶς γνῶσιν προσθήσει ἄλγημα» (Παλαιά Διαθήκη)[1], και «Ἡ γνῶσις φυσιοῖ» (Καινή Διαθήκη)[2]. Και οι δύο φράσεις, ενώ δεν απορρίπτουν την γνώση, αποκαλύπτουν τα όριά της και τους κινδύνους που την συνοδεύουν. Δεν είναι η γνώση αυτή καθεαυτή που τίθεται υπό κρίση, αλλά η στάση μας απέναντί της.

Η πρώτη διαπίστωση μοιάζει να αναφέρεται στο βάρος της συνείδησης. Όσο ο άνθρωπος διεισδύει βαθύτερα στα πράγματα, τόσο περισσότερο αντιλαμβάνεται την πολυπλοκότητα, την αδικία, την φθορά του κόσμου. Η αθωότητα υποχωρεί μπροστά στην διαύγεια, και μαζί της χάνεται μια μορφή εσωτερικής ανάπαυσης. Η γνώση δεν είναι απλώς φως του νου και της καρδιάς, αλλ’ είναι και ευθύνη, και συχνά πόνος-άλγος.

Η δεύτερη ρήση φωτίζει έναν διαφορετικό κίνδυνο: την υπερηφάνεια. Η γνώση, όταν γίνεται αυτοσκοπός, καταξίωση και ατομικό κτήμα, τείνει να διογκώνει τον άνθρωπο, να τον κλείνει στον εαυτό του, να τον μονώνει από τους άλλους. Του δημιουργεί την ψευδαίσθηση μιας αυτάρκειας και μιας ικανότητας ότι μπορεί να κατανοήσει, να ελέγξει, ακόμη και να κρίνει τα πάντα. Τότε, ενώ η γνώση του υπόσχεται απεριόριστη πνευματική ελευθερία και συνεχή διανοητική εξέλιξη, καταλήγει συχνά σε μια λεπτή μορφή αυτο-ειδωλοποίησης, σε μια απώλεια συνειδητοποίησης των ουσιαστικών και εφήμερων δυνατοτήτων του, σε μια λήθη της μηδαμινότητάς του, σε μία «ὕβριν» (κατά τους αρχαίους Έλληνες), σε μια εγωπαθή ικανοποίηση.

Κι όμως, η χριστιανική παράδοση δεν προτρέπει στην άγνοια. Αντίθετα, αναγνωρίζει τη γνώση ως δώρο, ως μέσο κατανόησης της δημιουργίας[3]. Εκείνο, όμως,  που θέτει σαν ουσιαστικό κριτήριο είναι οι αρετές: η αγάπη, η ταπείνωση, η διάκριση. Και τότε η γνώση βρίσκει το αληθινό της νόημα, όταν υπηρετεί τις αρετές αυτές και δεν τις υποκαθιστά με διανοητικά σχήματα.

Η αγάπη, για παράδειγμα, δεν είναι αποτέλεσμα συσσώρευσης πληροφοριών· είναι το πλάτυμα της καρδιάς μας, η ελευθέρωση από τον στενόμυαλο νου μας, το ανιδιοτελές άνοιγμα προς τον άλλον. Η ταπείνωση δεν γεννιέται από την επιστημονική γνώση, από το εύρος των επιτευγμάτων μας, αλλά από την επίγνωση των περιορισμένων επίγειων δυνατοτήτων μας. Και η διάκριση δεν είναι απλώς μια διανοητική ικανότητα, αλλά καρπός εσωτερικής καλλιέργειας.

Ίσως, λοιπόν, το ζητούμενο της εποχής μας δεν είναι να μειώσουμε τη γνώση, αλλά να την επανατοποθετήσουμε. Να πάψει να είναι αυτοσκοπός και να γίνει μέσο· να ενταχθεί σε μια ευρύτερη πνευματική προοπτική, όπου ο άνθρωπος δεν μετριέται από το πόσα γνωρίζει, αλλά από το πόσο αγαπά.

Τελικά, η γνώση, που δεν συνοδεύεται από ταπείνωση, μπορεί να «φυσιοῖ», και η γνώση, που δεν φωτίζεται από την αγάπη, μπορεί να «προσθέτει ἄλγημα». Εκείνη όμως που ενώνεται με τις αρετές μεταμορφώνεται: από επώδυνο βάρος γίνεται πνευματική σοφία, και από επηρμένη δύναμη γίνεται ταπεινή διακονία.

Σκέψεις της Άλλης Όψεως

____________________

[1] «Όποιος τις γνώσεις του πληθαίνει, τα βάσανά του μεγαλώνει» (Εκκλ. 1, 18).

[2] «Η γνώση μάς κάνει να φουσκώνουμε με υπερηφάνεια» (1 Κορ. 8, 2).

[3] Πρβλ.: «Τὰ γὰρ ἀόρατα αὐτοῦ [=Θεοῦ] ἀπὸ κτίσεως κόσμου τοῖς ποιήμασι νοούμενα καθορᾶται» [=Διότι οι αόρατες ιδιότητες του Θεού βλέπονται καθαρά αφ’ ότου δημιουργήθηκε ο κόσμος και γίνονται νοητές δια μέσου των δημιουργημάτων] (Ρωμ. 1, 20).

 

Η Αγία Τριάς, ο Θεός μας (Άγιος Ιωάννης της Κρονστάνδης)

By: alopsis
1 June 2026 at 01:00

Ποιο είναι το όνομα του Θεού μας; Αγάπη, έλεος, συμπάθεια, χάρις. Όταν προσεύχεσαι βλέπε με τα μάτια της καρδιάς σου να στέκουν εμπρός σου την Αγάπη και το Έλεος, βλέπε τον Εραστή των ανθρώπων, ο Οποίος σε ακούει.

Κύριε! Το όνομά Σου είναι Αγάπη· μη με απορρίψεις για την αστάθειά μου! Το όνομά Σου είναι Δύναμη· ενίσχυσέ με, διότι συχνά είμαι ασθενής και πέφτω! Το όνομά Σου είναι Φως· φώτισέ την ψυχή μου, που σκοτίζεται από επίγεια πάθη! Το όνομά Σου είναι Ειρήνη· ειρήνευσε την ταραγμένη μου ψυχή! Το όνομά Σου είναι Έλεος· μη πάψεις να με συγχωρείς!

Ο Κύριός σου είναι αγάπη: αγάπα Αυτόν και όλους τους ανθρώπους, οι οποίοι είναι τα εν Χριστώ τέκνα Του. Ο Κύριός σου είναι πυρ: μην αφήνεις την ψυχή σου να ψυχρανθεί, αλλά θέρμαινέ την με την πίστη και την αγάπη. Ο Κύριός σου είναι φως: μη περπατάς στο σκοτάδι και μη κάνεις κάτι με σκοτισμένο νου, χωρίς βαθιά σκέψη ή χωρίς πίστη. Ο Κύριός σου είναι Θεός της ευσπλαχνίας και της χάριτος: να είσαι και συ πηγή ευσπλαχνίας και χάριτος προς τον πλησίον σου. Αν είσαι τέτοιος, θα βρεις σωτηρία με αιώνια δόξα.

Λέγε με όλη την καρδιά σου μέσα σου: «Ο Κύριος είναι για μένα το παν· εγώ δεν είμαι τίποτε· είμαι αδύνατος και ασθενής». «Ότι χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» (Ιω. 15:5) λέει ο Ίδιος ο Κύριος. Και θα μπορούσε να προσθέσει: «Εγώ είμαι το παν για σας». Να είσαι πεπεισμένος για αυτό κάθε στιγμή της ζωής σου, και κατάφευγε πάντοτε στον Κύριο, με την πεποίθηση ότι θα λάβεις από Αυτόν καθετί το απαραίτητο για τη σωτηρία σου, ακόμη και για την παρούσα ζωή.

Όταν κατά την προσευχή σου επικαλείσαι τον Τρισυπόστατο Θεό, θυμήσου ότι επικαλείσαι τον Άναρχο Πατέρα όλων των κτισμάτων, αγγέλων και ανθρώπων· ότι όλες οι ουράνιες Δυνάμεις εκστατικά σε παρακολουθούν και αγάλλονται, διότι βλέπουν ότι επικαλείσαι με πίστη, αγάπη και τον αρμόζοντα σεβασμό τον κοινό μας Πατέρα, τον Παντοδύναμο Δημιουργό και Κύριο, τον Οποίο αγαπούν απεριόριστα και λατρεύουν βαθύτατα.

Πώς πράγματι εκδηλώνεται η δύναμη και το κράτος Του; Όταν μετατρέπει έναν αμαρτωλό άνθρωπο σε άγιο και εκλεκτό δοχείο μετά την πτώση του· όταν αποκαθιστά και ανακαινίζει τον διεφθαρμένο· όταν ζωοποιεί τον άνθρωπο που ήταν νεκρός και στο σώμα και στην ψυχή και οδηγεί στην αιώνια ζωή εκείνον που είχε περιπέσει σε αιώνιο θάνατο.

Ω Αγία Τριάς ο Θεός μας! Εσύ που δημιούργησες τις ψυχές μας κατ’ εικόνα Σου, δώσε μας ειρήνη και ζωή εν Σοι! Ω Αγία Τριάς, η Τροφός και Ελπίδα μας! Κάνε μας ικανούς να θέτουμε την ελπίδα μας σε Σένα και μόνο και να βρίσκουμε τη ζωή και την ειρήνη σε Σένα και μόνο!

Μας φέρεις στην αγκαλιά Σου και μας τρέφεις δια των χειρών Σου όπως η πιο φιλόστοργη μητέρα! Ποτέ δεν μας ξεχνάς και ποτέ δεν θα μας λησμονήσεις, διότι Εσύ είπες: «Μήπως θα λησμονήσει μια γυναίκα το παιδί της;… Αλλά ακόμη και να το λησμονήσει η γυναίκα, εγώ δεν θα σε λησμονήσω» (Ησ. 49:15).

 

(Από το βιβλίο: Αγίου Ιωάννου πρωθιέρεως της Κρονστάνδης, Η ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΖΩΗ. Εκδόσεις «Το Περιβόλι της Παναγίας», Θεσσαλονίκη 2003, σελ. 18)

 

(Γλωσσική προσαρμογή από την Κ.Ο.)

 

Ψυχοσάββατο προ της Πεντηκοστής: Η Ανάστασις των νεκρών (π. Αθανάσιος Μυτιληναίος)

By: alopsis
30 May 2026 at 01:00

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία που εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 13-6-1992

Αν ο θάνατος, αγαπητοί μου, έθετε την τελική του σφραγίδα σε κάθε ανθρώπινη ύπαρξη, τότε, θα λέγαμε, ας αρχίσομε να θρηνούμε γι΄ αυτήν την φοβερή αιχμαλωσία μας εις τον κόσμον αυτόν. Τότε μόνιμο τραγούδι μας, μόνιμο, μάλλον, ελεγείο μας, ας είναι το «Ματαιότης ματαιοτήτων τα πάντα ματαιότης». Και μάλιστα όταν σήμερα, Ψυχοσάββατο προ της Πεντηκοστής, μας ζωντανεύει αυτή η θέσις του θανάτου, η πραγματικότητα του θανάτου για να τα πούμε αυτά, τότε θα λέγαμε: «Γιατί να έρχονται νέοι άνθρωποι στον κόσμον αυτόν αφού θα πεθάνουν;».

«Γιατί να γεννιώνται άνθρωποι;». Ή, ακόμη, τότε μία γέννηση θα μπορούσε να είναι ένα προκαταβολικόν πένθος. Μάλιστα μεταφορικώς λέγεται ότι το παιδί μόλις γεννιέται, κλαίει και αυτό σημαίνει ότι μπαίνει μέσα στα βάσανα αυτού του κόσμου. Τότε… γιατί ο ήλιος λάμπει; Ή ακόμη γιατί τα πουλιά κελαηδούν; Δεν θα υπήρχε λόγος. Τότε η Δημιουργία στο βάθος της, παρά την επιφανειακή ομορφιά της κρύβει την πιο απαίσια αντίφαση, την υπαρξιακή ανυπαρξία της. Και είναι μία, τότε η Δημιουργία, μία εξοργιστική κωμωδία. Αν βέβαια όλα αυτά, τον τελικό λόγο, τον έχει ο θάνατος. Έτσι, ύπαρξις και ανυπαρξία, ζωή και θάνατος, είναι η πιο ακραία αντίφασις.

Αλλά ο Θεός που εδημιούργησε τα πάντα με τόση σοφία, με τόση δύναμη και με τόση αγάπη, αντιφάσκει εις εαυτόν; Δημιουργεί μάταια πράγματα ο Θεός;

Βεβαίως όχι. Μη γένοιτο να υποστηρίξομε μία τέτοια θέση. Τότε; Ε, απλώς ο θάνατος είναι ένας μεγάλος παρείσακτος. Και πρέπει να δούμε πώς μπήκε αυτός ο θάνατος ως παρείσακτος μέσα στην πολύ ωραία Δημιουργία του Θεού. Όπως κάπου στην «Σοφία Σολομώντος» λέγει ότι «Είσαι φιλόζωος, Κύριε, και δεν έκανες κανένα δημιούργημά Σου να υποφέρει και κανένα δημιούργημά Σου δεν βδελύσσεσαι, δεν σιχαίνεσαι, και όλα είναι πολύ ωραία». Πώς, λοιπόν, υπάρχει ο θάνατος; Που είναι ο θάνατος πάντοτε, η πιο χτυπητή αντινομία, όπως ήδη σημειώσαμε, και η πιο απαίσια ασχημία.

Ο θάνατος, αγαπητοί μου, είναι ο καρπός της παρακοής των Πρωτοπλάστων. Και το σημαντικόν είναι ότι ο Θεός ειδοποίησε για την περίπτωσιν αυτήν, λέγοντας: «Μην παραβείτε την εντολή μου· «ν δ᾿ ν μέρ φάγητε π᾿ ατο, θανάτ ποθανεσθε». «Θα πεθάνετε με θάνατο εάν θα φάτε από τον καρπόν αυτόν». Όχι βεβαίως ότι ο καρπός της γνώσεως ήταν καρπός δηλητηριώδης, ήταν κάτι άλλο, είχε μεταφυσικά στοιχεία. Όχι, τίποτε απ’ όλα αυτά. Ένα φυσικόν δέντρον ήτο. Αλλά ετέθη επάνω εις το καρπόν του δέντρου αυτού, ετέθη η εντολή της υπακοής. Και εφόσον οι Πρωτόπλαστοι παρέβησαν την εντολή της υπακοής, εισήλθε ο θάνατος.

Λέγει το βιβλίον της «Σοφίας Σολομώντος» στο 2ο κεφάλαιο: «τι Θες κτισε τν νθρωπον π᾿ φθαρσί(: τον έκανε να είναι άφθαρτος) κα εκόνα τς δίας διότητος ποίησεν ατόν· φθόν δέ διαβόλου θάνατος εσλθεν ες τόν κόσμον».

Πράγματι ο Θεός δεν εδημιούργησε τον θάνατον. Θα ήτο βλασφημία αυτό να το πούμε. Μάλιστα στην καθημερινότητά μας λέμε τα εξής: «Ε, τι να κάνομε; Φυσικά πράγματα είναι αυτά». Τι «φυσικά»; «Το ότι πεθαίνει κανείς. Ε, ο Θεός, έτσι θέλει, να πεθαίνομε». Δεν θέλει ο Θεός να πεθαίνομε. Και ο θάνατος είναι το πιο αντιφυσιολογικόν στοιχείον, η μεγαλυτέρα, σας είπα, ασχημία μέσα στην Δημιουργία· που δίνει μία εικόνα σαν να μην έχει σκοπόν η Δημιουργία. Σαν να είναι κάτι που να λέει κανείς: «Γιατί ζω; Αφού υπάρχει ο θάνατος. Γιατί ζω;». Σαν να αφαιρεί την έννοια του σκοπού της Δημιουργίας. Δεν έκανε ο Θεός τον θάνατον. Πολύ σωστά λέγει, λοιπόν, ο λόγος του Θεού ότι ο Θεός δεν έκανε τον θάνατον. Αλλά εισήλθε από τον φθόνο του διαβόλου. Επειδή επεκράτησε ο φθόνος του διαβόλου. Πώς; Εφθόνησε τους Πρωτοπλάστους, γιατί να είναι δημιουργήματα λογικά και να έχουν την στοργή του Θεού, κατάφερε, εννοείται… κατάφερε, εξηπάτησε ώστε να παραβούν την εντολήν του Θεού και έτσι να εισέλθει ο θάνατος.

Αντίθετα, θα λέγαμε, ότι η φιλανθρωπία του Θεού εργάστηκε το μυστήριον της Θείας Οικονομίας, της Ενανθρωπήσεως. Διότι θα έλεγε κανένας: «Να, ο Θεός επιτρέπει, επέτρεψε». Ήταν το κατά παραχώρησιν θέλημά Του να εισέλθει ο θάνατος. Και τώρα εδώ ο Θεός δημιουργεί το μυστήριον της Θείας Οικονομίας, ακριβώς για να σώσει τον άνθρωπο, να τον επαναφέρει εις την κατάστασιν του αρχικού θελήματος του Θεού, δηλαδή του κατ’ ευδοκίαν θελήματος του Θεού, που είναι η αφθαρσία και η αθανασία και η μακαριότης.

Λέγει ένα τροπάριο των Εγκωμίων της Μεγάλης Παρασκευής, ένα από το « ζω ν τάφ». Λέγει κάτι έτσι πάρα πολύ ωραίο και συγκινητικό: «π γς κατλθες (: Συ, ω Θεέ Λόγε που έγινες άνθρωπος, στη Γη κατέβηκες), να σώσς δάμ (: γιατί ο Αδάμ ήτο στη Γη) κα ν γ μ ερηκς τοτον, Δέσποτα (: και αυτόν –λέει- αφού δεν τον βρήκες), μέχρις δου κατελήλυθας ζητν», «κατέβηκες μέχρι τον Άδη για να ψάχνεις να τον βρεις». Τι ωραίο που είναι αυτό πραγματικά!

Κι έτσι βλέπομε ότι ο Θεός εργάστηκε το μυστήριον της Θείας Οικονομίας για να σώσει τον άνθρωπο και για να καταπατήσει τον θάνατον. Έτσι έγινε με μας όμοιος, απέθανε επί του Σταυρού ο Κύριος, αλλά ανεστήθη. Ακριβώς για να αναστήσει τον άνθρωπον την εσχάτη ημέρα. Και ανελήφθη εις τον ουρανό, ακριβώς για να ανεβάσει τον όλον άνθρωπον στον ουρανό και, ούτε λίγο ούτε πολύ, να τον στήσει στα δεξιά του Θεού Πατρός. Διότι εκεί ανέβηκε η ανθρωπίνη φύσις. Διότι ως Θεός Λόγος είναι ομοούσιος με τον Πατέρα και δεν υπάρχει δεξιά και αριστερά. Αυτό αναφέρεται εις την ανθρωπίνη φύση· και η ανθρωπίνη φύσις είναι εκείνη που ανήλθε εις τα δεξιά του Θεού Πατρός, όπως ακριβώς το είδε και ο άγιος Πρωτομάρτυς Στέφανος, ομολογώντας το μέσα εις το συνέδριο.

Έτσι, ο Κύριος μας άνοιξε τον δρόμο υπερνικώντας την αμαρτωλότητα του ανθρώπου ως αναμάρτητος, υπερνικώντας την θνητότητα, γιατί ο άνθρωπος πέθαινε, πώς θα μπορούσε ποτέ να ανεβεί στον ουρανό; Ως αμαρτωλός μπορούσε να ανεβεί στον ουρανό; Ως θνητός, μπορούσε να ανεβεί στον ουρανό; Και την υλικότητα; Πώς θα μπορούσε να ανεβεί ο άνθρωπος, υλικός υπάρχων; Πώς θα ήταν δυνατόν ποτέ; Κι όμως, γι’ αυτό ξέρετε, εκπλήσσονται οι άγγελοι. Ω, αν είχαμε τον Πλάτωνα εδώ και μας άκουγε ότι άνθρωπος με την υλικότητά του ανέβηκε επάνω εις τον ουρανό, εις τον ουρανό των ιδεών, εκεί που δεν χωράει τίποτα, παρά μόνον είναι ο κόσμος των πνευμάτων και των ιδεών και των προτύπων και των αρχετύπων, θα τρόμαζε, θα χλώμιαζε. Και αν του λέγαμε ότι αυτό έγινε, το έχομε ως δεδομένον, από το γεγονός ότι ο Χριστός ανεστήθη και ανελήφθη εις τον ουρανόν, κυριολεκτικά θα ετρόμαζε, κυριολεκτικά, θα έλεγε ότι «κάτι καινούριο εδώ υπάρχει, κάτι καινούριο που δεν το σκέφτηκα». Ναι, πράγματι ήταν και είναι όλα αυτά που εργάστηκε ο Χριστός για μας ανοίγοντάς μας τον δρόμο, μία πραγματικότης, ένα γεγονός.

Ενθυμείσθε, όταν ο άνθρωπος εβγήκε από τον υλικόν Παράδεισον, επίγειος ήτο, ενθυμείσθε ότι ο Θεός έταξε τα Χερουβείμ να φυλάσσουν την είσοδον του Παραδείσου και να κινούν την περιστρεφομένην εκείνην πυρίνην ρομφαία. Το ενθυμείσθε; Τι ήτο αυτή η «πυρίνη ρομφαία»; Δηλαδή ένα πράγμα που να γυρίζει, ένα σπαθί, αντί που να έχει λάμα, να έχει φλόγα και να περιστρέφεται. Πώς να μπεις μέσα σε μία είσοδο, όταν υπάρχει μία τέτοια, ένας τέτοιος φραγμός; Ξέρετε τι ήτο αυτό; Αυτά τα τρία που σας είπα. Αυτό ήτο που έφραξε τον δρόμον. Η αμαρτωλότης της ανθρωπότητος, η υλικότης της ανθρωπότητος και η θνητότης της ανθρωπότητος. Κι αυτά τώρα τα υπενικά ο Κύριος ανερχόμενος εις τον ουρανόν με την ανθρωπίνη Του φύση. Και μας οδοποίησε, μας άνοιξε τον δρόμο, έφτιαξε δρόμο για να ξαναγυρίσομε πίσω εις την Βασιλείαν του Θεού.

Ας δούμε όμως πώς ο Απόστολος Παύλος, για να μείνομε και στη σημερινή περικοπή την αποστολική, που αναφέρεται εις το θέμα της αναστάσεως των νεκρών, ως Ψυχοσάββατο, όπως σας είπα, πώς ο Απόστολος Παύλος μας περιγράφει τα πράγματα, τον καρπόν, θα λέγαμε καλύτερα, της Αναστάσεως του Χριστού. Βέβαια έχει γράψει ένα ολόκληρο κεφάλαιο, το 15ο κεφάλαιο στην Α΄προς Κορινθίους επιστολήν του, που είναι ένας ύμνος στην ανάσταση. Ύμνος στην ανάσταση –προσέξτε- των νεκρών! Όχι ύμνος εις την ανάσταση του Χριστού.

Εδώ, λοιπόν, στους Θεσσαλονικείς, λέγει: -Τι χαριτωμένο πράγμα, ξέρετε, και να έχομε ακροατάς Θεσσαλονικείς και να μιλά κανείς από τις δύο, αυτές, επιστολές. Έχει κάτι το πιο ιδιαίτερο, πιο ξεχωριστό. Αισθάνεται κανένας ότι αυτό που τώρα ακούει είναι για μένα. Όχι γιατί είναι ο λόγος του Θεού, αλλά και γιατί είμαι Θεσσαλονικεύς. Και αποτείνεται εκεί ο Παύλος. Έχει κάτι το πιο ιδιάζον-. Λοιπόν, γράφει στους Θεσσαλονικείς ο Απόστολος Παύλος:

«Ο θέλομεν δ μς γνοεν, δελφοί, περ τν κεκοιμημένων, να μ λυπσθε, καθς κα ο λοιπο ο μ χοντες λπίδα». «Δεν θέλομε», λέγει, «να αγνοείτε, αδελφοί, για τους κεκοιμημένους, για να μη λυπόσαστε, όπως και οι υπόλοιποι που λυπώνται υπερβολικά, μη έχοντες την ελπίδα της αναστάσεως». Ώστε, λοιπόν, ομιλεί περί κεκοιμημένων. Προσέξτε, είναι χαρακτηριστικό. Δεν ομιλεί περί νεκρών. Ομιλεί περί κεκοιμημένων. Κι αυτό σημαίνει ότι θα ακολουθήσει εγρήγορσις, όπως λέγει ο Οικουμένιος. Και συμπληρώνει ο Θεοδώρητος και λέγει: «Τ γρ πν γρήγορσις πεται». «Ένας που κοιμάται, βεβαίως θα ξυπνήσει. Αφού κοιμάται».

Ενθυμείσθε, γιατί καινούργια πράγματα μπαίνουνε στον κόσμο. Ο Χριστός μάς έφερε καινούρια πράγματα, με διαστάσεις καταπληκτικές. Φθάνει μήνυμα στον Κύριο, ήτο πολύ μακριά από την Βηθανία, ότι ο φίλος ο Λάζαρος απέθανε. Και λέγει στους μαθητάς Του: «Ο φίλος μας ο Λάζαρος εκοιμήθη». Είχαν μάθει όμως ότι ήτο άρρωστος. Και είπαν οι μαθηταί… πώς μίλησαν; Τοποθετημένοι στις διαστάσεις της καθημερινότητος, της πραγματικότητος. Και λέγουν: Αφού τον πήρε ο ύπνος, μπόρεσε να κοιμηθεί, αυτό σημαίνει ότι τώρα θα πάρει την πάνω βόλτα στην υγεία του, θα γίνει καλύτερα. Όπως το λέμε κι εμείς: «Α, ένας ασθενής κοιμάται, φυσιολογικά, ωραία κοιμάται, ε, θα γίνει καλά! Παίρνει την πάνω βόλτα». Δεν κατάλαβαν όμως. Πού να συλλάβει το μυαλό τους τι θα επεκολούθει κ.λπ. κ.λπ. Και λέει ο Κύριος καθαρά στην γλώσσα τους: «Ο φίλος μας ο Λάζαρος απέθανε». Προσέξτε· στην γλώσσα τους. Άλλη γλώσσα έχει ο Κύριος. Ο Κύριος είπε «κοιμήθη». Γιατί; Διότι απλούστατα θα επηκολούθει η ανάστασις. Δεν υπάρχει λοιπόν θέμα εδώ γι’αυτό, ότι δηλαδή ο θάνατος είναι ένας ύπνος. Πολύ σωστά, λοιπόν, ο Απόστολος Παύλος θεοπνεύστως βάζει: «δια τους κεκοιμημένους δεν θέλω να λυπείσθε» κ.λπ. κ.λπ. Και μη λυπούμεθα; Ναι, αλλά με μέτρο. Εδώ κόβει τι; Την άμετρον λύπην ο Απόστολος. Και η άμετρος λύπη είναι άρνησις της ελπίδος της αναστάσεως των νεκρών.

Σας υπενθυμίζω ότι η λύπη, όταν περάσει κάποια όρια, είναι πάθος. Και ίσως δεν έχετε αντιληφθεί, αγαπητοί μου, ότι είναι ένα από τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα η λύπη. Είναι φοβερό. Καταπίνει τον άνθρωπον. Εκεί κάπου η «Σοφία Σειράχ» λέγει, στο 38ο κεφάλαιο αν ενθυμούμαι καλά: «Μη λυπάσαι υπερβολικά, γιατί», λέγει, «θα αρρωστήσεις». Και πράγματι η λύπη καταπίνει τον άνθρωπο και σωματικά και πνευματικά. Δεν έχω καιρό να επεκτεινόμουν σ’ αυτό, εξάλλου δεν είναι και θέμα μας· αλλά προσοχή στο θέμα της λύπης.

Είναι, λοιπόν, αμαρτία το υπέρμετρον, η υπέρμετρη λύπη. Ποιοι λυπούνται; Εκείνοι που δεν έχουν την ελπίδα της αναστάσεως των νεκρών. Τι κρίμα! Ξέρετε πόσες φορές ο διπλανός μας να κλαίει και να οδύρεται και να μην θέλει να παρηγορηθεί. Κι όμως μπροστά του είναι το θέμα ότι ο Χριστός ανεστήθη. Και οι νεκροί θα αναστηθούν. Και συνεχίζει ο απόστολος Παύλος, πάντα στους Θεσσαλονικείς αποτεινόμενος: «Ε γρ πιστεύομεν τι ησος πέθανε κα νέστη, οτω κα Θες τος κοιμηθέντας δι το ησο ξει σν ατ». «Διότι», λέγει, «αν πιστεύομε ότι ο Ιησούς και πέθανε και ανέστη…-Γιατί βάζει το «απέθανε»; Μα δεν μπορεί να φανεί η ανάστασις εάν δεν υπάρξει ο θάνατος. Και στους Κορινθίους το λέγει αυτό. Ότι «πέθανε κατά τάς Γραφάς και νέστη κατά τάς Γραφάς». Βασική προϋπόθεση της αναστάσεως είναι ο θάνατος. Απέθανε πραγματικά. Γι΄αυτό φροντίζουν και οι ιεροί ευαγγελισταί να δείξουν ότι ο Χριστός πραγματικά απέθανε, για να φανεί η πραγματική Του ανάστασις. Έτσι, λέγει εδώ στη συνέχεια ότι «όπως ο Πατήρ ανέστησε τον Υιόν, έτσι και ο Θεός Πατήρ θα αναστήσει τους κεκοιμημένους ανθρώπους, τους νεκρούς δηλαδή και θα τους οδηγήσει μαζί με τον Ιησούν εις την Βασιλείαν Του».

Πρέπει εδώ να κάνω μία μικρή παρατήρηση. Ότι, όταν στους Θεσσαλονικείς ομιλεί για το θέμα των νεκρών, ομιλεί δια τους ευσεβείς νεκρούς, δια τους ευσεβείς κεκοιμημένους. Δεν τον ενδιαφέρουν εκείνη τη στιγμή, δεν τον ενδιαφέρουν οι ασεβείς κεκοιμημένοι. Όλοι θα αναστηθούν. Μα όλοι θα αναστηθούν. Όπως ακριβώς όταν γεννιόμαστε, δεν ερωτώμεθα για να κουβαλήσομε αυτό που λέγεται «ανθρωπίνη φύσις», δηλαδή λογική, θέλω δεν θέλω γεννιέμαι με λογική, θέλω δεν θέλω γεννιέμαι με ελευθερία κ.ο.κ., κατά τον ίδιο τρόπο, θέλω δεν θέλω θα αναστηθώ, είτε ευσεβής είμαι είτε ασεβής είμαι. Είναι δεδομένο που ανήκει στον Θεό. Θέλω δεν θέλω! Εδώ, λοιπόν, ο Απόστολος δεν ομιλεί για τους ασεβείς. Ομιλεί για τους ευσεβείς κεκοιμημένους. Και για να δούμε τι γράφει στους Κορινθίους, να δούμε λιγάκι πιο κοντά τα πράγματα, γιατί δεν γράφει πιο πολλά εκεί στους Θεσσαλονικείς παρά μόνον λίγα για να παρηγορηθούν.

Και λέγει: «Ε δ Χριστς κηρύσσεται τι κ νεκρν γήγερται, πς λέγουσί τινες ν μν τι νάστασις νεκρν οκ στιν; (: Εάν –λέγει- ότι ο Χριστός κηρύσσεται ότι ανεστήθη από τους νεκρούς, πώς μερικοί λένε ότι οι νεκροί δεν αναστήνονται;) Ε δ νστασις νεκρν οκ στιν, οδ Χριστς γγερται (: Αν –λέγει- δεν υπάρχει ανάστασις νεκρών, τότε ούτε ο Χριστός ανεστήθη. Τι αποτελεί αυτό, η Ανάστασις του Χριστού; Το θεολογικόν υπόβαθρον της αναστάσεως των νεκρών) · ε δ Χριστς οκ γγερται, κενν ρα τ κρυγμα μν, κεν δ κα πστις μν (: Αν, λέγει, ο Χριστός δεν ανεστήθη, τότε και το κήρυγμά μας και η δική σας πίστις πέφτουν στο κενό. Είναι κούφια πράγματα. Δεν έχουν αντίκρυσμα. –Αλήθεια, το σκεφθήκαμε ποτέ; Ότι αν δεν πιστεύομε στην ανάσταση των νεκρών, δεν είναι δυνατόν ποτέ να λεγόμεθα ότι ορθοδοξούμε. Η πίστις μας πέφτει στο κενό). Νυνί δε Χριστός γγερται κ νεκρν, παρχ τν κεκοιμημνων γνετο (: Τώρα δα, επί λέξει. Το θυμάμαι από τα Αρχαία του σχολείου. Νυνί. Τώρα δα. Δηλαδή τώρα πλέον, ας το πούμε έτσι, ο Χριστός ανεστήθη από τους νεκρούς και έγινε η απαρχή, το ξεκίνημα των κεκοιμημένων ως προς την ανάστασή τους). σχατος χθρς καταργεται θνατος (: Ο τελευταίος εχθρός καταργείται ο θάνατος, πραγματικά. Μπαίνει εκτός ενεργείας. Αυτό θα πει ‘’καταργείται’’)».

Και έτσι βλέπομε εδώ να ομιλεί ο Παύλος με τον τρόπον αυτόν δια τους κεκοιμημένους. Και συνεχίζει τώρα στους Θεσσαλονικείς:

«Τοτο γρ μν λέγομεν ν λόγ Κυρίου, τι μες ο ζντες ο περιλειπόμενοι ες τν παρουσίαν το Κυρίου ο μ φθάσωμεν τος κοιμηθέντας (: Αυτό σας λέγω, ν λόγ Κυρίου, ότι εμείς οι ζωντανοί που έχομε μείνει, δεν θα φθάσομε στην παρουσία του Κυρίου. Δηλαδή δεν θα φθάσομε στον θάνατον, όταν θα έρθει ο Κύριος)». Εννοεί δηλαδή ότι όταν θα έρθει ο Κύριος, θα βρει ανθρώπους επάνω στη γη. Ε, αυτοί που θα ζουν τότε, «δεν θα φθάσομε τους κεκοιμημένους, δηλαδή δεν θα έχομε πεθάνει. Θα μας βρει ζωντανούς». Όποτε θα έρθει ο Κύριος. Προσέξτε τι είπε: «ν λόγ Κυρίου». Τι σημαίνει αυτό; Η αυθεντία του λόγου του Θεού, του λόγου του Χριστού. Ούτε εγώ το επινοώ να το πω, ούτε ο Παύλος το επινοεί για να παρηγορήσει, αλλά είναι μία πραγματικότης. Εν λόγω Κυρίου. Τι βεβαιώνει; Ότι οι τότε ζώντες δεν θα πεθάνουν, αλλά θα, θα, θα αλλαχθούν.

Να τι λέγει πάλι στους Κορινθίους- Εναλλάσσω τα δύο κείμενα, παίρνοντας ό,τι θα εξυπηρετούσε: «δο μυστήριον μν λέγω – Πράγματι είναι μυστήριον. «Να, μυστήριο», λέει, «σας λέγω»· πάντες μν ο κοιμηθησόμεθα (: όλοι δεν θα πεθάνομε), πάντες δ λλαγησόμεθα (: αλλά όλοι θα αλλαχθούμε. Τι θα πει ‘’θα αλλαχθώ’’; Θα περάσω από την φθορά στην αφθαρσία. Τι λέγεται «φθορά»; Αυτό που λέμε… τρώγω, πίνω, μεγαλώνω, κοιμάμαι. Αυτά αποτελούν το στοιχείο της φθοράς. Τι λέγεται «αθανασία»; Αυτό που δεν πεθαίνει πια. Έτσι θα περάσει η ύπαρξίς μου μέσα από την αφθαρσία και την αθανασία. Και συνεπώς στην Βασιλεία του Θεού δεν υπάρχει γάμος, όπως θα γνωρίζετε, δεν υπάρχει κοιλία. Ο Θεός και ταύτην και ταύτα καταργήσει κ.λπ. κ.λπ. κ.λπ. «Καί πάντες δέ λλαγησόμεθα (: και όλοι θα αλλαχθούμε) ν τόμ, ν ιπ φθαλμο (: ’’ν ἀτόμῳ’’ θα πει ‘’πάρα πολύ γρήγορα, σε χρόνο που δεν κόβεται πιο πολύ, σε άτμητον άτομον, άτμητον χρόνον’’. Και για να φέρει και μία εικόνα από την φύση, να γίνει κατανοητός, λέγει αυτό: «ν ιπ φθαλμο». Επειδή βέβαια η ριπή οφθαλμού είναι πάρα πολύ μεγάλος χρόνος, αλλά μία φυσική εικόνα. Πόσο κρατά το ανοιγόκλειμα των ματιών; Θα γίνει αυτή η αλλαγή, η ανάστασις και η αλλαγή. Και συνεχίζει και λέγει ότι «ν τ σχάτ σάλπιγγι». Αυτά θα γίνουν τότε. Πάλι εικόνα στρατοπέδου εδώ. Πώς σαλπίζει ο σαλπιγκτής και όλοι οι στρατιώτες σηκώνονται από το στρατόπεδο κ.λπ.) σαλπίσει γάρ, κα ο νεκρο γερθήσονται φθαρτοι (: θα αναστηθούν άφθαρτοι). Κα μες (που θα ζούμε) λλαγησόμεθα (: θα αλλαχθούμε. Είναι εκπληκτικόν!).

Στους Θεσσαλονικείς, λέει κάτι πιο λεπτομερές εδώ: «τι ατς Κύριος ν κελεύσματι (: με εντολή του Κυρίου, δηλαδή διαταγή), ν φων ρχαγγέλου κα ν σάλπιγγι Θεο καταβήσεται π᾿ ορανο -Έτσι δεν είπαν οι άγγελοι κατά την ημέρα της Αναλήψεως; ‘’Όπως τον είδατε να φεύγει, έτσι θα κατεβαίνει’’) κα ο νεκρον Χριστ ναστήσονται πρτον – Είναι εκπληκτικό. Και συνεχίζει:-, πειτα μες ο ζντες ο περιλειπόμενοι μα σν ατος (:συγχρόνως, μαζί με αυτούς) ρπαγησόμεθα ν νεφέλαις ες πάντησιν το Κυρίου ες έρα». Γιατί κατεβαίνει; Για να ανεβούμε εμείς. Κι εμείς θα αναληφθούμε, υπολαμβανόμενοι από σύννεφα. Ποια σύννεφα; Αυτά τα μετεωρολογικά; Όχι. Είναι το θείον όχημα, είναι η θεία δόξα. Θα μας πάρει αυτή. Κατεβαίνει ο Κύριος, ανεβαίνομε εμείς. Και θα γίνει η συνάντησις κάπου στο σύμπαν, ο Θεός το γνωρίζει. Δηλαδή έρχεται να μας προϋπαντήσει. Μα είναι εκπληκτικόν! Μα η αγάπη Του είναι εκπληκτική! «Και τότε θα μας πάρει να μας οδηγήσει εις την Βασιλεία Του- κα οτω πάντοτε σν Κυρί σόμεθα (: και ότι πάντοτε θα είμεθα μαζί Του. Πού; Εις τους αιώνας των αιώνων εις την δική Του την Βασιλεία)».

Αγαπητοί μου, έχομε καλά αντιληφθεί την ανάσταση των νεκρών; Ότι θα είναι ανάστασις σωμάτων; Το έχομε αυτό καλά αντιληφθεί; Πολλοί πιστεύουν ότι θα είναι ανάστασις ψυχών. Μα οι ψυχές δεν πεθαίνουν. Το σώμα διαλύεται. Η ψυχή φυλάσσεται, για να επανενωθεί, προσέξτε, με το παλαιόν σώμα. Το λέγει αλλού ο Απόστολος Παύλος. Για να δώσομε λόγο στον Θεό εκείνα που πράξαμε και με το σώμα και με την ψυχή. Και οι Πατέρες το λέγουν. Κ.λπ. κ.λπ.

Λοιπόν, πιστεύομε ότι θα αναστηθούν τα σώματά μας; Τα σώματά μας. Λέμε στο Σύμβολο της Πίστεως: «Προσδοκ νάστασιν νεκρν κα ζων το μέλλοντος αἰῶνος». Εις δε το «εροσολυμιτικν Σύμβολον», μας διασώζει ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων, λέγει: «Κα ες σαρκς νάστασιν». Είναι το 11ον άρθρον. «Κα ες σαρκς νάστασιν». Είδατε; «Σαρκός». Το δε λεγόμενον «θανασιανόν Σύμβολον» λέγει: «Ο(: του οποίου) τ παρουσί– του Χριστού δηλαδή-  πάντες νθρωποι ναστήσονται σν τος αυτν σώμασιν (: μαζί με τα σώματά τους), ποδώσοντες περ τν δίων ργων λόγον. Ατη στν καθολικ πίστις, ν (: την οποίαν) ε μ τις πιστς τε κα βεβαίως πιστεύσ, σωθναι ο δυνήσεται».

Θέτει εδώ θέμα πίστεως, θέμα σωτηρίας. Δεν πιστεύεις; Πρόσεξε, δεν θα σωθείς. Διότι πρώτα θα πιστεύσω στα δόγματα της πίστεως που προβάλλομε και μετά θα είναι η αρετή, οι καλές πράξεις και ό,τι άλλο. Για να μην φθάσομε να ανήκομε στην κατηγορία των ανθρώπων που δεν έχουν ελπίδα αναστάσεως.

Ας προσέξομε δε το συμπέρασμα του Παύλου στους Θεσσαλονικείς. Όταν τους είπε «Μ λυπεσθε· μ λυπεσθε», λέγει, «ν τος λόγοις τούτοις». «στε παρακαλετε λλήλους ν τος λόγοις τούτοις». «στε παρακαλετε (: Να παρηγορείτε –λέγει- ο ένας τον άλλον, με αυτούς τους λόγους». Αλήθεια, πάμε πολλές φορές να παρηγορήσομε σε ένα σπίτι που πενθούν. Τι τους λέμε; Τους λέμε: «Α, έτσι ο Θεός τα θεσμοθέτησε, έτσι γίνηκαν…». Όχι, αγαπητοί. Θα μιλήσομε για την ανάσταση των νεκρών, στηρίζοντες αυτήν στην ανάσταση του Χριστού. Πράγματι, η μεγαλύτερη παρηγορία που έχει ο άνθρωπος είναι η ανάστασις των νεκρών. Και η μεγαλυτέρα εγγύησις με γεγονότα, όχι κατ’ επινόησιν, είναι η ανάσταση του Χριστού.

Γι΄αυτό, αγαπητοί, ας κλείσομε, ευχαριστούντες την παρουσία σας, ας κλείσομε με εκείνους τους λόγους του Ιερού Χρυσοστόμου από τον Κατηχητικό του λόγο: «νέστη Χριστς κα νεκρς οδες π μνήματος. Χριστς γρ γερθείς κ νεκρν, παρχ τν κεκοιμημένων γένετο». Ευχαριστώ που με ακούσατε.

 

 

ΠΗΓΕΣ:

 

[Από τη σειρά: «Ομιλίες εις προσκυνητάς Θεσσαλονικείς» Δ97Α’]

 

(Ψηφιοποίηση και επιμέλεια της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος)

💾

Πεντηκοστή: Ο λόγος τής Εκκλησίας († Αρχ. Βασίλειος Γοντικάκης, Προηγούμενος Ιεράς Μονής Ιβήρων Αγίου Όρους)

By: alopsis
29 May 2026 at 01:00

Ἡ ᾿Εκκλησία μιλᾶ ὅλες τὶς γλῶσσες καὶ μεταδίδει τὸ ἕνα Πνεῦμα, τὴν ἀλήθεια καὶ παράκλησι, ὅπως συνέβη κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς.

῾Ο Λόγος ἔγινε σάρξ, καὶ μίλησε μὲ τὴν παρουσία καὶ τὴ διαγωγή Του. ∆ιῆλθε ἰώμενος πᾶσαν νόσον καὶ εὐεργετῶν πάντα ἀνθρωπον. Μίλησε διὰ τῶν πραγμάτων τὴ γλώσσα τῆς ἀγάπης, τὴν κατανοητὴ ἀπὸ κάθε ἄνθρωπο. Καὶ ἔφερε τὸ εὐαγγέλιο τῆς ἐλπίδος, τῆς ὑγείας, τῆς χαρᾶς καὶ τῆς σωτηρίας.

᾽Ενῶ ὅμως ὅλους ἐθεράπευσε καὶ εὐεργέτησε, δὲν Τὸν δέχθηκαν ὅλοι. ᾽Αλλὰ σ’ αὐτοὺς ποὺ Τὸν δέχθηκαν ἔδωσε ἐξουσία νὰ γίνουν τέκνα Θεοῦ. Νὰ γίνουν Χριστοὶ κατὰ χάριν. Νὰ συνεχίσουν τὸ κήρυγμα, τὸ ἔργο καὶ τὴν εὐεργεσία Του πρὸς ὅλους.

῎Ετσι, ἡ ᾽Εκκλησία, ὅπως τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, συνεχίζει καὶ μιλᾶ διὰ τῶν τέκνων Της ὅλες τὶς γλῶσσες, δίδοντας τὸ ἕνα μήνυμα τῆς σωτηρίας.

Καὶ οἱ πιστεύοντες εἰς Αὐτὸν «γλώσσαις λαλήσουσι καιναῖς», θὰ μιλήσουν καινούργιες γλῶσσες. Καὶ οἱ καινούργιες γλῶσσες εἶναι οἱ προσωπικές. Καθένας πρέπει νὰ βρῆ τὸν δικό του ρυθμό. Νὰ κινηθῆ ἐλεύθερα. Νὰ κάμη τὰ πάντα, ὥστε νὰ ἀξιωθῆ συνειδητὰ νὰ βρῆ καὶ νὰ ζήση τὸν Χριστὸ ὡς σωτήρα, λυτρωτὴ καὶ εὐεργέτη. Τότε μιλᾶ τὴ δική του γλώσσα, τὴν προσωπικὴ καὶ μοναδική. Καὶ συνεχίζεται ἡ Πεντηκοστὴ διὰ τῆς προσωπικῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου. Μὲ τὸ νὰ ἀκούση ὁ καθένας τὸν Καλὸ Ποιμένα νὰ τὸν καλῆ μὲ τὸ ὄνομά του. Μὲ τὸ νὰ παίρνη ὑπόστασι τὸ εἶναι του. Μὲ τὸ νὰ βρῆ ἐν Χριστῷ τὸν ἑαυτό του· καὶ νὰ βγῆ ἀπὸ μέσα του ἕνα «δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν». Τότε καταλαβαίνει ὁ ἄνθρωπος ὅτι καλὰ λίαν ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὰ πάντα. Καλὰ λίαν γίνονται τῇ εὐλογίᾳ τοῦ Θεοῦ τὰ πάντα. ῞Ολα μᾶς κάνουν καλό: «Τοῖς ἀγαπῶσι τὸν Θεὸν πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν».

Καὶ αὐτὴ τὴν εὐεργεσία τῆς σωτηρίας τὴν ἐκφράζει ὁ κάθε εὐεργετημένος καὶ σωσμένος προσωπικά, μὲ χίλιους τρόπους: μὲ τὸν λόγο, τὴ σιωπή, τὴ διαγωγή, τὴν παρουσία, τὰ ἔργα τῶν χειρῶν καὶ τοῦ νοός του.

῎Ετσι, ὅλα μιλοῦν μέσα στὴν ᾿Εκκλησία καὶ μεταδίδουν τὸν ἕνα Λόγο.

Καὶ ἀληθινὰ μιλᾶ ὁ ἄνθρωπος ποὺ σιωπᾶ καὶ δι’ αὐτοῦ μιλᾶ ὁ Θεός. ᾽Εὰν περιοριζώμαστε στὸ νὰ λέμε τὶς δικές μας μόνον ἀπόψεις· ἂν ξεκινᾶμε ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας καὶ τὴν προβολὴ τῆς ἐφήμερης ἐπιτυχίας μας, τότε δὲν φανερώνομε τὸ πνεῦμα τῆς Πεντηκοστῆς, ὅσο θεολογικὰ καὶ ἂν φαίνεται ὅτι μιλᾶμε, ἀλλὰ ἐπεκτείνομε τὴ σύγχυσι καὶ τὴν ὀχλαγωγία τῆς Βαβέλ.

῞Οταν μιλᾶ ὁ νεκρὸς ἑαυτός μας, κατὰ τὸ παράδειγμα τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, τότε εἴμαστε ζωντανοί. Μιλᾶ ὁ Θεός, μιλᾶ ὁ ἑαυτός μας ὁ ἀληθινός. Καὶ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ποὺ ζητοῦν τὴν ἀλήθεια ἀκοῦνε τὸν λόγο μας, γιατὶ δι’ αὐτοῦ ἀκοῦνε τὸν ἕνα Λόγο. Καὶ ὁ νεκρὸς γιὰ τὸν ἑαυτό του ἄνθρωπος καὶ ζῶν ἐν τῷ Θεῷ ἀκούει καὶ σέβεται τὸν λόγο ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ἀκούει τὸν λόγο τῶν ὄντων καὶ δι’ αὐτῶν ἀκούει τὸν ἕνα Λόγο, διὰ τοῦ ὁποίου «ἐγένετο τὰ πάντα», καὶ «χωρὶς Αὐτοῦ ἐγένετο οὐδὲ ἓν ὃ γέγονεν».

Καταλαβαίνει, δέχεται, καὶ ταυτόχρονα διὰ τῆς αὐτῆς πράξεως κοινοποιεῖ τὸν λόγο γιὰ τὸν ὁποῖο ἔγιναν τὰ πάντα. Καὶ αὐτὸς ὁ λόγος εἶναι νὰ συμμετάσχουν στὸν παράδεισο τῆς Λογικῆς λατρείας, τῆς μιᾶς συμπαντικῆς Λειτουργίας, ὅπου ὁ εἷς σαρκωθεὶς Θεὸς Λόγος, ὁ ἐκ σιγῆς προελθών, εἶναι «ὁ προσφέρων καὶ προσφερόμενος καὶ προσδεχόμενος καὶ διαδιδόμενος».

Τότε, ὅταν ὅλα ᾽Εκεῖνος τὰ πράττη, δίδει τὴ δυνατότητα καὶ παρέχει τὴν τιμὴ καὶ σὲ μᾶς τοὺς μηδαμινοὺς νὰ μποῦμε στὸ συλλείτουργο καὶ νὰ λειτουργήσωμε προσφέροντας τὴν ἐλάχιστη συμβολή μας μὲ τὸν λόγο, τὴ σιωπή, τὴν πρᾶξι καὶ τὴν ἡσυχία μας.

῾Ο Λόγος τῆς ᾿Εκκλησίας εἶναι τὸ συλλείτουργο, ὅπου ἐναρμονίως συνάδουν ὅλοι οἱ λόγοι τῶν προσώπων καὶ τῶν ὄντων.

Τίποτε δὲν ὑπάρχει ἀληθινὰ ἔξω ἀπὸ αὐτὸ τὸ συλλείτουργο, τὴ μία Λειτουργία ποὺ λογοποιεῖ τὸν ἄνθρωπο, τὸν καθιστᾶ λόγο Θεοῦ καὶ εὐλογία γιὰ ὅλη τὴ δημιουργία.

Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο κάθε πιστός, ὁ πιὸ ἐλάχιστος καὶ μικρός, δὲν εἶναι τμῆμα τοῦ ὅλου, ἀλλὰ ἀνακεφαλαιώνει τὸ ὅλον. Εἶναι ἐν σμικρῷ ᾽Εκκλησία. Εἶναι ἐν σμικρῷ ὁλόκληρος ὁ κόσμος.

Συχνὰ λέγεται ὅτι πρέπει νὰ προσφέρωμε στὸν κόσμο τὸν θεολογικὸ λόγο τῆς ᾽Εκκλησίας. ᾽Αλλὰ δὲν πρέπει ποτὲ νὰ ξεχνᾶμε ὅτι θεολογικὸς λόγος δὲν εἶναι ἡ μεταπρατικὴ χρῆσι τῶν πατερικῶν ρήσεων καὶ ἡ μηχανικὴ ἐπανάληψι κάποιας θεολογικῆς ὁρολογίας.

Θεολογία εἶναι ἡ σάρκωσι τῆς ἀλήθειας ἄθελά μας. ῾Η φανέρωσι τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, ποὺ γίνεται χωρὶς καμμιὰ προσπάθεια ἀπὸ τοὺς συντετριμμένους. 

Τὸ ἀληθινὸ γίνεται καὶ διατυπώνεται ἀκόπως. ῾Η Θεοτόκος εἶναι ἡ «ἀκόπως βαστάσασα» τὸν Χριστό. Καὶ γιὰ νὰ φθάσης σ’ αὐτὸ τὸ «ἀκόπως», τὸ ἀληθινὸ καὶ αὐθόρμητο, ποὺ εἶναι δῶρο Θεοῦ καὶ ἄνωθεν προσφερόμενο χάρισμα, πρέπει πολὺ νὰ κουρασθῆς, νὰ κλάψης, νὰ ἀσκηθῆς, νὰ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ ὅλα. Νὰ ξεπεράσης τὰ πάθη σου μὲ τὴ χάρι τοῦ Θεοῦ. Νὰ ξεπεράσης τὶς ἀρετές σου, ὅπως θέλει ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής. Νὰ μὴν ἔχης καμμιὰ ἰδέα γιὰ τὶς ἀρετές, τὶς ἱκανότητες ἢ τὴν ἁγιότητά σου. Νὰ φθάσης στὸ μὴ ὄν. Τότε ὁ Θεὸς ἔρχεται καὶ χαρίζει δωρεὰν τὰ ὑπὲρ φύσιν καὶ αἴσθησιν. Καὶ τὰ χαρίζει στοὺς ταπεινούς, «τὰ μωρά, τὰ ἀσθενῆ, τὰ ἀγενῆ, τὰ ἐξουθενημένα καὶ τὰ μὴ ὄντα». Γιατὶ τὰ μὴ ὄντα, ὡς μὴ ἔχοντα καμμιὰ ἰδέα γιὰ τὸν ἑαυτό τους, δὲν νοθεύουν τὰ ἅγια, ἄσπιλα καὶ τίμια. 

᾽Ενῶ οἱ «ἐνάρετοι», αὐτοὶ ποὺ παρ’ ὅλες τὶς ἀρετὲς ἢ τὶς γνώσεις τους, ἢ ἐξ αἰτίας αὐτῶν καὶ τῆς μεγάλης ἰδέας ποὺ ἔχουν γιὰ τὸν ἑαυτό τους (καὶ ἡ ὁποία ὑπογραμμίζεται καὶ φαίνεται εὐκρινέστερα μὲ τὴ δῆθεν προσπάθεια νὰ τὴν ἀποκρύψουν) γιὰ ὅλα αὐτὰ καὶ μὲ ὅλα αὐτὰ μολύνουν καὶ νοθεύουν τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ· τὸν ἀνακατεύουν μὲ τὶς δικές τους τοξίνες καὶ τὸν κάνουν ἀχώνευτο καὶ ἀπορριπτέο ἀπὸ τὸ στομάχι τοῦ πεινασμένου ἀνθρώπου.

῾Ο λόγος τῆς ᾽Εκκλησίας εἶναι ἡ φανέρωσι τῆς ἀναπαύσεως καὶ τῆς παρακλήσεως τοῦ Πνεύματος, ποὺ προσφέρεται δωρεὰν ἀπὸ τοὺς ταπεινοὺς καὶ κεκαθαρμένους, ποὺ δὲν ὑπολήπτονται τὸν ἑαυτό τους. 

῎Ετσι, δωρεὰν προσφέρουν τὰ τίμια, ἐπειδὴ τὰ ἔλαβαν. Καὶ τοὺς εἶναι ὁ κόσμος εὐγνώμων, ἐνῶ αὐτοὶ ἐλεεινολογοῦν ἔσωθεν τὸν ἑαυτό τους. Τὸν βλέπουν «ὑποκάτω πάσης τῆς κτίσεως», χειρότερο πάντων τῶν ἀνθρώπων καὶ κατώτερο ὅλων τῶν κτηνῶν καὶ ἑρπετῶν. Καὶ θαυμάζουν μόνο τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τὴ σοφία καὶ τὴν ἄρρητή Του πρόνοια γιὰ ὅλη τὴ δημιουργία, καὶ γι’ αὐτοὺς τοὺς ἴδιους καὶ ἄξιους πάσης καταδίκης.

Τελικὰ φαίνεται ὅτι κάνουν θεολογία οἱ μὴ θεολόγοι, οἱ ἀληθινοί, οἱ ταπεινοὶ καὶ γνήσιοι ἄνθρωποι (ποὺ ἐνίοτε μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ θεολόγοι). Αὐτοὶ ποὺ μέσα ἀπὸ ὅλα τὰ βάσανα, τοὺς κόπους καὶ τὶς δοκιμασίες, φθάνουν σὲ ἕνα ἐκ βαθέων «δόξα τῷ Θεῷ». Καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ τὸ περιεχόμενο τῆς ζωῆς τους καὶ τὴν ἀνωστικὴ δύναμι, ποὺ συνέχεια τοὺς φέρνει πρὸς τὸν Θεὸ καὶ καθιστᾶ τὸν λόγο καὶ τὴν παρουσία τους εὐλογία γιὰ τὸν κόσμο καὶ τοὺς ἀδελφούς τους.

 

 

(Πηγή: wra9.blogspot.com)

Όταν η γλώσσα χάνει τη μαγεία της (Πέτρος Φαραντάκης, Δρ Φιλοσοφίας)

By: alopsis
28 May 2026 at 01:00

Σημειώσεις για τη διάσωση του εκκλησιαστικού Λόγου

Η ελληνική γλώσσα, στην κορυφαία της πνευματική και καλλιτεχνική έκφραση μέσα από το κείμενο της θείας λειτουργίας, δεν αποτελεί ένα απλό εργαλείο επικοινωνίας, αλλά ένα μυσταγωγικό όχημα υψηλής αισθητικής. Η χρήση της ελληνιστικής κοινής και της βυζαντινής υμνολογίας συνιστά ένα ζωντανό μνημείο παγκόσμιας πολιτισμικής παρακαταθήκης, το οποίο διασώζει τη γλωσσική συνέχεια του ελληνισμού επί αιώνες. Η απόπειρα αντικατάστασης αυτού του λόγου από τη σύγχρονη δημοτική ή, ακόμη χειρότερα, τη δημώδη γλώσσα, απειλεί να απογυμνώσει τη λατρεία από το πνευματικό της βάθος και να υποβιβάσει το ιερό στο επίπεδο του καθημερινού. Η γοητεία του πρωτοτύπου έγκειται ακριβώς στην ικανότητά του να αποσπά τον πιστό από τη ρουτίνα της υλικής πραγματικότητας και να τον οδηγεί σε έναν χώρο υπερβατικό και λατρευτικό.

Η αρχιτεκτονική του λόγου στη θεία λειτουργία του Ιωάννη του Χρυσοστόμου, και στα προγενέστερα ή και μεταγενέστερα μέρη της, διακρίνεται για την εντελή νοηματική ακρίβεια και την ποιητικότητά της. Ο Χρυσόστομος ειδικότερα, κάτοχος μιας κλασικής ρητορικής δεινότητας, σμίλευσε τις ευχές και τους ύμνους με τέτοιον τρόπον ώστε κάθε λέξη να φέρει ένα ακριβές θεολογικό βάρος, αποκλείοντας κάθε ασάφεια ή δογματική παρερμηνεία. Έτσι προέκυψε ένα κείμενο με εσωτερικό ρυθμό, μέτρο και μουσικότητα, όπου οι αντιθέσεις, τα σχήματα λόγου και η ηχητική υποβολή των αρχαϊκών συμπλεγμάτων δημιουργούν μιαν ατμόσφαιρα κατάνυξης. Φράσεις όπως το: Τα σα εκ των σων ή το: Τον επινίκιον ύμνον άδοντα, βοώντα, κεκραγότα και λέγοντα, εμπεριέχουν έναν ποιητικό γλυκασμό και μια λαμπρότητα την οποία η πεζότητα των σύγχρονων γλωσσικών ιδιωμάτων αδυνατεί να προσεγγίσει.

Η απόδοση αυτών των εννοιών στη νεοελληνική οδηγεί αναπόφευκτα σε μια οδυνηρή νοηματική έκπτωση και αισθητική αλλοίωση. Όταν η Ευχαριστία αποδίδεται ως μια απλή: «Ευχαρίστηση», το Πρόσχωμεν ως ένα τυπικό: «Ας προσέξουμε», ή το Σαρκωθέντα ως: «…που έγινε άνθρωπος», χάνεται όλη η δογματική διάσταση και η εσωτερική εγρήγορση που απαιτεί η περίσταση. Η εκκλησιαστική γλώσσα διατηρεί σκόπιμα μιαν απόσταση από την τρέχουσα λαλιά, όχι για να απομακρύνει τον πιστό, αλλά για να δηλώσει το άρρητο και το μυστικό. Η χρήση της δημώδους γλώσσας θα καταργούσε τη διάκριση μεταξύ του ιερού και του ανίερου, μετατρέποντας μιαν ουράνια μυσταγωγία σε μια κοινή, άνευρη και σχεδόν απλοϊκή εκφώνηση.

Το επιχείρημα ότι η γλωσσική αυτή ιεροπρέπεια, δεν είναι πλήρως κατανοητή από τον σύγχρονο άνθρωπο παραβλέπει τον βιωματικό χαρακτήρα της Ορθόδοξης λατρείας. Η θεία λειτουργία δεν απευθύνεται μόνο στον ορθό λόγο, αλλά βιώνεται και μέσω της καρδίας και του πνεύματος, ενώ η συχνή ακρόαση καθιστά τις βασικές ευχές οικείο κτήμα του πιστού. Η εκκλησία αποσκοπεί στην υπαρξιακή ανύψωση του ανθρώπου προς τη σφαίρα του θείου και του υπερβατικού, αρνούμενη να εγκλωβίσει την ιερότητα στα στενά όρια της εφήμερης πεζότητας χάριν μιας απλουστευτικής και χρησιμοθηρικής κατανόησης. Η διάσωση της αυθεντικής λειτουργικής γλώσσας αποτελεί μέλημα ολκής, καθώς συνιστά τη ζωντανή γέφυρα που μας συνδέει με τις ρίζες, την ιστορία και το κάλλος της ελληνικής γραμματείας.

Η οργανική μάλιστα σχέση αυτής της ευρύτερης λειτουργικής γλώσσας της εκκλησίας με τη βυζαντινή μουσική, αποτελεί ένα ακόμη αδιαμφισβήτητο τεκμήριο της ανάγκης για διατήρηση του πρωτοτύπου της κειμένου. Η ψαλτική τέχνη δεν αναπτύχθηκε ανεξάρτητα, αλλά γεννήθηκε, σμιλεύτηκε και εξελίχθηκε ως το ένδυμα αυτού ακριβώς του γλωσσικού ιδιώματος. Υπάρχει μια απόλυτη, σχεδόν μαθηματική και εσωτερική, αρμονία ανάμεσα στον τονισμό των αρχαιοπρεπών λέξεων, τη διάρκεια των συλλαβών και τις μουσικές γραμμές των βυζαντινών μελωδημάτων. Οι συνθέτες των ιερών ύμνων βασίστηκαν στον εσωτερικό ρυθμό και την ποιητική δομή της ελληνιστικής κοινής για να δημιουργήσουν τις θέσεις και τα μέλη της οκτωηχίας. Οποιαδήποτε βίαιη απόσπαση του κειμένου από τη μουσική του μήτρα και  αντικατάστασή του από τη δημοτική, θα επέφερε μια ολοκληρωτική αισθητική δυσαρμονία, καθώς ο πεζός ρυθμός της σύγχρονης λαλιάς αδυνατεί να ισορροπήσει πάνω στις παραδοσιακές μουσικές κλίμακες, μετατρέποντας το ιερό μέλος σε ένα άρρυθμο και ξένο άκουσμα.

Έναντι αυτού του πλούτου, οι υποστηρικτές της καθιέρωσης της δημοτικής γλώσσας στη γενικότερη λατρεία, προβάλλουν το επιχείρημα της προσιτότητας σε αυτήν ̇ μια θέση η οποία, αν και ξεκινά από μια κατανοητή ποιμαντική μέριμνα για την προσέλευση των πιστών, κρίνεται τελικά επιφανειακή και άστοχη. Μολονότι συμμεριζόμαστε την πρόθεσή τους να καταστήσουν το θείο μήνυμα πιο φιλικό, η προσέγγιση αυτή παραγνωρίζει ότι η θεία λειτουργία – καθώς και τα υμνολογικά και δογματικά ένθετα – δεν είναι ένα φροντιστήριο ιδεών ούτε μια τετριμμένη διάλεξη, που απαιτεί αποκλειστικά εγκεφαλική και ορθολογική επεξεργασία. Η γλωσσική απλούστευση, παρά τις αγαθές προθέσεις των εισηγητών της, υποτιμά το πνευματικό και αισθητικό κριτήριο του σύγχρονου ανθρώπου, θεωρώντας τον εσφαλμένα ανήμπορο να μυηθεί σε ένα περισσότερο λόγιο γλωσσικό περιβάλλον. Η διέξοδος στην έλλειψη εξοικείωσης με το περιβάλλον αυτό, δεν είναι η πνευματική απίσχναση του κειμένου, αλλά η καλλιέργεια και η παιδεία του πιστού, ώστε να μπορεί να κοινωνεί το κάλλος της παράδοσής του στην αυθεντική και αλώβητη μορφή του.

Τελειώνοντας, η διατήρηση της αυτούσιας γλώσσας της λειτουργικής εκκλησιαστικής γλώσσας δεν συνιστά μια στείρα προσκόλληση στο παρελθόν, αλλά μια πράξη διανοητικής αντίστασης απέναντι στην πολιτισμική ισοπέδωση της εποχής μας. Σε έναν σύγχρονο κόσμο όπου ο λόγος, κυρίως μέσα από την κυριαρχία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, έχει μετατραπεί σε ένα εργαλείο εφήμερο, τυποποιημένο, ξύλινο και βαθύτατα απρόσωπο, η βυζαντινή υμνολογική γλώσσα πιο συγκεκριμένα, ορθώνεται ως ένα αντίδοτο υπαρξιακής αλλοτρίωσης. Εκεί όπου η ψηφιακή καθημερινότητα παράγει έναν λόγο απογυμνωμένο από το βίωμα, που καταναλώνεται βεβιασμένα εγγαστριμυθώντας κοινοτοπίες, η εκκλησιαστική πατερική γραμματεία προσφέρει μιαν όαση νοηματικού βάθους και αισθητικού κάλλους. Η περιωπή αυτού του λόγου έγκειται στο γεγονός ότι δεν επιδιώκει να περιοριστεί στη διάχυση μιας ενημέρωσης, αλλά να αναπλάσει εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου, προσφέροντάς του μια σφύζουσα πύλη εισόδου στο πεδίο του άχρονου. Η διαφύλαξη αυτής της μυσταγωγικής γοητείας, μακριά από τις απλοποιήσεις της δημοτικής ή της εκλαϊκευμένης γλώσσας, αποτελεί τελικά τη διατήρηση μιας ρέουσας πηγής νοημάτων, όπου ο λόγος παραμένει τέχνη, η επικοινωνία γίνεται κοινωνία και ο άνθρωπος ανασυγκροτεί την υπαρξιακή του πληρότητα.

 

 

(Πηγή: antifono.gr)

 

Άλλα άρθρα για την Λειτουργική Γλώσσα ΕΔΩ

Σιωπηλές διαδρομές της καρδιάς προς τον Θεό (π. Ηλίας Γ. Διακουμάκος, Πρεσβύτερος)

By: alopsis
26 May 2026 at 15:04

Υπάρχουν στιγμές στη ζωή όπου ο άνθρωπος νιώθει πως η καθημερινότητα δεν αρκεί. Κάτι μέσα του τον καλεί σε μεγαλύτερο βάθος, σε περισσότερη αλήθεια, σε έναν τρόπο ύπαρξης που δεν εξαντλείται στους θορύβους και στους ρυθμούς της εποχής. Αυτή η εσωτερική κίνηση δεν είναι τυχαία. Είναι η διακριτική πρόσκληση του Θεού, που αγγίζει την καρδιά χωρίς θόρυβο, αλλά με μια γαλήνη που δεν μπορεί να αγνοηθεί.

Κάθε άνθρωπος κουβαλά μέσα του μια μυστική προσδοκία: να ακουμπήσει σε κάτι αληθινό, να βρει έναν λόγο ύπαρξης που να αντέχει στον χρόνο και στη φθορά. Κάποιες φορές αυτή η προσδοκία εκφράζεται ως δίψα για νόημα, άλλες ως λαχτάρα για ειρήνη, άλλες ως αναζήτηση αγάπης που να μη ματαιώνεται.

Σε όλες όμως τις περιπτώσεις, πίσω από τον ανθρώπινο πόθο κρύβεται ένας άλλος πόθος· ο θείος. Δεν αναζητούμε μόνον τον Θεό· ο Θεός μας αναζητά πρώτος.

Τα κείμενα που ακολουθούν δεν επιχειρούν να περιγράφουν το άρρητο, ούτε να ορίσουν τον Θεό με λόγια. Προσπαθούν όμως να φωτίσουν την εσωτερική πορεία της ψυχής προς Εκείνον: την κλήση που ακούγεται αθόρυβα, τη συνάντηση που γεννιέται στη σιωπή, την τρυφερότητα που αποκαλύπτεται μέσα στην καθημερινότητα.

Δεν γράφονται για να αναλύσουν, αλλά για να συνοδεύσουν· όχι για να εξηγήσουν τον Θεό, αλλά για να βοηθήσουν να γίνει αισθητός. Γιατί η σχέση με Εκείνον δεν είναι ιδέα ή θεωρία· είναι δρόμος, ζωή και καρδιακή μεταμόρφωση.

Κι όταν η καρδιά αρχίζει να αναγνωρίζει τη φωνή Του, τότε όλα αποκτούν νέο νόημα: Ο φόβος υποχωρεί, οι πληγές μαλακώνουν, και ο άνθρωπος συναντά μια αγάπη που υπήρχε πάντοτε· απλώς περίμενε να γίνει δεκτή.

Η σιωπηλή κλήση, η εσωτερική συνάντηση, η τρυφερότητα της θεϊκής παρουσίας, η μεταμόρφωση της καρδιάς και η βαθιά ελευθερία που γεννά η εμπιστοσύνη, αποτελούν τα στάδια ενός μυστικού ταξιδιού που κάθε ψυχή καλείται να περπατήσει.

Αν αυτά τα λόγια κατορθώσουν να απαλύνουν έναν φόβο, να ζεστάνουν μια πληγωμένη καρδιά ή να προσφέρουν έναν μικρό φάρο ελπίδας, τότε ο σκοπός τους έχει εκπληρωθεί. Το σημαντικότερο δεν είναι να γνωρίσουμε τον δρόμο τέλεια, αλλά να κάνουμε το πρώτο βήμα. Γιατί ο Θεός μάς περιμένει πάντα εκεί όπου η καρδιά ανοίγει, έστω και λίγο.

 

Η ανεξιχνίαστη πρόσκληση

Από την αρχή των αιώνων, πριν ακόμη υπάρξει χρόνος και δημιουργία, η αγάπη του Θεού είχε ήδη στραφεί προς τον άνθρωπο. Μέσα από αυτή την άπειρη αγάπη γεννιέται μια μυστική πρόσκληση, μια εσωτερική κίνηση που δεν μπορεί να εξηγηθεί με λόγια, γιατί προέρχεται από βάθος που ξεπερνά κάθε ανθρώπινη κατανόηση. Δεν είναι κάτι που επιβάλλεται· είναι μια ήρεμη, διακριτική κλήση που σέβεται την ελευθερία του ανθρώπου και τον καλεί σε σχέση, σε εμπιστοσύνη, σε ζωή.

Ο Θεός αγγίζει την καρδιά όχι μέσα από θόρυβο και εντυπωσιασμούς, αλλά μέσα από μια παρουσία απαλή, σχεδόν ανεπαίσθητη. Μέσα σ᾽ αυτήν την παρουσία ανάβει η επιθυμία του ανθρώπου να Τον αναζητήσει. Και όταν ο άνθρωπος στρέφει την προσοχή του προς το εσωτερικό του, ανακαλύπτει ότι ο Θεός δεν έλειψε ποτέ· απλώς ο ίδιος είχε απομακρυνθεί από την καρδιά του.

Η θεϊκή πρόσκληση δεν έρχεται ως κραυγή. Είναι σαν αθόρυβος ψίθυρος που περιμένει την ώρα της καρδιακής ηρεμίας για να ακουστεί. Και όταν η ψυχή αφήσει πίσω της τη σύγχυση και τον εσωτερικό θόρυβο, αρχίζει να νιώθει ότι την καλεί κάτι μεγαλύτερο από την ίδια· μια αγάπη που δεν καταργεί την ελευθερία, αλλά την ολοκληρώνει.

Ο Θεός δεν ζητά τελειότητα, αλλά προθυμία. Δεν περιμένει επιδείξεις ή επιφανειακές πράξεις, αλλά μια διάθεση αληθινή, μια καρδιά που μπορεί να πει «ναι» ακόμη κι αν τρέμει. Η πρόσκλησή Του ριζώνει μέσα στην ψυχή σαν μικρός σπόρος. Κι αν ο άνθρωπος τον ποτίσει με ειλικρίνεια, προσευχή και σιωπή, τότε ο σπόρος αρχίζει να ανθίζει σε ένα φως που μεταμορφώνει ολόκληρη τη ζωή.

Σ᾽ αυτήν τη διαδικασία η καθημερινότητα αλλάζει πρόσωπο. Ό,τι φαινόταν τυχαίο αποκτά νόημα· ό,τι ήταν σκοτεινό φωτίζεται από μέσα. Η ψυχή καταλαβαίνει ότι δεν είναι μόνη, ότι ο Θεός συνοδεύει κάθε της βήμα, ακόμη κι όταν εκείνη δεν το αντιλαμβάνεται.

Και έτσι, μέσα από μια κλήση αθόρυβη αλλά πανίσχυρη, ο άνθρωπος μαθαίνει πως ο Θεός, ήρεμα, σταθερά και τρυφερά, θα είναι πάντοτε ο αληθινός συνοδοιπόρος του ανθρώπου.

 

Η άφωνη κλήση του Θεού

Πριν από κάθε δημιουργία, πριν ακόμη υπάρξει χρόνος, η αγάπη του Θεού είχε ήδη στραφεί προς τον άνθρωπο που επρόκειτο να υπάρξει. Η θεϊκή αυτή κλήση δεν μπορεί να ερμηνευτεί με ανθρώπινα μέτρα· γεννιέται από μια αγάπη άδολη, ήρεμη και ατελείωτη, που απλώνεται χωρίς να ζητά ανταπόδοση.

Ο Θεός, αν και ακατάληπτος στην ουσία Του, αγγίζει τον άνθρωπο με μια παρουσία λεπτή, σχεδόν ανεπαίσθητη, που ανάβει μέσα μας μια μυστική επιθυμία: να Τον αναζητήσουμε. Και όταν ο άνθρωπος στρέφει πραγματικά την προσοχή του προς το εσωτερικό του, ανακαλύπτει πως ο Θεός δεν έλειψε ποτέ· μόνο εκείνος είχε απομακρυνθεί από την καρδιά του.

Η θεϊκή πρόσκληση δεν είναι κραυγή. Είναι σαν απαλός ψίθυρος που δεν πιέζει, δεν επιβάλλεται και δεν θορυβεί. Περιμένει τη στιγμή που η ψυχή θα ηρεμήσει από τους συνήθεις θορύβους και θα μπορέσει να την ακούσει. Είναι τότε που ο άνθρωπος νιώθει πως κάτι τον τραβά πέρα από την καθημερινότητα, σε έναν τρόπο ζωής όπου όλα φωτίζονται αλλιώς.

Μόνο μέσα στην ταπεινή σιωπή μπορεί ο άνθρωπος να γευτεί αυτή την πρόσκληση: να καταλάβει ότι ο Θεός δεν αναζητά τελειότητες, αλλά προθυμία· δεν περιμένει επιδείξεις, αλλά αλήθεια. Θέλει μια καρδιά που ανοίγεται, όχι μια καρδιά που απολογείται.

Η άφωνη κλήση του Θεού είναι σαν μικρός σπόρος μέσα μας. Αν την κρατήσουμε ζωντανή, αν τη φροντίσουμε με προσευχή και ειλικρίνεια, τότε μεγαλώνει σε κάτι πολύ μεγαλύτερο από εμάς· σε μια σταθερή αίσθηση ότι ο Θεός συνοδοιπορεί αθόρυβα, αλλά σταθερά, σε κάθε βήμα της ζωής μας.

 

Η σιωπηλή συνάντηση

Όταν ο άνθρωπος αρχίσει να ανταποκρίνεται στην εσωτερική κλήση του Θεού, ανακαλύπτει πως η συνάντηση μαζί Του δεν γίνεται μέσα σε εντυπωσιακές εμπειρίες, αλλά μέσα σε μια απλότητα που ξαφνιάζει. Η παρουσία του Θεού απλώνεται σαν απαλό φως που δεν τυφλώνει αλλά ζεσταίνει· σαν ήρεμη πνοή που δεν σαρώνει τη ζωή μας, αλλά τη μεταμορφώνει από μέσα.

Πολλές φορές ο άνθρωπος προσπαθεί να Τον συναντήσει με τη σκέψη του, με τις δικές του προσπάθειες, με υπολογισμούς και αναλύσεις. Κι όμως, ο Θεός γίνεται αισθητός όταν η καρδιά αφήσει για λίγο τις άμυνες, όταν η ψυχή παραιτηθεί από το άγχος να εξηγήσει τα πάντα. Είναι τότε που η χάρη βρίσκει χώρο να πλησιάσει, όχι με θόρυβο, αλλά με γλυκιά βεβαιότητα.

Στη σιωπηλή αυτή συνάντηση, ο άνθρωπος δεν ακούει φωνές ούτε βλέπει οράματα. Ακούει όμως κάτι βαθύτερο: τη γαλήνη που γεννιέται όταν η ζωή φωτίζεται εκ των έσω. Νιώθει ότι δεν είναι μόνος, ότι κάποιος τον γνωρίζει σε βάθος, τον καταλαβαίνει πέρα από λόγια, και τον αγαπά χωρίς όρους.

Έτσι η σχέση με τον Θεό παύει να είναι μια θεωρητική ιδέα και γίνεται πραγματικότητα. Γίνεται όπως η αναπνοή: δεν την προσέχεις, αλλά χωρίς αυτήν δεν ζεις. Και τότε ο άνθρωπος αρχίζει να προσεύχεται διαφορετικά· όχι μόνο με λέξεις, αλλά με την ίδια τη στάση της ζωής του. Η προσευχή δεν είναι αίτημα, αλλά συνάντηση. Δεν είναι προσπάθεια, αλλά ανταπόκριση.

Η σιωπηλή συνάντηση με τον Θεό δεν ακυρώνει τις δυσκολίες της ζωής, αλλά τις τοποθετεί σε ένα άλλο φως. Ό,τι ήταν αδιέξοδο γίνεται ευκαιρία για βάθος. Ό,τι ήταν φόβος γίνεται εμπιστοσύνη. Και ό,τι ήταν πληγή, γίνεται δρόμος από τον οποίο περνά ένα φως που ο άνθρωπος δεν περίμενε ποτέ να δει μέσα του.

 

Η τρυφερότητα της θεϊκής παρουσίας

Καθώς η ψυχή συνηθίζει στη σιωπηλή συνάντηση με τον Θεό, αρχίζει να διακρίνει κάτι ακόμη πιο λεπτό: την τρυφερότητα της παρουσίας Του. Όχι ως συναίσθημα που έρχεται και φεύγει, αλλά ως μια σταθερή βεβαιότητα πως η ζωή δεν είναι πια ανοίκεια ή τυχαία. Η καθημερινότητα, ακόμη και στις πιο απλές της στιγμές, αποκτά ένα θαυμαστό βάθος, σαν να αγγίζεται από μια αόρατη, στοργική δύναμη.

Ο Θεός δεν επιβάλλει την αγάπη Του· τη φανερώνει με τρόπους που σέβονται την ελευθερία του ανθρώπου. Μερικές φορές την αισθανόμαστε σε μια απροσδόκητη στιγμή ειρήνης, άλλες σε μια φωτεινή σκέψη, άλλες στη συγχώρεση που κατορθώνουμε ενώ πριν αδυνατούσαμε. Σαν να ακουμπά ο Θεός διακριτικά την καρδιά και να της θυμίζει ότι μπορεί να αγαπά, μπορεί να εμπιστεύεται, μπορεί να ελπίζει.

Η θεϊκή τρυφερότητα δεν αναιρεί τον πόνο· τον μεταμορφώνει. Εκεί που η πληγή γινόταν βάρος, τώρα γίνεται άνοιγμα. Εκεί που η ψυχή έκλεινε από φόβο, τώρα μαλακώνει. Ο άνθρωπος αρχίζει να βλέπει τον εαυτό του όχι με αυστηρότητα, αλλά με εκείνο το βλέμμα που πιστεύει στις δυνατότητες της καρδιάς του· το βλέμμα με το οποίο τον κοιτάζει ο Θεός.

Και τότε, χωρίς υπερβολή ή εξαναγκασμό, η προσευχή γίνεται πιο αληθινή. Δεν είναι πια λίστα αιτημάτων, αλλά διάλογος. Δεν είναι καθήκον, αλλά ανάσα. Σαν να μιλά ο άνθρωπος σε έναν οικείο φίλο και, ταυτόχρονα, σ᾽ έναν άπειρο Θεό που τον σέβεται βαθιά.

Στην τρυφερότητα της παρουσίας Του, ο άνθρωπος μαθαίνει να αγαπά με τρόπο νέο. Να αγαπά χωρίς να απαιτεί, να προσφέρει χωρίς να λογαριάζει, να συγχωρεί χωρίς όρους. Κι αυτή η αλλαγή δεν προκύπτει από προσπάθεια· προκύπτει από την επαφή με Εκείνον που αγαπά πρώτος, ήρεμα και ακατανίκητα.

Έτσι η ζωή γίνεται ένας δρόμος μαθητείας στην αγάπη. Όχι στην αγάπη ως ιδέα, αλλά στην αγάπη ως πραγματικότητα που αλλάζει τον άνθρωπο από μέσα προς τα έξω. Και η καρδιά, όσο κι αν πληγωθεί, όσο κι αν κουραστεί, βρίσκει πάντοτε τρόπο να ξανασηκωθεί, γιατί στηρίζεται σε Εκείνον που δεν αποσύρει ποτέ την παρουσία Του.

 

Η μεταμόρφωση της καρδιάς

Καθώς η καρδιά πλησιάζει τον Θεό, ένα λεπτό αλλά βαθύ μυστήριο αρχίζει να ξετυλίγεται: η μεταμόρφωση της ύπαρξης. Δεν είναι αλλαγή απότομη ούτε εντυπωσιακή. Είναι μια διαδικασία ήσυχη, όπως αλλάζει ο ουρανός πριν ξημερώσει· σχεδόν αθόρυβα, κι όμως γεμάτη υπόσχεση.

Αρχικά ο άνθρωπος συνειδητοποιεί ότι οι παλιές του βεβαιότητες αρχίζουν να ξεθωριάζουν. Εκεί που νόμιζε πως ξέρει τι πρέπει να φοβηθεί και τι να κυνηγήσει, μια νέα κατανόηση γεννιέται: ότι η αληθινή ζωή δεν βρίσκεται στην ασφάλεια ούτε στην επιτυχία, αλλά στη σχέση· στη σχέση με τον Θεό που φωτίζει τα πάντα.

Η καρδιά μαθαίνει σιγά σιγά να μην αντιδρά με σκληρότητα. Δεν έγινε αδύναμη· έγινε βαθύτερη. Έμαθε ότι η δύναμη βρίσκεται στη συγχώρεση. Και όταν η συγχώρηση ριζώνει μέσα της, οι παλιές πικρίες λιώνουν σαν χιόνι στον ήλιο.

Η μεταμόρφωση φαίνεται στις μικρές στιγμές: στην υπομονή, στη γαλήνη, στη συμπόνια. Στις επιλογές που πλέον δεν γίνονται για επιβεβαίωση, αλλά για αγάπη.

Τότε η προσευχή αλλάζει. Ζητά φως αντί για λύση, δύναμη αντί για έλεγχο, ειρήνη αντί για βεβαιότητες. Κι ο Θεός απαντά όχι με θεαματικά σημεία, αλλά με τρόπο που αλλάζει την ίδια την καρδιά· την κάνει πιο ελεύθερη, πιο ανοιχτή, πιο ικανή να αγαπά χωρίς φόβο.

Η μεταμορφωμένη καρδιά δεν είναι τέλεια· είναι ζωντανή. Δεν αφήνει τις δυσκολίες να γίνουν σκοτάδι, γιατί αναπνέει μέσα της η ήρεμη βεβαιότητα ότι ο Θεός δεν αποσύρεται ποτέ.

Και τότε η ζωή αποκτά νέο βάθος, νέα απλότητα, νέα αλήθεια. Η καρδιά γίνεται τόπος όπου η χάρη εργάζεται αθόρυβα, αλλά αδιάκοπα. Και όσο ο άνθρωπος παραμένει ανοιχτός σ᾽ αυτήν τη λεπτή εργασία, τόσο περισσότερο ανακαλύπτει ότι η παρουσία του Θεού δεν είναι μακριά, αλλά κατοικεί ήδη μέσα του.

Γιατί εκεί, στην καρδιά, αρχίζει και ολοκληρώνεται κάθε αληθινή σχέση με τον Θεό.

Η πνευματική πορεία του ανθρώπου δεν είναι μονοπάτι χωρίς δυσκολίες, ούτε δρόμος που περνιέται με βεβαιότητα. Είναι όμως ένα μονοπάτι γεμάτο υποσχέσεις· υποσχέσεις φωτός, αλήθειας και παρουσίας. Στα ήσυχα βήματα, στη σιωπή, στις απλές στιγμές της καθημερινότητας, ο άνθρωπος ανακαλύπτει πως ο Θεός δεν απομακρύνθηκε ποτέ. Ήταν πάντοτε εκεί, διακριτικός, στοργικός, έτοιμος να φωτίσει κάθε σκιά.

Τα κεφάλαια αυτού του έργου δεν αποτελούν ένα τέλος· είναι μια ανοιχτή πρόσκληση. Η διαδρομή της καρδιάς συνεχίζεται καθημερινά· στα βλέμματα που ανταλλάσσουμε, στις αποφάσεις που παίρνουμε, στη συγχώρεση που προσφέρουμε, στην ελπίδα που δεν εγκαταλείπουμε.

Και κάθε φορά που στρέφουμε λίγο τη σκέψη μας, λίγο το βλέμμα μας, λίγο την καρδιά μας προς τον Θεό, Εκείνος ανταποκρίνεται με τρόπο απαλά βαθύ, μεταμορφωτικό και αληθινό.

Αυτό το ταξίδι δεν τελειώνει ποτέ, γιατί είναι ταξίδι αγάπης. Και η αγάπη του Θεού δεν εξαντλείται, δεν μικραίνει, δεν κουράζεται. Μόνο περιμένει, ήρεμα και αθόρυβα, μέχρι η καρδιά μας να την αναγνωρίσει.

 

 

 

Η παράδοση του Ευαγγελίου († Αρχ. Γεώργιος Καψάνης, Προηγούμενος Ι. Μ. Γρηγορίου Αγίου Όρους)

By: alopsis
26 May 2026 at 01:00

Ο Απόστολος Παύλος είδε τον Χριστό, συνομίλησε με τον Χριστό. Δι’ αποκαλύψεως Ιησού Χριστού παρέλαβε το Ευαγγέλιο (βλ. Γαλ. 1:11-12)· από Αυτόν άκουσε, και είχε την χάρη και το κύρος να είναι όντως Απόστολος του Χριστού και να μπορέσει κι αυτός να κοπιάσει υπέρ του Ευαγγελίου και να κηρύξει το Ευαγγέλιο.

Το Ευαγγέλιο λοιπόν το παρέλαβε ο Απόστολος Παύλος κι αυτό παρέδωσε. Δεν μπορεί κανείς να παραδώσει κάτι αν δεν το παραλάβει. Πρέπει να παραλάβει για να παραδώσει.

Δεύτερον, αυτό το Ευαγγέλιο που παρέλαβε και παρέδωσε ο Απόστολος Παύλος, όπως και οι άλλοι άγιοι Απόστολοι, είναι Ευαγγέλιο το οποίο στηρίζει τους ανθρώπους στην ζωή τους. Δεν είναι μόνον για την μέλλουσα ζωή, αλλά είναι και για την παρούσα ζωή. Διότι ακολουθώντας κανείς το Ευαγγέλιο του Χριστού γνωρίζει ποιος είναι ο προορισμός του, γνωρίζει γιατί ζει και γνωρίζει πως πρέπει να ζει, ώστε η ζωή του να είναι αξιοποιημένη.

Αλλά είναι και το Ευαγγέλιο το οποίο σώζει και τον άνθρωπο διότι του χαρίζει την αιώνια ζωή. Αυτές λοιπόν οι τρεις ιδιότητες του Ιερού Ευαγγελίου που μας παραδίδει ο Απόστολος Παύλος ισχύουν μέχρι σήμερα. Αυτό το Ευαγγέλιο, το ίδιο Ευαγγέλιο κι εμείς παραλάβαμε στην αγία Εκκλησία από τους αγίους Αποστόλους και τους διαδόχους τους, τους αγίους Πατέρες της Εκκλησίας μας, την Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας μας και γι’ αυτό είμαστε και σίγουροι ότι αυτό το Ευαγγέλιο, είναι το αληθινό Ευαγγέλιο του Χριστού. Διότι δεν το παραλάβαμε από ανθρώπους, οι οποίοι δίδασκαν διδασκαλίες και εντάλματα ανθρώπων, αλλά το παραλάβαμε από την αγία Εκκλησία, η οποία είναι και ο φύλαξ του Ευαγγελίου του Χριστού.

***

Γι’ αυτό κι εμείς στη Θεία Λειτουργία δείχνουμε ότι το κέντρο της ζωής μας είναι το Ευαγγέλιο του Χριστού. Στη Αγία Τράπεζα που είναι και ο Γολγοθάς και ο κενός τάφος του Χριστού, το Ευαγγέλιο είναι στο κέντρο. Στη Μικρή Είσοδο το Ευαγγέλιο λιτανεύουμε και ο διάκονος ή ο ιερεύς λέγει: «Σοφία. Ορθοί», δηλαδή ότι αυτό το Ευαγγέλιο είναι η σοφία του Θεού. Το Ευαγγέλιο λιτανεύεται σε όλες τις λιτανείες της Εκκλησίας μας. Το Ευαγγέλιο, κατά τη λειτουργική Παράδοση της Εκκλησίας μας είναι ο Ίδιος ο Χριστός. Προσκυνώντας το Ευαγγέλιο, τον Χριστό προσκυνούμε. Άρα λοιπόν η Εκκλησία μας είναι η κατεξοχήν Εκκλησία του Χριστού κι Αυτή κρατάει το Ευαγγέλιο. Αυτή παραδίδει το Ευαγγέλιο κι Αυτή σώζει εμάς διότι έχει το Ευαγγέλιο του Χριστού και όχι έτερον ευαγγέλιον, ανθρώπινο ευαγγέλιο.

Κι εδώ είναι κάτι που πρέπει εμείς οι ορθόδοξοι να το δούμε, να το προσέξουμε, να το χαρούμε και να ευχαριστήσουμε το Θεό, διότι αυτό το Ιερό Ευαγγέλιο που μας παραδίδει η αγία μας Εκκλησία σήμερα είναι ακαινοτόμητο. Είναι το ίδιο Ευαγγέλιο των Αποστόλων, των Πατέρων, των Συνόδων, των Αγίων. Αυτό είναι το αληθινό Ευαγγέλιο. Δεν έχει παρεκκλίνει η αγία μας Εκκλησία κατά ιώτα εν από το Ευαγγέλιο του Χριστού.

***

Έρχονται βέβαια οι αιρετικοί και λένε ότι «εμείς έχουμε το αληθινό Ευαγγέλιο», αλλά τα πράγματα τους διαψεύδουν, διότι δεν μπορεί να υπάρχουν πολλά ευαγγέλια. Ένα Ευαγγέλιο υπάρχει μόνον, και οι αιρετικοί έχουν τόσα «ευαγγέλια», όσοι είναι οι αιρετικοί.

Θα φέρω ένα παράδειγμα: Υπάρχει μία αίρεση στη Ελλάδα, αλλά και στο κόσμο ολόκληρο, η οποία κάνει και πολλή θραύση. Αυτοί λοιπόν οι Πεντηκοστιανοί, που ισχυρίζονται ότι έχουν το αληθινό ευαγγέλιο και ότι είναι η αληθινή «εκκλησία» της Πεντηκοστής, είναι στην Ελλάδα περί τις 20 παραφυάδες, περί της 20 και πλέον ομάδες, κοινότητες. Δεν είναι μία ομάδα, και μεταξύ τους δεν έχουν καμία κοινωνία. Πού είναι λοιπό το αληθινό ευαγγέλιο το οποίο έχουν και ποια ομάδα απ’ αυτές έχει το αληθινό Ευαγγέλιο;

Γι’ αυτό εμείς ευχαριστούμε το Θεό διότι παραλάβαμε το Ευαγγέλιο, το αληθινό Ευαγγέλιο του Χριστού, κι αυτό πρέπει να το κρατήσουμε ως κόρην οφθαλμού. Αφού κι εμείς το παραλάβαμε από τους ευσεβείς μας γονείς, από τους ευσεβείς Πνευματικούς μας πατέρες, από αγίους επισκόπους και κληρικούς. Αυτό το Ευαγγέλιο κι εμείς να το παραδώσουμε στους μεταγενεστέρους για να μη χαθεί η ελπίδα του κόσμου. Διότι, αν χαθεί το αληθινό Ευαγγέλιο του Χριστού ο κόσμος δεν θα έχει ελπίδα και οι άνθρωποι θα βυθίζονται στο βαθύ σκοτάδι. Αλλά αυτό το Ευαγγέλιο δεν μπορούμε να το παραδώσουμε, αν πρώτα δεν το ζήσουμε.

***

Ο Απόστολος Παύλος είδε τον Χριστό, συνομίλησε με τον Χριστό, είχε τον Χριστό μέσα του. Κι εμείς ενόσω έχουμε δει τον Χριστό με τα μάτια της ψυχής μας, ενόσω έχουμε γνωρίσει τον Χριστό και ενόσω ζούμε τον Χριστό μέσα μας θα ζούμε το αληθινό Ευαγγέλιο και θα μπορούμε να το παραδώσουμε και στους δικούς μας.

Ο πατέρας και η μητέρα θα πρέπει να παραδώσουν το Ευαγγέλιο στα παιδιά τους, στους οικείους τους. Ο καθένας θα πρέπει να παραδώσει το Ευαγγέλιο του Χριστού, τον Χριστό δηλαδή, σ’ αυτούς με τους ο οποίους συναναστρέφεται.

Η παράδοση του Ευαγγελίου είναι υποχρέωση και καθήκον κάθε βαπτισμένου χριστιανού και όχι μόνο των κληρικών και των ιεραποστόλων. Κάθε βαπτισμένος χριστιανός πρέπει να ζει το Ευαγγέλιο και να παραδίδει το Ευαγγέλιο. Κι έτσι όλη η Εκκλησία μας είναι Εκκλησία ιεραποστολική, Εκκλησία η οποία πρέπει να ζει το Ευαγγέλιο και πρέπει να παραδίδει το Ευαγγέλιο για να μείνει η αληθινή πίστη στον κόσμο, για να μείνει η αληθινή ελπίδα στους ανθρώπους.

Μ’ αυτές τις ταπεινές σκέψεις, παρακαλώ τον Θεό να μας βοηθήσει όλους να ζούμε αληθινά το Ευαγγέλιο του Χριστού και με τη ζωή μας και με τη διακονία μας, ο καθένας εκεί που τον έταξε ο Θεός και να παραδίδουμε το Ευαγγέλιο του Χριστού. Αμήν.

 

(Από ομιλία στην τράπεζα της Μονής, Κυριακή 17 Αυγ. 1998)

 

 

(Πηγή: koinoniaorthodoxias.org)

Η καριέρα ως προσωπείο (Μαργαρίτα Γ. Γεωργιάδου)

By: alopsis
25 May 2026 at 01:00

Η εικόνα ως φυλακή και ο άνθρωπος δέσμιος του μυαλού του.

istock

Υπάρχουν άνθρωποι που δεν ζουν απλώς μια ζωή. Υποδύονται μια ζωή. Χτίζουν γύρω τους μια προσεκτικά επιμελημένη εικόνα, ένα κοινωνικά αποδεκτό πρόσωπο, ένα βιογραφικό ύφος ύπαρξης, όπου κάθε επιλογή, κάθε σχέση, κάθε δημόσια κίνηση και κάθε σιωπή υπηρετεί έναν μεγαλύτερο στόχο, να μη ραγίσει η εικόνα. Στην αρχή αυτό μπορεί να μοιάζει με πειθαρχία, φιλοδοξία ή κοινωνική ωριμότητα. Με τον καιρό, όμως, γίνεται κάτι βαθύτερο και πιο ασφυκτικό. Γίνεται ένας μηχανισμός αυτοεγκλωβισμού, όπου ο άνθρωπος παύει να αναρωτιέται τι πραγματικά θέλει και αρχίζει να σκέφτεται μόνο τι επιτρέπεται να θέλει, τι φαίνεται σωστό, τι ταιριάζει στο προφίλ του, τι υπηρετεί την καριέρα του, τι δεν διαταράσσει το αφήγημα που έχει κατασκευάσει για τον εαυτό του.

Η κοινωνική ζωή συχνά λειτουργεί σαν σκηνή. Ο άνθρωπος μαθαίνει από νωρίς να παρουσιάζει μια εκδοχή του εαυτού του ανάλογα με το περιβάλλον, το κοινό, τις προσδοκίες και τον ρόλο που θεωρεί ότι πρέπει να διατηρήσει. Αυτό από μόνο του δεν είναι αφύσικο. Όλοι, σε κάποιον βαθμό, προσαρμόζουμε τη συμπεριφορά μας. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η προσαρμογή γίνεται φυλακή. Όταν η εικόνα παύει να είναι ένα κοινωνικό εργαλείο και μετατρέπεται σε ταυτότητα. Όταν ο άνθρωπος δεν χρησιμοποιεί πια τη μάσκα για να κινηθεί μέσα στην κοινωνία, αλλά πιστεύει ότι χωρίς τη μάσκα δεν υπάρχει.

Σε αυτό το σημείο, η καριέρα δεν λειτουργεί μόνο ως επαγγελματική επιδίωξη. Γίνεται το κέντρο βάρους μιας ολόκληρης ύπαρξης. Ορισμένοι άνθρωποι επιλέγουν σχέσεις, φίλους, κοινωνικούς κύκλους, ακόμη και οικογενειακές δομές όχι επειδή τους εκφράζουν, αλλά επειδή ταιριάζουν στο οικοδόμημα που έχουν αποφασίσει να δείχνουν προς τα έξω. Δημιουργούν γύρω τους έναν κύκλο ανθρώπων που νομιμοποιεί την εικόνα τους, που στηρίζει το αφήγημά τους, που ενισχύει το κύρος τους. Η ζωή τους αποκτά σκηνογραφία. Υπάρχει το κατάλληλο επάγγελμα, η κατάλληλη κοινωνική συμπεριφορά, οι κατάλληλες δημόσιες παρουσίες, οι κατάλληλες σχέσεις, οι κατάλληλες σιωπές. Όλα μοιάζουν τακτοποιημένα, όμως μέσα σε αυτή την τάξη συχνά κατοικεί μια βαθιά εσωτερική αταξία.

Ο άνθρωπος που κατασκευάζει μια τέτοια εικόνα δεν εξαφανίζει τον αληθινό του εαυτό. Τον καταπιέζει. Τον σπρώχνει στο παρασκήνιο. Τον αφήνει να ζει σε κρυφές επιθυμίες, σε παράλληλες ζωές, σε μισές αλήθειες, σε σχέσεις που δεν μπορεί να αναγνωρίσει δημόσια, σε συναισθήματα που δεν αντέχει να παραδεχθεί ούτε στον ίδιο του τον εαυτό. Έτσι γεννιέται η διπλή ζωή. Από τη μία υπάρχει η επίσημη, καθαρή, κοινωνικά αποδεκτή εκδοχή. Από την άλλη υπάρχει η εσωτερική, ανεπεξέργαστη, ανομολόγητη πραγματικότητα. Δεν είναι πάντα θέμα ανηθικότητας. Συχνά είναι θέμα φόβου. Φόβου απέναντι στην έκθεση, στην απόρριψη, στην απώλεια κύρους, στην κατάρρευση μιας εικόνας που χτίστηκε με κόπο και πλέον απαιτεί καθημερινή συντήρηση.

Αυτή η συντήρηση κουράζει. Κανείς δεν μπορεί να παίζει επ’ άπειρον έναν ρόλο χωρίς κόστος. Κάθε ψεύτικη σταθερότητα απαιτεί θυσίες. Θυσιάζεται η αυθεντικότητα, η ελευθερία, η τρυφερότητα, η ειλικρίνεια, η δυνατότητα να αγαπήσει κανείς χωρίς υπολογισμό και να αγαπηθεί χωρίς σκηνοθεσία. Ο άνθρωπος αρχίζει να ζει όχι σύμφωνα με την ψυχή του, αλλά σύμφωνα με το βλέμμα των άλλων. Και το πιο τραγικό είναι ότι συχνά οι άλλοι δεν κοιτούν καν τόσο προσεκτικά. Η κοινωνία, την οποία τόσο φοβάται, συνήθως προχωρά. Σχολιάζει για λίγο, ξεχνά γρήγορα, αντικαθιστά το ένα θέμα με το επόμενο. Εκείνος όμως μένει φυλακισμένος μέσα σε έναν κόσμο που έφτιαξε μόνος του, πιστεύοντας ότι όλοι τον παρακολουθούν, τον κρίνουν, τον μετρούν, τον αξιολογούν.

Η εικόνα γίνεται τότε πιο σημαντική από την αλήθεια. Η καριέρα πιο σημαντική από την ευτυχία. Το όνομα πιο σημαντικό από την εσωτερική γαλήνη. Η κοινωνική αποδοχή πιο σημαντική από την προσωπική ελευθερία. Και κάπως έτσι, άνθρωποι ικανοί, φιλόδοξοι, εργατικοί, κοινωνικά επιτυχημένοι, καταλήγουν να φοβούνται τον ίδιο τους τον ίσκιο. Φοβούνται μια συζήτηση, μια εξομολόγηση, μια επιλογή, έναν άνθρωπο που ήρθε με αλήθεια και δεν χωρούσε στο πλαίσιο που είχαν προαποφασίσει για τη ζωή τους. Όχι επειδή αυτός ο άνθρωπος δεν είχε αξία, αλλά επειδή απειλούσε το σκηνικό. Απειλούσε τη σταθερότητα της εικόνας. Απειλούσε το αφήγημα που έπρεπε να μείνει άθικτο.

Έτσι, άνθρωποι που πλησιάζουν με ειλικρίνεια, με σεβασμό, με καθαρό συναίσθημα, μπορεί να βρεθούν απέναντι σε έναν τοίχο. Όχι επειδή έκαναν κάτι λάθος, αλλά επειδή στάθηκαν μπροστά σε κάποιον που δεν μπορούσε να αντέξει την αλήθεια τους. Ο άνθρωπος που ζει για την εικόνα του δεν απορρίπτει πάντα τον άλλον επειδή δεν τον θέλει. Μπορεί να τον απορρίπτει επειδή δεν αντέχει αυτό που ο άλλος ξυπνά μέσα του. Η αυθεντικότητα του άλλου γίνεται καθρέφτης. Και όταν κάποιος έχει περάσει χρόνια χτίζοντας μια ζωή πάνω στον έλεγχο, ο καθρέφτης γίνεται απειλή.

Το πιο σκληρό σε αυτή την πραγματικότητα είναι ότι η υποκρισία δεν πληγώνει μόνο εκείνον που την υπηρετεί. Πληγώνει και όσους βρεθούν κοντά του. Πληγώνει ανθρώπους που πίστεψαν, που εμπιστεύτηκαν, που στάθηκαν με ειλικρίνεια, που δεν ήρθαν για να χαλάσουν μια εικόνα, αλλά για να συναντήσουν έναν άνθρωπο. Εκεί όμως βρίσκεται η μεγάλη σύγκρουση. Ο άνθρωπος της εικόνας δεν επιτρέπει εύκολα στον εαυτό του να συναντηθεί πραγματικά. Μπορεί να συγκινηθεί, να δεθεί, να νιώσει, να διχαστεί, όμως όταν έρθει η στιγμή της επιλογής, συχνά επιστρέφει στο γνώριμο καταφύγιο του ρόλου. Επιλέγει εκείνο που φαίνεται ασφαλές. Εκείνο που δεν ταράζει την επιφάνεια. Εκείνο που προστατεύει το κατασκευασμένο του πρόσωπο.

Και όμως, η κοινωνία δεν ενδιαφέρεται όσο νομίζουμε. Ο κόσμος είναι πολύ πιο απορροφημένος από τις δικές του αγωνίες, τις δικές του ανασφάλειες, τα δικά του αδιέξοδα. Η ιδέα ότι όλοι παρακολουθούν και αξιολογούν κάθε προσωπική μας επιλογή είναι συχνά μια ψευδαίσθηση που τρέφει τον φόβο. Ακόμη και όταν οι άνθρωποι σχολιάζουν, η μνήμη τους είναι σύντομη. Το πραγματικό κόστος δεν βρίσκεται στο τι θα πουν οι άλλοι, αλλά στο τι χάνει κανείς όταν ζει μόνιμα εναντίον της αλήθειας του. Χάνει στιγμές. Χάνει ανθρώπους. Χάνει εσωτερική ηρεμία. Χάνει τη δυνατότητα να κοιτάξει πίσω και να πει ότι έζησε με θάρρος.

Γιατί η καριέρα μπορεί να υπάρξει και χωρίς ψέμα. Το κύρος μπορεί να συνυπάρξει με την αυθεντικότητα. Η επαγγελματική επιτυχία δεν απαιτεί πάντα μια αποστειρωμένη προσωπική ζωή, ούτε μια σκηνοθετημένη κοινωνική εικόνα. Μπορεί κανείς να προχωρήσει, να διακριθεί, να δημιουργήσει, να αφήσει έργο, χωρίς να θάψει τον άνθρωπο μέσα του. Η πραγματική δύναμη δεν βρίσκεται στην τέλεια εικόνα, αλλά στην εσωτερική συνοχή. Στο να μη χρειάζεται κάποιος να ζει δύο ζωές για να αντέχει τη μία. Στο να μη διαλύει άλλους ανθρώπους επειδή δεν έχει το θάρρος να σταθεί απέναντι στον εαυτό του.

Όλοι θα φύγουμε κάποτε από αυτόν τον κόσμο. Όσες καριέρες και αν χτίσουμε, όσα ονόματα και αν δημιουργήσουμε, όσες εικόνες και αν προστατεύσουμε, κάποια στιγμή η σκηνή θα αδειάσει. Οι τίτλοι θα ξεθωριάσουν. Οι κοινωνικές εντυπώσεις θα ξεχαστούν. Οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να ζουν, να εργάζονται, να ερωτεύονται, να υποφέρουν, να προχωρούν. Αυτό που θα μείνει, όσο μένει, είναι το αποτύπωμα που αφήσαμε στις ψυχές των ανθρώπων που μας συνάντησαν. Εκεί θα φανεί αν υπήρξαμε αληθινοί ή απλώς επιτυχημένοι. Αν αγαπήσαμε ή απλώς προστατεύσαμε την εικόνα μας. Αν ζήσαμε ή αν περάσαμε τη ζωή μας παίζοντας έναν ρόλο.

Γι’ αυτό, ίσως η μεγαλύτερη πράξη ελευθερίας είναι να πάψει κανείς να χτίζει φανταστικούς κόσμους μέσα στο μυαλό του. Να πάψει να πιστεύει ότι η ευτυχία του πρέπει να εγκριθεί από το κοινωνικό βλέμμα. Να καταλάβει ότι η εικόνα δεν αξίζει περισσότερο από την ψυχή. Ότι η καριέρα δεν χρειάζεται να γίνει φυλακή. Ότι η αποδοχή που αγοράζεται με αυτοπροδοσία είναι πάντα εύθραυστη. Και ότι ο άνθρωπος που τολμά να είναι αληθινός μπορεί να πληρώσει κάποιο τίμημα, όμως κερδίζει κάτι ανεκτίμητο. Την ελευθερία να ζει χωρίς να φοβάται τον ίδιο του τον εαυτό.

Η ζωή είναι πολύ μικρή για να τη σπαταλάμε συντηρώντας προσωπεία. Πολύ μικρή για να θυσιάζουμε ανθρώπους στον βωμό μιας εικόνας. Πολύ μικρή για να παντρευόμαστε την καριέρα μας και να ξεχνάμε ότι πριν από κάθε τίτλο, κάθε επάγγελμα, κάθε κοινωνικό ρόλο, είμαστε άνθρωποι. Και ο άνθρωπος δεν γεννήθηκε για να ζει φυλακισμένος μέσα στο ίδιο του το δημιούργημα. Γεννήθηκε για να υπάρχει με αλήθεια, με ευθύνη, με θάρρος και με εσωτερική καθαρότητα που δεν χρειάζεται σκηνοθεσία για να φανεί.

 

 

(Πηγή: huffingtonpost.gr)

Τελικά, μοιάσαμε στο τέρας που δημιουργήσαμε (Δημήτρης Καπράνος)

By: alopsis
24 May 2026 at 01:00

«Μαμά καί μπαμπά, τρία χρόνια τώρα εἶμαι σέ μιά κατάσταση κατάθλιψης. Καί μπορεῖ αὐτός ὁ κόσμος νά ἔχει τά ὡραῖα του, ἀλλά ἴσως ἕνας ἄλλος κόσμος νά εἶναι καλύτερος. Φέτος εἶναι ἡ χρονιά πού θά δώσω Πανελλήνιες ἐξετάσεις, ἀλλά φοβᾶμαι ὅτι δέν θά πάω καλά. Τό ξέρω ὅτι δέν θά πάω καλά καί ἔτσι θά καταλήξω μέ μιά δουλειά πού δέν θά μοῦ δίνει λεφτά. Πλέον δέν μέ εὐχαριστεῖ τίποτα ἀπό τή ζωή. Δέν μπορῶ νά δῶ τίποτα θετικό. Μαμά καί μπαμπά, δέν θέλω πιά νά ζῶ. Αὐτός ὁ κόσμος δέν εἶναι πιά γιά μένα»…

Τί κόσμο ἔχουμε ἑτοιμάσει γι’ αὐτά τά παιδιά; Πῶς δυό κορίτσια δεκαεπτά ἐτῶν φοροῦν τά ἀκουστικά τους καί πηδοῦν στό κενό ἀπό τήν ταράτσα τῆς πολυκατοικίας τους, ἔχοντας προσχεδιάσει τό ἀπονενοημένο διάβημα; Πῶς ἔχουμε καταφέρει νά κάνουμε ἐφιάλτη ἀκόμη καί τίς Πανελλήνιες;

«Θά καταλήξω σέ μιά δουλειά πού δέν θά μοῦ δίνει λεφτά». Τί φράση-μαχαίρι εἶναι αὐτή; Σέ ποιά κοινωνία ὁδηγοῦμε τούς νέους νά δημιουργήσουν, νά ὀνειρευτοῦν, νά ἀγαπήσουν τήν ζωή; Στήν κοινωνία τῶν «ἑπτακοσίων πενῆντα εὐρώ», γιά τά ὁποῖα πανηγυρίζουμε; Στήν κοινωνία τῆς καθημερινῆς τοξικότητας πού ἀναβλύζει ἀπό παντοῦ;

Δέν ἔχω δεῖ ἄλλη χώρα στόν κόσμο νά κάνει «κυρίαρχο θέμα» τίς Πανελλήνιες. Δηλαδή μιά ἐξεταστική δοκιμασία, στήν ὁποία ὁ νέος «δέν θά σπουδάσει ἐκεῖνο πού τοῦ ἀρέσει, ἀλλά μπορεῖ νά βρεθεῖ… πεταλωτής τζιτζικιῶν. ἐνῷ ἔχει δηλώσει ὅτι τοῦ ἀρέσει ἡ Ἀρχιτεκτονική», ὅπως ἔλεγε ὁ ἀλησμόνητος Χαράλαμπος Τριανταφυλλίδης.

Ἡ κοπέλα τοῦ ἀνηψιοῦ μου ἔχει τελειώσει Ἱστορία τῆς Τέχνης στήν Ἀνωτάτη Σχολή Καλῶν Τεχνῶν καί τώρα ἐργάζεται σέ ἐπιχείρηση παρασκευῆς πρόχειρου φαγητοῦ. «Σκεπτόμουν νά κάνω μεταπτυχιακό στήν Ἱστορία, ἀλλά ἀφ’ ἑνός δέν ἔχω τά χρήματα καί ἀφ’ ἑτέρου πάλι γιά δουλειά θά ψάχνω στόν τομέα μου καί δέν θά βρίσκω» μοῦ λέει, ἐνῷ ἐπιβλέπει τήν τροφοδοσία ἑνός μεγάλου φάσματος καφετεριῶν μέ σάντουιτς καί «τυρόπιτες κουροῦ» γιά χίλια εὐρώ μικτά τόν μῆνα…

Αὐτή τήν κοινωνία ἔχουμε φτιάξει. Τήν κοινωνία τῶν «ἰνφλουένσερ», πού «πετάγονται μέχρι τό Ντουμπάι καί τήν Ντόχα γιά Σαββατοκύριακο» καί παρουσιάζουν ὀγκώδεις τραπεζικούς λογαριασμούς, τήν κοινωνία τῶν «σελέμπριτι», ἐν πολλοῖς τενεκέδων ἀγαλβάνιστων, πού ἔχουν ἐξελιχθεῖ σέ καλοπληρωμένους «μαϊντανούς πολυτελείας»…

Κι ἐμεῖς, ἀλήθεια, οἱ ἔχοντες τήν εὐθύνη τῆς ἐνημερώσεως, τῆς παροχῆς τῆς σωστῆς καί ἐγκύρου πληροφορίας τί κάνουμε; Μετέχουμε –ἀφιλοκερδῶς καί προθύμως– σ’ αὐτόν τόν «γῦρο τοῦ θανάτου», πού ἔχει στηθεῖ καί περιμένει τούς νέους.

Μιά κοινωνία πού δέν ἐπιτρέπει τήν ψυχική ἠρεμία, μιά κοινωνία ἡ ὁποία σχεδόν ἐπιβάλλει τήν κατάθλιψη, σχεδόν ἐπιβάλλει τήν ἀναξιοκρατία, σχεδόν ἐπιβάλλει τό «μέσον» καί τόν «γνωστό τοῦ γνωστοῦ» καί δέν ἀφήνει χῶρο ἀναπνοῆς καί δημιουργίας.

Τί νά κάνει ἕνα κορίτσι δεκαεπτά ἐτῶν, πού τό ἔχει κυριεύσει ἡ κατάθλιψη; Ἐμεῖς εἴμαστε ἐκεῖνοι πού ὀφείλουμε νά κρατήσουμε μακρυά ἀπό τό κεφαλάκι του τά ἀκουστικά τῆς ἀπομονώσεως, ἐμεῖς εἴμαστε ἐκεῖνοι πού πρέπει νά κρατήσουμε μακρυά ἀπό τά παιδιά τά κλειδιά τῆς ταράτσας. Ἀλλά, δυστυχῶς, ἐμεῖς εἴμαστε ὑπεύθυνοι κι ἐμεῖς ἔχουμε δημιουργήσει τό τέρας, στό ὁποῖο τελικῶς μοιάσαμε…

 

 

(Πηγή: estianews.gr)

Θρίαμβος του κυνισμού – Ο ευλογημένος πόλεμος (Πρωτοπρ. Θωμάς Βαμβίνης)

By: alopsis
24 May 2026 at 01:00

Θρίαμβος τοῦ κυνισμοῦ

Κάποτε, στό μεσουράνημα τοῦ γουοκισμοῦ, εἶχαν διαβληθῆ κάποιες λέξεις ὡς ἀκατάλληλες πρός χρήση ἀπό τούς ἀνθρώπους, πού εἶχαν εὐαισθησία στά δικαιώματα ὅλων τῶν συνανθρώπων τους, δικαίων καί ἀδίκων. Γι’ αὐτό γινόταν προσπάθεια, μέσα μάλιστα καί ἀπό πανεπιστημιακά μαθήματα σέ ἐκπαιδευτικούς, νά ἀντικατασταθοῦν οἱ λέξεις αὐτές μέ ἄλλες λέξεις ἤ καί μέ περιφραστικές διατυπώσεις. Γίνονταν διάφορες προτάσεις. Γιά παράδειγμα: ἀντί κλέφτης, νά λέμε αὐτός πού νομίζει ὅτι ὅλα ἀνήκουν σέ ὅλους, ἀντί γιά ζητιάνος, νά λέμε αὐτός πού ζητᾶ ἰδιωτική χρηματοδότηση, ἐπίσης τόν πρωτόγονο νά τόν λέμε ἄνθρωπο μέ διαφορετική κουλτούρα καί τό πιό φρικτό: τόν κανιβαλισμό νά τόν ὀνομάζουμε ἐνδοφυλετική βρώση.

Στίς μέρες μας ὅλα αὐτά ἔχουν γίνει παρελθόν καί τά διαβάζουμε ὡς κάποια ἀστεῖα ἀνέκδοτα. Δέν ἦταν ἀνέκδοτα. Ἦταν ἡ ὑπερβολή πού μᾶς ἔφερε στό ἄλλο ἄκρο. Τώρα πιά δέν φοβόμαστε τίς λέξεις, ὅσο ἄγριες καί ἀπάνθρωπες καί ἄν εἶναι. Ἡ ἀφοβία μάλιστα ἔφθασε νά γίνη κυνισμός.

Στόν νέο πόλεμο τῆς Μέσης Ἀνατολῆς ἔχουμε τόν θρίαμβο τοῦ κυνισμοῦ. Γιά παράδειγμα, ἀκούσαμε τήν ὑπερήφανη δήλωση ἡγέτη πού ἔλεγε: «Σκοτώσαμε ὅλη τὴν ἡγεσία τους καὶ στὴ συνέχεια συγκεντρώθηκαν γιὰ νὰ ἐπιλέξουν νέους ἡγέτες – καὶ τοὺς σκοτώσαμε καὶ αὐτούς».

Μέ τίς ἀρχές τοῦ γουοκισμοῦ πῶς θά μποροῦσε νά διατυπωθῆ αὐτή ἡ διαφήμιση τοῦ σκληροῦ θανάτου; Δέν εἴμαστε εἰδικοί σέ καλλωπιστικές ψιμυθιώσεις τῆς πλέον σκληρῆς πραγματικότητας ἑνός πολέμου. Μποροῦμε, ὅμως, μέ βεβαιότητα νά ποῦμε ὅτι πιό πολύ ἀπό τίς εἰκόνες τῶν καταστροφῶν τά ἤθη τῶν ἀνθρώπων ἐξαγριώνονται ἀπό δηλώσεις, ὅπως ἡ παραπάνω.

 

Ὁ εὐλογημένος πόλεμος

Ἁπό τήν ἀτμόσφαιρα τοῦ παραλογισμοῦ τοῦ σύγχρονου πολέμου μποροῦν νά μᾶς βγάλουν μόνο λόγια ἁγίων, δηλαδή ἀνθρώπων πού ξέρουν τί εἶναι ὁ θάνατος καί ποιά εἶναι ἡ ἀληθινή ζωή.

Ὁ ὅσιος Σωφρόνιος ὁ Ἀθωνίτης διακατεχόμενος ἀπό τήν «θεωρία τοῦ ἅδη στόν κόσμο αὐτό, μέσα στήν ἱστορία», ἐξομολογούμενος μᾶς διδάσκει: «Ζώντας στήν ἔρημο, ὄχι μόνο δέν ἐλευθερώθηκα ἀπό τήν κατάσταση αὐτή [τήν θεωρία τοῦ ἅδη], ἀλλά ἀπεναντίας αὐξήθηκε τό μαρτύριό μου γιά τόν κόσμο, ὡς συνέπεια τῶν γεγονότων γενικά τῆς ἐποχῆς μας καί εἰδικά τῆς περιόδου τοῦ Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου. Ἡ ἔρημος μοῦ παρεῖχε τήν ἐλευθερία νά παραδίδομαι στήν προσευχή γιά τήν ἀνθρωπότητα, ἰδιαίτερα τίς νυχτερινές ὧρες. Μέ συνέπαιρνε κατά κάποιον τρόπο ἡ αἴσθηση τῶν παθημάτων τῆς οἰκουμένης… Ζοῦσα γιά χρόνια μέσα στήν πνιγηρή ἀτμόσφαιρα ἀδελφοκτόνου μίσους, ἀρχικά ἐξαιτίας τοῦ Παγκοσμίου κι ἔπειτα τοῦ ἐμφυλίου πολέμου». Γράφει κατόπιν κάτι πού δέν μπορεῖ κανείς νά τό πῆ χωρίς πνευματική γεύση. Προτιμοῦσε νά ἀκούη «γιά χιλιάδες ἴσως θύματα ἀπό σεισμούς, πλημμύρες, ἐπιδημίες καί ἄλλες θεομηνίες καί κατατροφές, πού προκαλοῦν συνήθως τή συμπάθεια ὅλων, παρά γιά πολέμους, πού σχεδόν χωρίς ἐξαίρεση παρασύρουν τούς πάντες σέ ἠθική συμμετοχή στούς φόνους. Δέν ὑπάρχει μεγαλύτερη ἁμαρτία ἀπό τόν πόλεμο». Ὁ πόλεμος παρασέρνει «τούς πάντες σέ ἠθική συμμετοχή στούς φόνους». Γι’ αὐτό δέν ὑπάρχει πιό μεγάλη ἁμαρτία ἀπό τόν πόλεμο.

Συμφωνοῦσε μόνον σέ ἕναν πόλεμο πού τόν διαλέγουμε μόνοι μας: «εἶναι ἡ ἁγία πάλη πρός τόν κοινό ἐχθρό γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους, γιά ὅλη τήν ἀνθρωπότητα: τόν θάνατο. Οὐσιαστικά ὁ ἄνθρωπος δέν ἔχει ἄλλον ἐχθρό. Παλεύουμε γιά τήν ἀνάσταση, τήν προσωπική μας καί τοῦ κάθε ἄλλου συνανθρώπου μας». Αὐτός εἶναι ὁ εὐλογημένος πόλεμος τοῦ Χριστιανοῦ.

 

 

(Πηγή: parembasis.gr)

Πώς Θα Σωθούμε: Οι αρετές (Ιερά Μονή Παρακλήτου)

By: alopsis
23 May 2026 at 01:00

Επιλογή και διασκευή ψυχωφελών κειμένων από το βιβλίο “ΑΜΑΡΤΩΛΩΝ ΣΩΤΗΡΙΑ” του μοναχού Αγαπίου Λάνδου του Κρητός

Οι αρετές

Με πολλή σοφία και γνώση ο προφήτης Δαβίδ ορίζει το διπλό περιεχόμενο της ενάρετης πολιτείας, όταν συμβουλεύει: “Φύγε μακριά από το κακό και κάνε το αγαθό” (Ψαλμ. 33:15). Για την αποφυγή του κακού γράψαμε αρκετά στο πρώτο μέρος. Στο δεύτερο θα γράψουμε για την τέλεση του αγαθού, την άσκηση των αρετών, καθώς και για την τελική Κρίση, τον παράδεισο και την κόλαση.

Θα ξεκινήσουμε, κάνοντας μια στοιχειώδη ιεράρχηση των αρετών, για να ξέρεις ποιες είναι οι ανώτερες και σπουδαιότερες.


Όλες οι αρετές χωρίζονται σε δύο τάξεις: Στις πνευματικές και αόρατες, εκείνες δηλαδή που βιώνονται και καλλιεργούνται από τον άνθρωπο εσωτερικά, και στις εξωτερικές και ορατές, εκείνες που εκδηλώνονται και φαίνονται. Στην πρώτη τάξη ανήκουν οι τρεις θεολογικές αρετές -πίστη, ελπίδα και αγάπη, με κορυφαία την τελευταία, που είναι η βασίλισσα των αρετών -καθώς και άλλες όμοιες μ΄αυτές, όπως είναι η ταπείνωση, η υπομονή, η ευλάβεια, η διάκριση, η καταφρόνηση του κόσμου, η απάρνηση του ιδίου θελήματος κ.λ.π. Στη δεύτερη τάξη ανήκουν η νηστεία, η αγρυπνία, η ελεημοσύνη, η προσευχή, η αναχώρηση (του μοναχού) κ.λ.π. Κι αυτές, βέβαια, πρέπει να τις ασκούμε με αγαθή προαίρεση και θεάρεστη ψυχική διάθεση, η επιτέλεσή τους όμως γίνεται με πράξεις κι εκδηλώσεις εξωτερικές, γι΄αυτό και είναι πολύ ευκολότερα αντιληπτές απ΄ό,τι οι πρώτες.

Όλες οι αρετές είναι ψυχωφελείς και αναγκαίες για τη σωτηρία μας, περισσότερο όμως οι πνευματικές, γιατί, όπως είπε ο Κύριος στη Σαμαρείτιδα, “ο Θεός είναι πνεύμα, κι εκείνοι που τον λατρεύουν, πρέπει να τον λατρεύουν πνευματικά κι αληθινά” (Ιω. 4:24). Ο απόστολος Παύλος, επίσης, γράφει στον άγιο Τιμόθεο: “Να γυμνάζεσαι στην ευσέβεια. Γιατί η εκγύμναση του σώματος λίγο ωφελεί, η ευσέβεια, όμως, είναι ωφέλιμη για όλα” (Α΄Τιμ. 4:7-8 ).

Αν όμως αξιολογούμε σαν ανώτερες τις εσωτερικές αρετές, δεν καταφρονούμε καθόλου και τις εξωτερικές, γιατί απ΄αυτές οδηγούμαστε στις πρώτες και μ΄αυτές τις αποκτάμε και τις συντηρούμε. Για παράδειγμα, η αναχώρηση λυτρώνει από πειρασμικά θεάματα, ακούσματα και συντυχίες κοσμικών ανθρώπων. Η νηστεία αδυνατίζει το σώμα, καταστέλλει τη ροπή του προς την αμαρτία, υψώνει το πνεύμα και βοηθάει έτσι στην προσευχή και στην πνευματική μελέτη. Και όλα αυτά, με τη σειρά τους, συντελούν στην απόκτηση υπομονής, ταπεινοφροσύνης, ευλάβειας κ.λ.π. Θα μπορούσαμε δηλαδή να πούμε, ότι οι εσωτερικές αρετές αποτελούν τους ποθούμενους στόχους, ενώ οι εξωτερικές τα μέσα για την πραγματοποίησή τους, οι δεύτερες πραγματώνουν τη θεραπεία, ενώ οι πρώτες τη σωτηρία. Έτσι, όλες τις αρετές τις χρειαζόμαστε για να φτάσουμε στον προορισμό μας, την αιώνια ένωση με το Θεό.

Με τη συνοπτική αυτή ανάλυση, γίνεται φανερή τόσο η παλαιότερη πλάνη των Φαρισαίων όσο και η νεότερη των Λουθηροκαλβινιστών.

Οι Φαρισαίοι, σαν κενόδοξοι και σαρκικοί, δεν έδιναν καμιά σημασία στις εσωτερικές αρετές, κάνοντας μόνο εξωτερικά καλά έργα, και μάλιστα επιδεικτικά, για να φαίνονται ενάρετοι στους ανθρώπους. Γι΄αυτό ο Κύριος τους ξεσκέπασε, τους καταδίκασε και τους ταλάνισε σκληρά: “Αλίμονό σας, γραμματείς και Φαρισαίοι, υποκριτές, γιατί δίνετε στο ναό το ένα δέκατο από το δυόσμο και το άνηθο και το κύμινο, και δεν τηρείτε τις σπουδαιότερες εντολές του νόμου, τη δικαιοσύνη και την ευσπλαχνία και την πιστότητα. Αυτά έπρεπε να κάνετε, χωρίς να παραμελήσετε εκείνα. Αλίμονό σας, γραμματείς και Φαρισαίοι, υποκριτές, γιατί μοιάζετε με τάφους ασβεστωμένους, που εξωτερικά φαίνονται ωραίοι, εσωτερικά όμως είναι γεμάτοι κόκαλα νεκρών και κάθε λογής ακαθαρσία. Έτσι κι εσείς, εξωτερικά φαίνεστε ευσεβείς στους ανθρώπους, κι εσωτερικά είστε γεμάτοι υποκρισία και ανομία” (Ματθ. 23:23, 27-28 ).

Τη φαρισαϊκή “δικαιοσύνη” ελέγχει και στην Παλαιά Διαθήκη ο Θεός, όταν λέει με το στόμα του προφήτη Ησαΐα: “Ο λαός αυτός με πλησιάζει με το στόμα του και με τιμάει με τα χείλη του, η καρδιά του όμως βρίσκεται πολύ μακριά από μένα” (Ης. 29:13). Και αλλού: “Τι να τις κάνω τις πολλές θυσίες σας; Το θυμίαμά σας μου φαίνεται σιχαμερό. Δεν ανέχομαι τις γιορτές της πρωτομηνιάς και τα σάββατα και τη μεγάλη ημέρα του εξιλασμού. Όταν υψώνετε τα χέρια σας σε προσευχή, θα αποστρέψω τα μάτια μου από σας” (Ησ. 1:11, 13, 15).

Γιατί ο Θεός αποστρέφεται εκείνα που πρόσταξε ο Ίδιος να τελούνται απαρασάλευτα; Γιατί δεν δέχεται πράξεις ευσέβειας, με τις οποίες απονέμεται τιμή και προσκύνηση στο άγιο όνομά Του και στη θεία μεγαλοσύνη Του; Καταδικάζει, λοιπόν, ο Κύριος αυτές τις πράξεις;… Όχι, δεν τις καταδικάζει. Τις δέχεται κι αυτές, και μάλιστα ευάρεστα, όταν όμως συνοδεύονται και από τις εσωτερικές αρετές, όπως φανερώνει στη συνέχεια του λόγου του ο προφήτης Ησαΐας: “Λουσθείτε με τη μετάνοια και γίνετε καθαροί. Αφαιρέστε τ΄αμαρτωλά πάθη από τις ψυχές σας, για να μη φαίνονται ακάθαρτες στα μάτια μου. Σταματήστε πια τις ανομίες σας. Μάθετε να κάνετε το καλό. Ζητήστε μ΄όλη σας την καρδιά το δίκαιο” (Ησ. 1:16-17).

Έτσι αιτιολογείται και η αποδοκιμασία του Φαρισαίου εκείνου, που με τόση αφροσύνη έλεγε στην προσευχή του: “Θεέ μου, σ΄ευχαριστώ που δεν είμαι σαν τους άλλους ανθρώπους άρπαγας, άδικος, μοιχός ή και σαν αυτόν εδώ τον τελώνη. Εγώ νηστεύω δύο φορές την εβδομάδα και δίνω στο ναό το δέκατο απ΄όλα τα εισοδήματά μου” (Λουκ. 18 -12). Βλέπεις εδώ τρία μεγάλα κακά; Την έπαρση -“δεν είμαι σαν τους άλλους ανθρώπους”, -, την περιφρόνηση του πλησίον – “ή και σαν αυτόν εδώ τον τελώνη” – και την αυτοδικαίωση, την αυτάρκεια, την ψευδαίσθηση δηλαδή πως είναι δίκαιος, πράγμα για το οποίο ευχαριστεί το Θεό, αντί να ζητάει το έλεος Του.

Ο κίνδυνος του φαρισαϊσμού είναι μεγάλος για όλους μας. Καλύτερα να είσαι αμαρτωλός και να ομολογείς ταπεινά την κακία σου, παρά ενάρετος τάχα και υπερήφανος. Γιατί ο αμαρτωλός, με την παραδοχή της πνευματικής του αρρώστιας, βάζει αρχή διορθώσεως, θεραπείας και σωτηρίας. Όποιος όμως δεν γνωρίζει ούτε παραδέχεται πως είναι άρρωστος, πώς θα γιατρευτεί; Γι΄αυτό ο Κύριος είπε κάποτε στους Φαρισαίους, ότι οι τελώνες και οι πόρνες θα μπουν πριν απ΄αυτούς στη βασιλεία Του (Ματθ. 21:31).

Οι Προτεστάντες πάλι, Λουθηρανοί και Καλβινιστές και άλλοι, διαπιστώνοντας τη φαρισαϊκή πλάνη και θέλοντας να την αποφύγουν, κατάντησαν στο άλλο άκρο και σε πλάνη χειρότερη, γιατί καταφρόνησαν ολότελα τις εξωτερικές αρετές. Ο Κύριος όμως το είπε καθαρά, όπως είδαμε πιο πάνω, σ΄ένα αγιογραφικό απόσπασμα: “Αυτά έπρεπε να κάνετε, χωρίς να παραμελήσετε κι εκείνα” (Ματθ. 23:23).

Η γνήσια χριστιανική διδασκαλία, που διαφυλάσσεται από την Ορθόδοξη Εκκλησία, απορρίπτει και τα δύο άκρα, ακολουθώντας τη βασιλική και σωτήρια οδό της αληθινής εν Χριστώ δικαιοσύνης, εκείνης δηλαδή που αποδίδει έμπρακτα την πρέπουσα αξία και αναγνωρίζει τον καθοριστικό για τη σωτηρία ρόλο τόσο στις εσωτερικές όσο και στις εξωτερικές αρετές.

Όλες οι ενέργειές μας, εσωτερικές και εξωτερικές, στρέφονται γύρω από τρεις άξονες, σχετίζονται με τρία πρόσωπα:

το Θεό, τον πλησίον και τον εαυτό μας.

Η σχέση μας με τα τρία αυτά πρόσωπα καθορίζει την ποιότητα της πνευματικής μας ζωής. Και μια σωστή σχέση προϋποθέτει την πρέπουσα καρδιακή τοποθέτηση.

Με απλά λόγια, λοιπόν, για να το καταλάβεις καλύτερα, σου λέω μεταφορικά, πως

απέναντι στο Θεό πρέπει να έχεις καρδιά τέκνου,

απέναντι στον πλησίον καρδιά μάνας και

απέναντι στον εαυτό σου καρδιά δικαστή.

 

___________________

*Ο συγγραφέας του βιβλίου “Αμαρτωλών Σωτηρία” μοναχός Αγάπιος, κατά κόσμον Αθανάσιος Λάνδος, ο “μέγας ευαγγελιστής του υποδούλου Γένους”, γεννήθηκε στο Χάνδακα, το σημερινό Ηράκλειο της Κρήτης, στα τέλη του 16ου αι. (μετά το 1580). Οι σαφείς και έγκυρες βιογραφικές πληροφορίες για τον Αγάπιο είναι πενιχρές, κι αυτές σεμνά κρυμμένες μέσα στα έργα του. Γιατί, όπως σωστά παρατηρήθηκε, ήταν ο ορθόδοξος μοναχός που κράτησε τον εαυτό του στη σκιά -άλλωστε, ούτε σχέσεις με προσωπικότητες της εποχής του επιδίωξε ούτε εκκλησιαστικά αξιώματα επιζήτησε-, ενώ φρόντισε για την προβολή του λόγου του Θεού και την ψυχική ωφέλεια των συνανθρώπων του. Ξέρουμε μόνο ότι σπούδασε τα ελληνικά και τα ιταλικά γράμματα στην Κρήτη, όπου η παιδεία γνώριζε τότε μεγάλη ακμή, ίσως μάλιστα και στην Ιταλία. […] (Από την εισαγωγή της έκδοσης)

 

Εκδόσεις Ιεράς Μονής Παρακλήτου

 

[Το βιβλίο (το οποίο και συνιστούμε ανεπιφύλακτα) χωρίζεται σε δύο μέρη. Το πρώτο αναφέρεται στις αμαρτίες και τα πάθη, στις θλίψεις και τη ματαιότητα του κόσμου. Το δεύτερο, στη σχέση μας με το Θεό, τον πλησίον και τον εαυτό μας, στη νηστεία και την προσευχή, στην εξομολόγηση και τη θεία κοινωνία, στη μνήμη του θανάτου, στον παράδεισο και την κόλαση]

 

Κυριακή των 318 Αγίων Πατέρων τής Α’ Οικουμενικής Συνόδου (Σοφία Μπεκρή, φιλόλογος-θεολόγος)

By: alopsis
22 May 2026 at 01:00

«Τοὺς Θεοφόρους Πατέρας ἀνευφημήσωμεν…»

Τὴν Κυριακὴ πρὶν ἀπὸ τὴν ἑορτὴ τῆς Πεντηκοστῆς, τῆς ἑορτῆς δηλαδὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ τοῦ κατ’ ἐξοχὴν ἑορταζομένου αὐτῆς προσώπου, τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ Ἐκκλησία μας ὥρισε νὰ ἑορτάζεται ἡ μνήμη τῶν 318 Πατέρων τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.

Πράγματι, οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ Πατέρες συγκεντρώθηκαν καὶ ἔλαβαν τὶς ἀποφάσεις των καθοδηγούμενοι ἀπὸ τὸν φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ μένοντες πιστοὶ στὴν παράδοση τῶν πρὸ αὐτῶν Πατέρων. Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ ἀποφάσεις ὅλων τῶν Συνόδων ξεκινοῦσαν μὲ τὴν χαρακτηριστικὴ φράση «ἔδοξε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καὶ ἡμῖν» καὶ «ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις πατράσι», δηλώνοντας ἔτσι ὅτι δὲν ἐπρόκειτο γιὰ γνῶμες μεμονωμένων ἀτόμων ἀλλὰ ἀποτελοῦσαν προϊὸν ἁγιοπνευματικοῦ φωτισμοῦ τοῦ σώματος τῶν Πατέρων καὶ βρίσκονταν σὲ ἀπόλυτη συστοιχία μὲ τὴν προηγούμενη πατερικὴ παράδοση.

Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν κατάφερε ἡ Ἐκκλησία νὰ ἀντιμετωπίσῃ ὄχι μόνον τὴν αἵρεση τοῦ Ἀρείου ἀλλὰ καὶ ὅλες τὶς αἱρέσεις ποὺ τὴν λυμαίνονταν καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ τὴν ἀπειλοῦν, οἱ ἐκπρόσωποι τῶν ὁποίων προτάσσουν πεισματικὰ τὸ δικό των ἀτομικὸ δόγμα («ἔδοξε ἐμοί») ἔναντι τῶν πνευματέμφορων ἀποφάσεων σύνολης τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως αὐτὴ ἐκφράζεται στὸ πρόσωπο τῶν θεοφωτίστων Πατέρων της.

Διότι τί ἄλλο ἀποτελεῖ ἡ αἵρεση παρὰ ἐπιλογὴ μέρους τῆς ἀληθείας – ἀπὸ τὸ ῥῆμα «αἱροῦμαι» = ἐπιλέγω, προτιμῶ-, ἡ ὁποία διανθισμένη μὲ τὰ «κατάλληλα» ἐπιχειρήματα ἐμφανίζεται ἀληθοφανὴς καὶ πειστική, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ παρασύρῃ τοὺς λιγότερο δυνατοὺς στὴν πίστη καὶ τοὺς ἀδαεῖς -τοὺς ἀφωτίστους-, ἤ, τὸ χειρότερο, τοὺς ἡμιμαθεῖς. Αὐτοὶ ἀποτέλεσαν καὶ ἀποτελοῦν πάντοτε τὴν εὔκολη λεία πάντων τῶν αἱρετικῶν, οἱ ὁποῖοι βασιζόμενοι στὴν «δύναμη» τῆς λογικῆς καὶ τῆς ἐπιλεκτικῆς χρήσεως τῶν γραφῶν προκαλοῦν μεγάλη σύγχυση καὶ ζημία στὴν Ἐκκλησία. Νὰ γιατὶ οἱ πιστοὶ χρειάζεται νὰ εἶναι ἐνημερωμένοι, νὰ «ἐρευνοῦν τὶς γραφές», ὥστε νὰ γνωρίζουν τὴν ἀλήθεια, νὰ προσεύχωνται ἀδιαλείπτως καὶ νὰ εἶναι διαρκῶς συνδεδεμένοι μὲ πνευματικοὺς πατέρες καὶ ἀδελφούς, ὥστε νὰ φωτίζωνται καὶ νὰ ἐνισχύωνται καὶ νὰ μὴν παρεκκλίνουν καθόλου ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη ἀλήθεια, ὅπως αὐτὴ διατυπώθηκε στὰ ἀντίστοιχα δόγματα καὶ μάλιστα στὸ «Πιστεύω».

Ἀκριβῶς αὐτὴν τὴν σύνδεση τῶν Πατέρων μεταξύ των καὶ τὸν φωτισμό των ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐκφράζει ἡ ὑπέροχη ὑμνολογία τῆς ἡμέρας: «ὅλην εἰσδεξάμενοι τὴν νοητὴν λαμπηδόνα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος … ὅλην συγκροτήσαντες τὴν τῆς ψυχῆς ἐπιστήμην καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι συνδιασκεψάμενοι…τοὺς βαρεῖς ἤλασαν (=ἐξεδίωξαν) καὶ λοιμώδεις λύκους τῇ σφενδόνῃ τῇ τοῦ Πνεύματος ἐκσφενδονήσαντες τοῦ τῆς Ἐκκλησίας πληρώματος… ταῖς τῶν ἀποστόλων ἑπόμενοι προδήλως διδαχαῖς… ἄνωθεν λαβόντες τὴν τούτων ἀποκάλυψιν…». Ἔτσι, οἱ Πατέρες «τὸ μακάριον και σεπτὸν Σύμβολον (ἐννοεῖ τὸ Σύμβολο τῆς πίστεως, τό «Πιστεύω») διεχάραξαν, ἐν ᾧ σαφέστατα τῷ Γεγεννηκότι (ἐννοεῖ τὸν Θεό-Πατέρα, ποὺ γέννησε ἐν χρόνῳ τὸν Υἱό) συνάναρχον τὸν Λόγον ἐκδιδάσκουσι καὶ παναληθῶς ὁμοούσιον» (ἀπὸ τὰ Στιχηρὰ προσόμοια τῆς ἑορτῆς).

Ἀλλὰ καὶ τὰ ἀναγνώσματα τῆς ἡμέρας, ἀποστολικὸ καὶ εὐαγγελικό, εἶναι ἀπολύτως ἐναρμονισμένα μὲ τὸ πνεῦμα τῆς ἑορτῆς. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος συμβουλεύει τοὺς πρεσβυτέρους τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἐφέσου νὰ προσέχουν στὴν διαποίμανση τῆς ἐπισκοπῆς ποὺ τοὺς ἐμπιστεύθηκε ὁ Κύριος «ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ», διότι, κάποια στιγμή, «εἰσελεύσονται λύκοι βαρεῖς μὴ φειδόμενοι τοῦ ποιμνίου» καὶ θὰ ἀνυψωθοῦν ἀνάμεσα στοὺς ἴδιους τοὺς ἐπισκόπους(!) «ἄνδρες λαλοῦντες διεστραμμένα τοῦ ἀποσπᾶν τοὺς μαθητὰς ὀπίσω αὐτῶν». Γι’ αὐτὸ ὁ Παῦλος τοὺς προτρέπει νὰ γρηγοροῦν καὶ νὰ προσεύχωνται (Πράξ., κ’ 16-18, 28-36), ὅπως ἐξ ἄλλου προέτρεψε καὶ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος τοὺς μαθητές Του, ἐν ὄψει τῶν δικῶν των πειρασμῶν πρὸ τοῦ Πάθους Του (Ματθ., κστ’ 41-2).

Ὁμοίως, ὁ Κύριος στὸ Εὐαγγέλιο, ποὺ ἀποτελεῖ μέρος ἀπὸ τὴν ἀρχιερατική Του προσευχή, ἐκφράζει πρὸς τὸν Θεὸ Πατέρα τὸ ἐναγώνιο αἴτημά Του γιὰ τὴν τήρηση τῆς ἑνότητος τῶν μαθητῶν Του, μετὰ ἀπὸ τὴν δική Του «ἀποχώρηση»: «Πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου, ἵνα ὦσιν ἕν, καθὼς ἡμεῖς.» (Ἰωάν., ιζ’ 12), τὸ ὁποῖο καὶ ἐπαναλαμβάνει λίγο παρακάτω (ὅ. π., 21, 23), διευκρινίζοντας, πάντως, ὅτι γιὰ τὴν διατήρηση τῆς ἑνότητος αὐτῆς δὲν χρειάζεται ἡ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸν κόσμο γενικῶς ἀλλὰ ἡ διαφύλαξη ἀπὸ τὸν κόσμο τῆς ἁμαρτίας («ἐκ τοῦ πονηροῦ», ὅ. π., 15).

Ἐὰν αὐτὸ εἶναι τὸ αἴτημα τοῦ Χριστοῦ μας πρὸς τοὺς μαθητές Του ἀλλὰ καὶ πρὸς ὅλους ἐμᾶς, τότε πῶς ἐμεῖς νὰ φανοῦμε ἀμελεῖς καὶ ἀδιάφοροι, ὅταν μάλιστα πρόκειται γιὰ ἕνα τόσο σοβαρὸ ζήτημα, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἐξαρτᾶται ἡ σωτηρία μας; Διότι γνωρίζομε πολὺ καλὰ ὅτι ἐκτὸς Ἐκκλησίας δὲν ὑπάρχει σωτηρία. Οἱ δὲ αἱρετικοί, ποὺ ἐπιμένουν, ὅπως ὁ Ἄρειος, στὶς αἱρετικές των δοξασίες καὶ διαρρηγνύουν τὸν ἄρραφο χιτῶνα τῆς ἀληθείας, διασποῦν δηλαδὴ τὴν ἑνότητα τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας, κατ’ οὐσίαν θέτουν τοὺς ἑαυτούς των ἐκτὸς αὐτῆς, μὲ ὀλέθριες συνέπειες γιὰ τὴν σωτηρία των.

Ἐμεῖς ὅμως, ἂς διδαχθοῦμε ἀπὸ τὸ δικό των τραγικὸ τέλος – γιατί ποιός ἀπὸ ὅλους αὐτοὺς τοὺς κακοδοξοῦντες καὶ γενικῶς τοὺς ἀθεράπευτα ἀμετανοήτους δὲν βρῆκε τραγικὸ τέλος;- καὶ ἂς μὴν ἀκολουθήσωμε τὸ παράδειγμά των. Ἂς ἀναδειχθοῦμε, ἀντιθέτως, συνεχιστὲς τοῦ φωτεινοῦ παραδείγματος τῶν θεοφόρων Πατέρων τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ ὅλων τῶν ὀρθοδόξων Πατέρων, ποὺ παρέμειναν ἄγρυπνοι φρουροὶ τῆς πίστεως καὶ πιστοὶ συνεχιστὲς ἄλλων Πατέρων, παραδίδοντας, μὲ τὴν σειρά των, τὴν σκυτάλη τῆς ἀληθείας στοὺς διαδόχους των.

«Θεηγόροι ὁπλῖται τῆς παρατάξεως Κυρίου, ἀστέρες πολύφωτοι τοῦ νοητοῦ στερεώματος, Νικαίας τὸ καύχημα, οἰκουμένης ἀγλάϊσμα», ἐκτενῶς πρεσβεύσατε νὰ διαφυλάξωμε καὶ ἐμεῖς, στοὺς χαλεποὺς τούτους καιρούς, ἀκεραία τὴν πίστη μας, ἀκηλίδωτο τὸν βίο μας, δικαία καὶ ἀγαπητικὴτὴν πολιτεία μας πρὸς δόξα Θεοῦ καὶ σωτηρία τῶν ψυχῶν ἡμῶν. Γένοιτο!

 

Η Ανάληψη του Κυρίου (Άγιος Κύριλλος, αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας)

By: alopsis
21 May 2026 at 01:00

[Λουκ. 24, 36-53]

ΥΠΟΜΝΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ

«Τατα δ ατν λαλοντων ατς ᾿Ιησος στη ν μσ ατν κα λγει ατος· ερνη μν (: Και ενώ μιλούσαν γι’ αυτά, ξαφνικά ο ίδιος ο Ιησούς στάθηκε ανάμεσά τους και τους λέει: ‘’Να είναι μαζί σας ειρήνη’’)» [Λουκά 24, 36].

Συνεχίζοντας εδώ λέμε ότι επειδή ο λόγος για την Ανάσταση του Κυρίου έφθανε από πολλά μέρη στους αποστόλους και διεγειρόταν ο πόθος τους να δουν τον Αναστημένο Κύριο, επειδή Τον ποθούσαν, ερχόταν, και επειδή ζητούσαν να Τον δουν και Τον περίμεναν, εμφανιζόταν και αποκαλυπτόταν σε αυτούς. Αλλά όμως δεν εμφανιζόταν πλέον σε αυτούς έχοντας τα μάτια τους κρατημένα, ούτε και μιλούσε σαν για κάποιον άλλο, αλλά παρουσίαζε τον εαυτό Του φανερά, και τους παρακινούσε να έχουν θάρρος. Εκείνοι όμως και έτσι είχαν αμφιβολία και φοβούνταν. Γιατί νόμιζαν ότι δεν έβλεπαν αυτόν, αλλά κάποιο φάντασμα και σκιά. Έπειτα καθησυχάζει και την ανησυχία τους από τις σκέψεις αυτές, λέγοντας τη γνωστή και όχι ασυνήθιστη σε αυτούς φράση. Γιατί τους είπε: «Ειρήνη σε σας».

«Πτοηθντες δ κα μφοβοι γενμενοι δκουν πνεμα θεωρεν. κα επεν ατος· τ τεταραγμνοι στ, κα διατ διαλογισμο ναβανουσιν ν τας καρδαις μν; (: Η αιφνιδιαστική όμως εμφάνιση του Κυρίου τούς κατατρόμαξε. Και επειδή κυριεύθηκαν από φόβο, νόμιζαν ότι έβλεπαν φάντασμα, δηλαδή ψυχή πεθαμένου που ήλθε από τον Άδη χωρίς να έχει σώμα. Ο Κύριος όμως τους είπε: ‘’Γιατί είστε ταραγμένοι; Και γιατί γεννιούνται στις σκέψεις σας λογισμοί αμφιβολίας για το αν πράγματι είμαι ο αναστημένος Διδάσκαλός σας;’’)» [Λουκά 24,37-38].

Για να πιστέψουν σταθερά και χωρίς αμφιβολία ότι αυτός ο Ίδιος είναι εκείνος που είχε υποστεί τα Πάθη, δείχνει καθαρά αμέσως ότι επειδή είναι Θεός κατά φύση, γνωρίζει αυτό που είναι κρυμμένο μέσα τους και δεν αγνόησε τον θόρυβο που τους προκαλούν αυτού του είδους οι λογισμοί τους. Γιατί είπε: «Τ τεταραγμνοι στ; (: Γιατί είστε ταραγμένοι;)». Απόδειξη και αυτή, και πολύ σαφής μάλιστα, ότι Αυτός που βλεπόταν δεν ήταν κάποιος άλλος, αλλά Εκείνος ο Ίδιος, τον οποίο είχαν δει να υπομένει τον θάνατο επάνω στον Σταυρό και να τοποθετείται σε μνήμα. Αυτός που βλέπει και τους νεφρούς και την καρδιά, και δεν μπορεί να του διαφύγει τίποτε από αυτά που έχουμε μέσα μας. Άρα λοιπόν επιστρατεύει ως απόδειξη το πράγμα, ότι δηλαδή γνωρίζει τη σύγχυση των σκέψεών τους.

Βεβαιώνοντας μάλιστα και με άλλο τρόπο ότι νικήθηκε ο θάνατος και η ανθρώπινη φύση απέβαλε τη φθορά, και ως πρώτο σε Αυτόν, δείχνει τα χέρια και τα πόδια Του και τις τρύπες των καρφιών [πρβ. Ιω. 20, 27: «Ετα λέγει τ Θωμ· φέρε τν δάκτυλόν σου δε κα δε τς χεράς μου, κα φέρε τν χερά σου κα βάλε ες τν πλευράν μου, κα μ γίνου πιστος, λλ πιστός (: Έπειτα λέει στον Θωμά: ‘’Φέρε το δάχτυλό σου εδώ. Ψηλάφισε και εξέτασε τα σημάδια των πληγών μου, και δες συγχρόνως με τα μάτια σου τα χέρια μου. Φέρε το χέρι σου κάτω από τα ενδύματά μου και βάλ’ το στην πλευρά μου που χτυπήθηκε από τη λόγχη. Και μην αφήνεις τον εαυτό σου να κυριευτεί από την απιστία, ώστε να γίνεις μόνιμα και ανεπανόρθωτα άπιστος, αλλά για να προοδεύεις και να στηρίζεσαι στην πίστη, ώστε να γίνεις αμετακίνητος και αδιάσειστος σε αυτή’’)»], και τους επιτρέπει να Τον ψηλαφήσουν και να βεβαιωθούν με κάθε τρόπο, ότι το σώμα που είχε πεθάνει, όπως είπα, αναστήθηκε.

Ας μη συκοφαντεί λοιπόν κανένας την ανάσταση. Και όταν ακούσεις την αγία Γραφή να λέγει για το ανθρώπινο σώμα: «Σπείρεται σμα ψυχικόν, γείρεται σμα πνευματικόν. στι σμα ψυχικόν, κα στι σμα πνευματικόν (: Σπέρνεται και ενταφιάζεται σώμα που ζωοποιούνταν και διευθυνόταν από τις κατώτερες φυσικές δυνάμεις της ψυχής˙ εγείρεται σώμα που θα ζωοποιείται και θα διευθύνεται από τις πνευματικές δυνάμεις της ψυχής που θα ενισχύονται από το Άγιο Πνεύμα. Υπάρχει σώμα φυσικό και υπάρχει σώμα πνευματικό)» [Α΄Κορ. 15, 44], να μην αρνείσαι την επιστροφή των ανθρώπινων σωμάτων στην αθανασία. Γιατί όπως είναι ψυχικό το σώμα που ακολουθεί και είναι ζευγμένο στις ψυχικές, δηλαδή σαρκικές επιθυμίες, έτσι και πνευματικό είναι αυτό που υπακούει στα θελήματα του Αγίου Πνεύματος. Γιατί μετά την ανάσταση από τους νεκρούς δεν υπάρχει καιρός για αγάπη της σάρκας, αλλά μένει εντελώς άπρακτο το κεντρί της αμαρτίας και αυτό το φθαρτό που κατέπεσε στη γη, θα φορέσει την αφθαρσία.

Για να διαπιστώσουν λοιπόν οι μαθητές καθαρά ότι Αυτός ο Ίδιος είναι εκείνος που πέθανε και θάφτηκε και αναστήθηκε, δείχνει, όπως είπα, τα πόδια και τα χέρια Του. Και για να μη νομίσουν ότι είναι μάλλον πνεύμα (φάντασμα) όπως πίστευαν, αλλά σώμα αληθινό, τους προστάζει να το βεβαιωθούν λέγοντας: «δετε τς χερς μου κα τος πδας μου, τι ατς γ εμι· ψηλαφσατ με κα δετε, τι πνεμα σρκα κα στα οκ χει καθς μ θεωρετε χοντα. κα τοτο επν πδειξεν ατος τς χερας κα τος πδας (: Δείτε τα χέρια μου και τα πόδια μου ότι έχουν τα σημάδια των καρφιών, και βεβαιωθείτε ότι είμαι εγώ ο ίδιος ο Διδάσκαλός σας που σταυρώθηκε. Ψηλαφήστε με με τα χέρια σας και βεβαιωθείτε ότι δεν είμαι άσαρκο πνεύμα· διότι η ψυχή και το φάντασμα ενός νεκρού δεν έχει σώμα και οστά, όπως βλέπετε και πείθεστε ότι έχω Εγώ’’. Και αφού είπε αυτό, τους έδειξε τα χέρια Του και τα πόδια Του)» [Λουκά 24, 39-40]. Γιατί η σκιά και το πνεύμα και το φάντασμα δεν μπορεί να δεχθεί την αφή χεριού. Αλλά όπως λέγαμε, δείχνοντας τα χέρια και τα πόδια Του ο Κύριος στους μαθητές, τους διαβεβαίωσε ότι το σώμα που πέθανε, αναστήθηκε.

«τι δ πιστοντων ατν π τς χαρς κα θαυμαζντων επεν ατος· χετ τι βρσιμον νθδε; ο δ πδωκαν ατ χθος πτο μρος κα π μελισσου κηρου, κα λαβν νπιον ατν φαγεν (: Επειδή όμως αυτοί από τη χαρά τους δεν πίστευαν στα μάτια τους και νόμιζαν ακόμη ότι έβλεπαν όνειρο, και θαύμαζαν για τα πρωτοφανή αυτά και ανέλπιστα γεγονότα, τους είπε ο Κύριος: ‘’ Έχετε εδώ τίποτε φαγώσιμο για να φάω και έτσι να πειστείτε ακόμη περισσότερο ότι δεν είμαι φάντασμα;’’.  Και αυτοί του έδωσαν ένα κομμάτι ψάρι ψημένο και λίγη κηρήθρα. Τότε τα πήρε και έφαγε μπροστά τους. Και το έκανε αυτό όχι γιατί το σώμα Του είχε ανάγκη τροφής, αλλά για να τους βεβαιώσει ότι πραγματικά αναστήθηκε)» [Λουκά 24, 41-44].

Και για να κάνει λοιπόν μαζί με αυτά πιο στερεωμένη σε αυτούς την πίστη τους σε αυτό, ζήτησε κάτι από τα φαγώσιμα, που ήταν ένα κομμάτι ψητού ψαριού, και όταν το πήρε, το έφαγε, ενώ τον έβλεπαν εκείνοι. Αυτό βέβαια δεν το έκανε για τίποτε άλλο, παρά μόνο για να δείξει καθαρά ότι αυτός είναι Εκείνος που αναστήθηκε από τους νεκρούς, αυτός ο οποίος και πριν από αυτό και όλον τον καιρό της ενανθρώπησής Του έτρωγε και έπινε με αυτούς και τους συναναστρεφόταν με τρόπο ανθρώπινο, σύμφωνα με τα λόγια του προφήτη [Βαρούχ 3, 38: «Μετ τοτο π γς φθη κα ν τος νθρώποις συνανεστράφη (: Μετά λοιπόν από αυτό φανερώθηκε στη γη και συναναστράφηκε με τους ανθρώπους)»]. Το έκανε λοιπόν αυτό για να γνωρίσουν ότι το ανθρώπινο σώμα έχει ανάγκη της τροφής αυτής, ενώ το πνεύμα όχι.

Ποιος λοιπόν που αξιώνει ότι είναι πιστός και δέχεται τη μαρτυρία των αγίων ευαγγελιστών χωρίς αμφιβολία, θα μπορούσε να ακούσει ακόμα τις αιρετικές φαντασίες, θα μπορούσε να ανεχθεί ακόμα αυτούς που νομίζουν ότι είναι σοφοί; Γιατί η δύναμη του Χριστού νικά την ανθρώπινη εξέταση και το νόημα των συνηθισμένων πραγμάτων. Έφαγε ένα μέρος ψαριού, λόγω της αναστάσεως. Και αυτό που ακολουθεί το φαγητό, δεν ακολούθησε ποτέ στην περίπτωση του Χριστού, πράγμα που θα μπορούσε να επιζητήσει κάποιος άπιστος, γνωρίζοντας ότι αυτά που μπαίνουν στο στόμα, οπωσδήποτε εξέρχονται και ρίπτονται στο αφοδευτήριο [Ματθ. 15, 17: «Οπω νοετε τι πν τ εσπορευόμενον ες τ στόμα ες τν κοιλίαν χωρε κα ες φεδρνα κβάλλεται; (: Ακόμη δεν καταλαβαίνετε ότι εκείνο που εισάγεται στο στόμα με τις τροφές προχωρεί προς την κοιλιά και αποβάλλεται στο αποχωρητήριο;)»]. Αλλά ο πιστός δεν θα βάλει ποτέ στον νου του κάτι τέτοιο, αλλά θα αφήσει το πράγμα στη δύναμη του Θεού.

«Ττε δινοιξεν ατν τν νον το συνιναι τς γραφς, κα επεν ατος τι οτω γγραπται κα οτως δει παθεν τν Χριστν κα ναστναι κ νεκρν τ τρτ μρ, κα κηρυχθναι π τ νματι ατο μετνοιαν κα φεσιν μαρτιν ες πντα τ θνη, ρξμενον π Ιερουσαλμ. μες δ στε μρτυρες τοτων. κα δο γ ποστλλω τν παγγελαν το πατρς μου φ᾿ μς· μες δ καθσατε ν τ πλει Ιερουσαλμ ως ο νδσησθε δναμιν ξ ψους. ᾿Εξγαγε δ ατος ξω ως ες Βηθαναν, κα πρας τς χερας ατο ελγησεν ατος.  κα γνετο ν τ ελογεν ατν ατος διστη π᾿ ατν κα νεφρετο ες τν ορανν. κα ατο προσκυνσαντες ατν πστρεψαν ες Ιερουσαλμ μετ χαρς μεγλης, κα σαν δι παντς ν τ ερ ανοντες κα ελογοντες τν Θεν. ᾿Αμν (: Τότε τους μετέδωσε θείο φωτισμό και τους άνοιξε τον νου για να κατανοούν τις Γραφές. Και αφού τους ανέπτυξε τις κυριότερες προφητείες, τους είπε ότι έτσι έχει γραφεί προφητικά στις Γραφές, κι έτσι έπρεπε σύμφωνα με τις προφητείες αυτές να πάθει ο Χριστός και την τρίτη ημέρα από τον θάνατό Του να αναστηθεί από τους νεκρούς, καθώς και ότι πρέπει να κηρυχθεί σε όλα τα έθνη μετάνοια και άφεση αμαρτιών στο όνομά Του. Και το κήρυγμα αυτό πρέπει να αρχίσει από την Ιερουσαλήμ. ‘’Εσείς είστε μάρτυρες όλων αυτών, δηλαδή του κηρύγματός μου, της ζωής μου, του Πάθους μου και της Αναστάσεώς μου. Και με τη μαρτυρία που θα δώσετε για μένα θα συντελεστεί το μεγάλο αυτό έργο του κηρύγματος της μετανοίας και της αφέσεως των αμαρτιών σε όλα τα έθνη. Και εγώ σας υπόσχομαι να σας βοηθήσω αποτελεσματικά στο έργο αυτό. Ιδού Εγώ, που από τώρα είμαι και ως άνθρωπος ο Βασιλεύς του κόσμου και η κεφαλή της Εκκλησίας, θα σας στείλω σε λίγο από τον ουρανό επάνω σας Αυτό που σας υποσχέθηκε ο Πατέρας μου, δηλαδή το Πνεύμα το Άγιο. Αυτό το Πνεύμα προανήγγειλαν οι προφήτες ότι θα δοθεί σε κάθε άνθρωπο. Εσείς λοιπόν καθίστε στην πόλη Ιερουσαλήμ και μην απομακρυνθείτε απ’ αυτήν, μέχρι να φορέσετε ως πνευματικό ένδυμα τη δύναμη και την ενίσχυση που θα σας έλθει από τον ουρανό με την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος’’. Όταν ο Κύριος τελείωσε τις διδασκαλίες αυτές, τους οδήγησε έξω από τα Ιεροσόλυμα, μέχρι που πλησίασαν στη Βηθανία. Και εκεί ύψωσε τα χέρια Του και τους ευλόγησε. Και καθώς τους ευλογούσε, άρχισε να απομακρύνεται απ’ αυτούς και να ανεβαίνει επάνω, προς τον ουρανό. Και αυτοί, αφού Τον προσκύνησαν, επέστρεψαν στην Ιερουσαλήμ με μεγάλη χαρά για την ένδοξη Ανάληψη του Διδασκάλου τους και για την επαγγελία του Αγίου Πνεύματος, για την οποία τους βεβαίωσε. Και ήταν πάντοτε στο ιερό τις ώρες της προσευχής και της λατρείας, υμνώντας  και δοξολογώντας τον Θεό. Αμήν)» [Λουκά 24, 45-53].

Αφού ειρήνευσε τη σκέψη τους με αυτά που είπε, με το ότι Τον άγγιξαν τα χέρια τους, με αυτά που έφαγε, τότε άνοιξε τον νου τους για να καταλάβουν ότι έτσι έπρεπε να πάθει Αυτός, δηλαδή με το ξύλο του σταυρού. Οδηγεί λοιπόν τους μαθητές ο Κύριος στην ανάμνηση εκείνων που τους είπε. Γιατί είχε προαναγγείλει σε αυτούς τα πάθη του Σταυρού σύμφωνα με εκείνα που είπαν προηγουμένως οι προφήτες. Άνοιξε και τα μάτια της καρδιάς τους, ώστε να κατανοήσουν εκείνα που είχαν ειπωθεί από παλαιά.

Ο Σωτήρας επίσης τους υπόσχεται την κάθοδο του αγίου Πνεύματος, πράγμα που προανήγγειλε ο Θεός μέσω του προφήτη Ιωήλ [Ιωήλ 3, 1: «Κα σται μετ τατα κα κχε π το πνεύματός μου π πσαν σάρκα, κα προφητεύσουσιν ο υο μν κα α θυγατέρες μν, κα ο πρεσβύτεροι μν νύπνια νυπνιασθήσονται, κα ο νεανίσκοι μν ράσεις ψονται (: Και θα συμβούν μετά από αυτά τα εξής: Θα εκχύσω πλούσια από το Πνεύμα μου χαρίσματα σε κάθε άνθρωπο και θα προφητεύουν οι υιοί σας και οι θυγατέρες σας και οι γεροντότεροι από εσάς θα ενυπνιάζονται ενύπνια αποκαλυπτικά, και οι νεότεροι από σας θα βλέπουν οράματα θεία)»], και τη δύναμη από τον ουρανό, για να είναι σθεναροί και ακαταγώνιστοι και να κηρύξουν χωρίς κανένα φόβο το θείο μυστήριο σε όλα τα μέρη της γης.

Σε αυτούς που έλαβαν το Πνεύμα λέγει μετά την Ανάσταση: «Λάβετε Πνεμα γιον» [Ιω. 20, 22] και λέγει: «Κα δο γ ποστλλω τν παγγελαν το πατρς μου φ᾿ μς· μες δ καθσατε ν τ πλει Ιερουσαλμ ως ο νδσησθε δναμιν ξ ψους (: Και Εγώ σας υπόσχομαι να σας βοηθήσω αποτελεσματικά στο έργο αυτό. Ιδού εγώ, που από τώρα είμαι και ως άνθρωπος ο Βασιλεύς του κόσμου και η κεφαλή της Εκκλησίας, θα σας στείλω σε λίγο από τον ουρανό επάνω σας Αυτό που σας υποσχέθηκε ο Πατέρας μου, δηλαδή το Πνεύμα το Άγιο. Αυτό το Πνεύμα προανήγγειλαν οι προφήτες ότι θα δοθεί σε κάθε άνθρωπο. Εσείς λοιπόν καθίστε στην πόλη Ιερουσαλήμ και μην απομακρυνθείτε απ’ αυτήν, μέχρι να φορέσετε ως πνευματικό ένδυμα τη δύναμη και την ενίσχυση που θα σας έλθει από τον ουρανό με την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος)» [Λουκά 24, 49· πρβ. και Πράξ. 1, 4-5: «Κα συναλιζόμενος παρήγγειλεν ατος π εροσολύμων μ χωρίζεσθαι, λλ περιμένειν τν παγγελίαν το πατρς ν κούσατέ μου· τι ωάννης μν βάπτισεν δατι, μες δ βαπτισθήσεσθε ν Πνεύματι γί ο μετ πολλς ταύτας μέρας (: Και ενώ έτρωγε μαζί τους την ίδια τροφή που έτρωγαν κι εκείνοι, τους έδωσε την εξής εντολή: ‘’Μην απομακρυνθείτε από τα Ιεροσόλυμα, αλλά να περιμένετε την πραγματοποίηση της υποσχέσεως που ακούσατε από το στόμα μου, ότι δηλαδή ο Πατήρ θα σας στείλει το Άγιο Πνεύμα’’. Είναι ανάγκη να περιμένετε να λάβετε το Άγιο Πνεύμα, διότι ο Ιωάννης βάπτισε με απλό νερό, και το βάπτισμά του συνεπώς δεν είχε τη δύναμη να αναγεννήσει εκείνους που βαπτίζονταν με αυτό. Εσείς όμως θα βαπτιστείτε με το Άγιο Πνεύμα όχι πολλές μέρες μετά από αυτές που διερχόμαστε)»]. Όχι πια με νερό, γιατί το έλαβαν, αλλά με Πνεύμα άγιο. Δεν προσθέτει νερό στο νερό, αλλά αναπληρώνει εκείνο που λείπει σε αυτό από το οποίο λείπει.

Αφού τους ευλόγησε και προχώρησε λίγο, ανέβηκε στον ουρανό, για να καθίσει μαζί με τον Πατέρα στον θρόνο και μαζί με τη σάρκα που ενώθηκε με Αυτόν. Και αυτήν την οδό την εγκαινίασε για εμάς αφού ήρθε ο Λόγος με ανθρώπινη μορφή. Και θα έρθει πάλι στον κατάλληλο καιρό με τη δόξα του Πατέρα Του, μαζί με τους αγγέλους, και θα μας πάρει μαζί Του. Ας δοξάσουμε λοιπόν Αυτόν τον Θεό Λόγο που έγινε άνθρωπος για χάρη μας. Αυτόν που πέθανε με τη θέλησή Του για εμάς σαρκικά και αναστήθηκε από τους νεκρούς και κατήργησε τον θάνατο. Αυτόν που αναλήφθηκε και ύστερα από αυτό θα έρθει με μεγάλη δόξα για να κρίνει ζωντανούς και νεκρούς, και να αποδώσει στον καθένα ανάλογα με τα έργα του, μέσω του Οποίου και μαζί με το Πνεύμα, στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

 

            

ΠΗΓΕΣ:

  • Αγίου Κυρίλλου, αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας, Εξήγησις υπομνηματική εις το κατά Λουκάν ευαγγέλιον, Πανεπιστήμιο Αιγαίου, ερευνητικό έργο «Οι δρόμοι της πίστης: Ψηφιακή Πατρολογία».

(https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/09/commentarii-in-lucam_.pdf)

  • Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας Άπαντα τα έργα, πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος Παλαμάς», εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 2005, «Υπόμνημα εις το κατά Λουκάν Β΄», κεφάλαιο 24ο, σελ. 279-283.
  • Παν. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη μετά συντόμου ερμηνείας, εκδ. Ο Σωτήρ, Αθήνα 1997
  • Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
  • Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
  • Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
  • Π.Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία(απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016.
  • http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
  • http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm
  • http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm

 

(Επιμέλεια: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος)

Μνήμη Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης (π. Αθανάσιος Μυτιληναίος)

By: alopsis
20 May 2026 at 01:00

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία που εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 21-5-2002

Η εορτή, αγαπητοί μου, των αγίων θεοστέπτων και ισαποστόλων βασιλέων, αγίου Κωνσταντίνου και αγίας Ελένης μάς δίνει την ευκαιρία να δούμε ένα μεγάλο σταθμό στην πορεία της Εκκλησίας μας μέσα εις τους αιώνες. Η Εκκλησία εβρίσκετο, όπως γνωρίζετε και πρέπει να γνωρίζουμε, να διαβάζουμε, θα λέγαμε, την πορεία της Εκκλησίας μες στην ιστορία, εβρίσκετο εις απηνή διωγμόν υπό της τότε κρατούσης πολιτείας, η οποία θεωρούσε σαν εσχάτη προδοσία εκ μέρους των Χριστιανών το γεγονός ότι δεν εθυσίαζαν στην «αγαθή τύχη» του αυτοκράτορος, του Καίσαρος. Έτσι, τρεις αιώνες η Εκκλησία δίδει συνεχώς μάρτυρες εις την θριαμβεύουσα Εκκλησία.

Το βιβλίο της Αποκαλύψεως μάς δίδει μία θαυμασία εικόνα των μαρτύρων στον ουρανό. Θα σας το διαβάσω, παρότι είναι λίγο μακρά η περικοπή: «Κα τε νοιξε τν πμπτην σφραγδα», γράφει ο Ιωάννης ο ευαγγελιστής, «εδον ποκτω το θυσιαστηρου τς ψυχς τν σφαγμνων δι τν λγον το Θεο κα δι τν μαρτυραν το ρνου ν εχον (Αυτός ο χώρος, νοητός πάντοτε, κάτω από το θυσιαστήριον δεν είναι παρά ο Παράδεισος)»· «σφαγμνων», λοιπόν, «δι τν λγον το Θεο κα δι τν μαρτυραν το ρνου ν εχον (: την οποίαν είχαν)· «κα κραξαν φων μεγλ λγοντες· ως πτε, δεσπτης γιος κα ληθινς, ο κρνεις κα κδικες τ αμα μν κ τν κατοικοντων π τς γς; Κα δθη ατος κστ στολ λευκ, κα ρρθη ατος (: ειπώθηκε εις αυτούς) να ναπασωνται τι χρνον μικρν –σημειώσατε: «χρόνον μικρόν»-, ως πληρσωσι κα ο σνδουλοι ατν κα ο δελφο ατν ο μλλοντες ποκτννεσθαι ς κα ατο».

Βλέπει κανείς ότι το θέμα του διωγμού των Χριστιανών και του μαρτυρίου των Χριστιανών θα είναι έως το τέλος της ιστορίας. Οι δε Πατέρες μάς λέγουν, συγκεκριμένα ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων, ότι προς το τέλος της Ιστορίας, το μαρτύριο θα είναι φοβερότερο και οδυνηρότερο· των Χριστιανών· ιδί στις ημέρες του Αντιχρίστου. Όταν μάλιστα –το είδαμε στον αιώνα μας, να κάνουν, να προσβάλλουν τον μάρτυρα, με πράγματα τα οποία, βέβαια, οι παλαιότεροι αιώνες δεν τα είχαν διανοηθεί· όπως, φερειπείν, μίαν φαρμακευτικήν, φαρμακευτικήν προσέξτε, ένα φαρμακευτικόν μαρτύριον ή ένα ψυχολογικόν μαρτύριον κ.ο.κ. Να κάνουν, φερειπείν, σε ανθρώπους υγιείς μεγάλες δόσεις ινσουλίνης, μόνο και μόνο για να υφίστανται μαρτύριον– είναι φοβερό πράγμα… Αυτά γίνηκαν λίγα χρόνια πιο πίσω. Τα ξέρετε πού γίνηκαν. Ο Θεός να ελεεί πάντως, το μαρτύριον θα υπάρχει και θα επιτείνεται.

Αλλά ο Κύριος του ελέους έδωσε κάποια άνεση στον λαό Του, χρησιμοποιώντας σαν εκλεκτό όργανό Του, τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνον και την μητέρα του αγίαν Ελένη. Ήταν η ευτυχής ημέρα του 311 μ.Χ., με το διάταγμα του Μεδιολάνου, που κατέπαυσε κάθε διωγμός της Εκκλησίας. Εθεωρήθη το γεγονός τεράστια μεγάλο, ανακουφίστηκε η Εκκλησία, ανέπνευσε η Εκκλησία και πολύ δικαίως ανεκήρυξε τον μεγάλον, αυτόν, αυτοκράτορα, τον Κωνσταντίνο –δεν ήτο βαπτισμένος· αργότερα εβαπτίσθη ο Μέγας Κωνσταντίνος- και την μητέρα του, αγίαν Ελένη, η οποία βεβαίως κατήγετο από τον Πόντο η αγία Ελένη, ήταν Ποντία και αυτή ήτο βαπτισμένη. Και έτσι τους ανεκήρυξε δικαιότατα ως αγίους.

Υπάρχει, όμως, και η άλλη όψις του θέματος. Αυτή, η οποία πάρα πολύ μας ενδιαφέρει, όπως θα το δείτε. Η άνεση της Εκκλησίας έδωσε την αφορμή ώστε οι Χριστιανοί να χαλαρώσουν εις τα ήθη. Αυτό είναι παρατηρημένο. Αυτό το γνωρίζουμε. Προς αντιμετώπισιν του πράγματος εδημιουργήθη ο μοναχισμός· ο οποίος βέβαια υπήρχε και προ του διατάγματος του Μεδιολάνου, υπήρχε, πάντοτε υπήρχε, αλλά όμως ο μοναχισμός ιδιαιτέρως εγιγαντώθη κατά τους μετά χρόνους των διωγμών. Γιατί; Γιατί η Εκκλησία εδέχθη, βέβαια, αυτήν την έξωθεν άνεσιν, αλλά ελησμονήθη, όμως, ότι η φύσις της Εκκλησίας είναι ασκητική, είναι μαρτυρική και συνεπώς τώρα που της δόθηκε η άνεσις, κάπου τα πράγματα άρχισαν να μην πηγαίνουν καλά, εφόσον, βέβαια, ο κόσμος όλος κατά την μαρτυρία της Αγίας Γραφής, «λος κεται ν τ πονηρ». Έτσι λοιπόν οι Χριστιανοί βρέθηκαν μέσα εις έναν κόσμο, ο οποίος κόσμος ζούσε ό,τι πονηρόν.

Το θέμα είναι ότι ναι μεν, καλή είναι η άνεσις, να μην έχουμε διωγμούς, αλλά θα είμεθα, όμως, προσεκτικοί. Γιατί, μην ξεχνάμε, ότι όταν έχομε την έξωθεν, αυτήν, άνεσιν, τότε ο διάβολος είναι ο μεγάλος διώκτης. Και διώκει. Και ξέρετε πώς διώκει; Με την εκκοσμίκευση της Εκκλησίας. Εδώ είναι το μεγάλο πρόβλημα, που η εκκοσμίκευση της Εκκλησίας οδηγεί, μετά μαθηματικής ακριβείας, εις την αποστασίαν. Το λέει ο απόστολος Παύλος εις τους Θεσσαλονικείς: «Θα ‘ρθουν οι μέρες που…-σχετικά με τον Αντίχριστον- και τότε θα έρθει και η αποστασία». Αλλά πώς θα έρθει η αποστασία; Παρατηρήσατέ το στην εποχή μας. Παρατηρήσατέ το εις τους εαυτούς μας. Όπου έχουμε μίαν ελευθερία κινήσεων, δεν πάμε καλά. Καθόλου καλά… Αυτό είναι το μεγάλο θέμα.

Ο μεγάλος διώκτης, δε, κατά τον Ιερόν Χρυσόστομον, είναι ο ευδαιμονισμός: «Έχω όλα τα αγαθά. Γιατί να προσέχω; Γιατί να μη γευθώ εγώ τα αγαθά τα οποία μου δίδονται; Θα ήμουν ανόητος να μην τα δεχθώ». Οπότε, με τον τρόπον αυτόν, επέρχεται, όπως σας είπα, και η χαλάρωσις της Εκκλησίας. Και ναι μεν ο Θεός έδωσε την άνεση από τους διωγμούς και ο Μέγας Κωνσταντίνος είναι όντως μέγας, αλλά δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η άνεσις είναι σχετική. Πρέπει πάρα πολύ να προσέχομε.

Έχω τρομάξει μπροστά σ’ αυτό που λέμε «εκκοσμίκευση» και μάλιστα, η εκκοσμίκευσις αυτή παίρνει χίλιες μορφές. Βλέπετε τον τελευταίο καιρό –να μείνω μόνον εις τον χώρο τον εκκλησιαστικό- αν διαβάζετε, αν παρακολουθείτε, ιδιαιτέρως τονίζονται πολλές αλλαγές μέσα στην Εκκλησία μας, «χάριν», λένε, «εκσυγχρονισμού». Βέβαια, και μια εκδήλωση να βγάλομε κι εμείς τα ράσα μας και άλλα πολλά και τοιαύτα και τοιαύτα. Γιατί να βγάλω τα ράσα μου; Για να πηγαίνω στον κινηματογράφο άνετα; Να μην πουν: «Α, δες αυτός ο παπάς…» -γιατί σήμερα αν πάω σε έναν κινηματογράφο με τα ράσα μου θα μου πουν: «Δείτε, δείτε, ένας παπάς πάει στον κινηματογράφο!». Αυτό έχει γίνει στην Αμερική, είναι γνωστό. Κι εκεί, οι Ορθόδοξοι – όχι οι Ρώσοι όμως- ορθόδοξοι ιερείς απέβαλαν το ράσο. Και μπορούν να βρίσκονται όπου θέλουν… Αλλά τότε όμως, εάν εγώ μπορώ να πηγαίνω όπου θέλω, χωρίς να έχω τουλάχιστον τον εξωτερικόν έλεγχον, δεν εκκοσμικεύομαι;

Όλες δε αυτές οι αλλαγές που προτείνονται, ιδίως στην Θεία Λειτουργία κ.λπ. κ.λπ. δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας τρόπος να λιγοστεύομε τα πράγματα, και ποσοτικώς και ποιοτικώς, και στο τέλος να παραδώσουμε στους μετά από μας μίαν κατάσταση αγνώριστη. Είναι τραγικό! Είναι φοβερό! Αλήθεια, θα είχαμε ποτέ σκεφτεί αν αυτήν την στιγμή εμείς οι Έλληνες βρισκόμεθα κάτω από μίαν ξενικήν κατοχήν –ας πούμε γερμανική κατοχή· που περάσαμε πρόσφατα, εις τον αιώνα μας- θα είχαμε διανοηθεί ποτέ κατά την διάρκεια της ξενικής κατοχής να προβούμε σε διορθώσεις, σε ανανεώσεις, σε εκσυγχρονισμούς κ.λπ; Νομίζω ποτέ δεν θα το είχαμε σκεφθεί!

Γι’ αυτό, αγαπητοί μου, εκείνο που δυναμώνει τους Χριστιανούς είναι ο διωγμός. Είναι ο διωγμός. Βέβαια, ένας άνεμος φυσάει πάνω στα δέντρα. Αν ποτέ δεν φυσούσε, και πρώτη φορά γινόταν ένας άνεμος, πολλά δέντρα θα είχαν ξεριζωθεί. Ξέρετε τι είναι εκείνο που τα κρατάει τα δέντρα να μην ξεριζωθούν; Και να απλώνουν βαθύτερα και βαθύτερα τις ρίζες των; Οι άνεμοι που υπάρχουν. Τι νομίζετε; Οι άνεμοι που υπάρχουν κάνουν το δέντρο να αντιστέκεται και να είναι ανθεκτικό σε κάποια βία του ανέμου. Και απλώνει πιο βαθιά ακόμα τις ρίζες. Αυτό είναι με τους Χριστιανούς. Είναι -δεν θέλομε να μειώσομε- αυτό το χάρισμα που μας έδωσε ο Μέγας Κωνσταντίνος, και μάλιστα προήδρευσε, παρακαλώ, και εις την πρώτην Οικουμενικήν Σύνοδον, δεν θα ‘θελα να το μειώσω, αντιθέτως, μάλιστα, να δοξάζομε τον Θεό, αλλά μην ξεχνάμε όμως ότι όταν έχουμε μίαν άνεσιν, οπουδήποτε αυτή αν υπάρχει, ιδίως στον ευδαιμονισμόν, τα πράγματα δεν θα πάνε καθόλου καλά.

Έτσι, αγαπητοί, μη μας τρομάζει κάθε διωγμός. Πολλές φορές λένε: «Να, ξέρετε θα στραφούν εναντίον της Εκκλησίας…». Ας στραφούν! Ε, λοιπόν; Και τι θα γίνει; Το ξέρουμε. Τό ‘παν και οι Πατέρες μας, ότι « κκλησία διωκομένη νικ». Ρωτάει κάπου ρητορικότατα ο Ιερός Χρυσόστομος: «Πού είναι εκείνοι οι οποίοι εδίωξαν την Εκκλησία; Πού είναι; Όλοι εσίγησαν. Γιατί; Γιατί δεν είχανε βοηθόν τον Θεόν». « κκλησία», λέει, «γιγαντοται». Μη φοβόμαστε. Αυτό είναι αλήθεια. Μπορεί αυτή τη στιγμή ίσως να έχομε αυτήν την ελευθερία, αυτήν την άνεση, αλλά προς Θεού, μη μας οδηγήσει αυτή η άνεσις εις την εκκοσμίκευσιν. Πολύ θα το παρακαλέσω! Η εκκοσμίκευσις είναι, είναι μπροστά μας, είναι μια απειλή μας, πρέπει να το ξέρουμε· γιατί απευθύνεται πλέον, κατευθύνεται πλέον αυτή η άνεσις, η εκκοσμίκευσις, όπως σας είπα και προηγουμένως, προς την αποστασία. Μη φοβόμαστε τον διωγμόν.

Και ξέρετε, ο πιστός έχει τον καθημερινό του διωγμόν. Όταν κάποτε τα πράγματα δεν πηγαίνουν καλά, με τους οικείους του, με τον γείτονα, με την κοινωνία, λέει: «Με κοροϊδεύουν». «Και δεν χαίρεσαι;». Α δεν χαίρεσαι… Και διαμαρτύρεσαι! Και λες: «Με κοροϊδεύουν». Τα παιδιά· πάρτε τα κορίτσια- σήμερα αρχίζουν μάλιστα τα παιδιά και τις εξετάσεις των· να τους βοηθήσει ο Θεός να πάνε καλά-. Όμως, όμως, όταν πείτε σε ένα κορίτσι να βάλει φουστάνι και όχι παντελόνι, θα σας πει: «Μα με κοροϊδεύουνε». Και δεν χαίρεσαι; Μια φορά, γιατί ήταν φανάρια δηλαδή, μας σταμάτησαν εκεί στην γέφυρα της Λαρίσης, που περνάμε από την άλλη μεριά· σταματήσαμε εκεί, εκείνη την ώρα δε περνούσε και ένα σχολείο, δημοτικό σχολείο ήτανε, και πήγαιναν αυτές τις ολιγόωρες εκδρομούλες εις το Αλκαζάρ. Κι εμείς ήμασταν μέσα στο αυτοκίνητο. Δεν είδα κανένα κοριτσάκι να φοράει φουστάνι. Όλα τα παιδάκια, τα κοριτσάκια φορούσανε παντελόνι. Οπότε λέει κανείς για μια στιγμή: «Να, το παιδί μου έρχεται διαμαρτυρόμενο ότι το κοροϊδεύουνε, γιατί αποτελεί μοναδικότητα εις το σχολείο». Εδώ τώρα η μητέρα και ο πατέρας πρέπει να βοηθήσουν το παιδί να καταλάβει ότι ακριβώς αυτή η μοναδικότητα είναι σπουδαία! Το καταλαβαίνουν, όμως, οι γονείς;

Αγαπητοί, σας είπα, ας προσέχομε. Ας προσέχομε γιατί δεν πρέπει ποτέ από την ζωή μας, την καθημερινότητα, να λείπει η ασκητικότητα. Μάλιστα, να την προκαλούμε. Ακριβώς όπως προκαλείται και η άσκησις σε κάποιους ανθρώπους νέους· φερειπείν, στρατιώτες, θα κάνουνε τις πορείες τους, ακούσατε; Τις πορείες τους, χωρίς να υπάρχει πρόβλημα. Να καταρτίζονται. Να βρίσκονται, δηλαδή, σε μία κίνηση. Κι εμείς οι Χριστιανοί σε μια ασκητικότητα. Και πρέπει πάντοτε να ζούμε την μαρτυρικότητα του Ευαγγελίου. Τότε, έχουμε μία ελπίδα, όταν θα ‘ρθουν τα χειρότερα και τα δελεαστικότατα, να μπορούμε να λέμε: «Όχι!». Αλλά το λέει αυτό ο Χριστιανός εκείνος που συνήθισε τον εαυτό του να ζει την μαρτυρική ευαγγελικότητα. Αμήν.

 

(Απομαγνητοφώνηση και επιμέλεια: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος)

 

ΠΗΓΗ:

Βιβλική, Πατερική και ποιμαντική προσέγγιση στο ζήτημα της ομοφυλοφιλίας (π. Ηλίας Γ. Διακουμάκος, Πρεσβύτερος)

By: alopsis
19 May 2026 at 20:32

Το θέμα της ανθρώπινης ύπαρξης, των παθών και της πνευματικής θεραπείας αποτελεί κεντρικό άξονα της Ορθόδοξης Θεολογίας και πνευματικότητας. Μέσα στην ιστορία, η Ορθόδοξη Εκκλησία κλήθηκε πολλές φορές να συναντήσει τον άνθρωπο εκεί όπου αυτός πονά, αγωνίζεται, αμφιβάλλει και πληγώνεται. Σ᾽ αυτές τις στιγμές, η Εκκλησία δεν προσέρχεται με διάθεση ηθικής καταγγελίας, ούτε με τη σκληρότητα ενός δικαστή, αλλά με την τρυφερή φιλανθρωπία του Χριστού, ο Οποίος έγινε άνθρωπος «ἵνα τόν ἄνθρωπον θεώσῃ».

Στο παρόν δοκίμιο επιχειρείται μία συστηματική και θεολογικά ισορροπημένη προσέγγιση του ζητήματος της ομοφυλοφιλίας μέσα από το φως της Αγίας Γραφής, την εμπειρική σοφία των Πατέρων και τη ζωντανή ποιμαντική πράξη της Εκκλησίας. Το θέμα αυτό απαιτεί όχι μόνο ακρίβεια και αγάπη προς την αλήθεια, αλλά και βαθιά ποιμαντική διάκριση· διότι δεν αφορά ιδεολογίες, αλλά πρόσωπα· ανθρώπους ζωντανούς, με άγχη, πληγές, ελπίδες, αγώνες, αναζητήσεις και υπαρξιακά ερωτήματα.

Η Ορθόδοξη Παράδοση δεν χωρίζει ποτέ την αλήθεια από την αγάπη, ούτε την αγάπη από την αλήθεια. Η Εκκλησία καλείται να φανερώνει την ενότητα αυτών των δύο στο πρόσωπο κάθε ανθρώπου: να μιλά με την αλήθεια του Ευαγγελίου και να αγκαλιάζει με τη συμπόνια του Χριστού.

Ο αναγνώστης καλείται να προσεγγίσει το κείμενο αυτό όχι ως ψυχρή ανάλυση, αλλά ως πορεία κατανόησης, διάκρισης, συμπόνιας και ελπίδας. Διότι στο τέλος, η Ορθόδοξη χριστιανική πίστη έχει μόνο ένα αληθινό μήνυμα να προσφέρει:

«Δεν είσαι μόνος. Ο Θεός σε αγαπά όσο μεγάλη κι αν είναι η αμαρτία σου. Κανείς δεν αποκλείεται από τη Βασιλεία Του».

Εισαγωγή

 

Το ζήτημα της ομοφυλοφιλίας αποτελεί ένα από τα πλέον σύνθετα, ευαίσθητα και πολυσυζητημένα θέματα της σύγχρονης εποχής. Στον δημόσιο διάλογο συχνά προσεγγίζεται είτε με ιδεολογική ένταση είτε με κοινωνική φόρτιση, οδηγώντας άλλοτε σε απόλυτες καταδίκες και άλλοτε σε άκριτες αποδοχές. Η Ορθόδοξη Εκκλησία όμως καλείται να προσφέρει κάτι εντελώς διαφορετικό: τη φωνή της αλήθειας που θεραπεύει και της αγάπης που δεν πληγώνει.

Η Εκκλησία δεν θεμελιώνει τη στάση της σε κοινωνικές τάσεις, πολιτικές ιδεολογίες ή ψυχολογικές θεωρίες, αλλά στο σωτηριολογικό της ήθος· στο Ευαγγέλιο, το οποίο φανερώνει την πιο αληθινή εικόνα τόσο του Θεού όσο και του ανθρώπου. Κάθε άνθρωπος, ανεξαρτήτους των παθών, των πληγών ή των αδυναμιών του, είναι δημιούργημα του Θεού, φορέας ιερής αξιοπρέπειας, πλασμένος «κατ᾽ εἰκόνα καί καθ᾽ ὁμοίωσιν». Η Εκκλησία δεν δέχεται ποτέ ότι η αξία του ανθρώπου ορίζεται από τις πτώσεις του· αντίθετα, η αξία του ορίζεται από το γεγονός ότι ο Θεός τον αγαπά χωρίς όρια.

Γι᾽ αυτό και η Ορθόδοξη Εκκλησία κάνει σαφή διάκριση ανάμεσα στην αμαρτία και στον άνθρωπο. Αν η αμαρτία απορρίπτεται, αυτό συμβαίνει, επειδή τραυματίζει την εικόνα του ανθρώπου, όχι επειδή ο αμαρτωλός είναι ανεπιθύμητος. Η Εκκλησία δεν καταδικάζει το πρόσωπο· καταδικάζει μόνο ό,τι το πληγώνει. Δεν διώχνει τον άνθρωπο από την αγκαλιά της· διώχνει μόνο το σκοτάδι, που τον ταλαιπωρεί.

Το ζήτημα της ομοφυλοφιλίας, επομένως, δεν μπορεί να ιδωθεί ως κοινωνική ετικέτα ούτε ως μια «κατηγορία ανθρώπων». Η Εκκλησία μιλά για πράξεις, όχι για ταυτότητες· για πάθη, όχι για πρόσωπα. Όπως διδάσκει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, «οὐκ ἐμίσει τούς ανθρώπους ὁ Χριστός, ἀλλά τήν ἁμαρτίαν τήν φθείρουσαν αὐτούς». Όλοι οι Πατέρες, με διάκριση και αγάπη, αντιμετωπίζουν το θέμα ως μέρος της πνευματικής θεραπείας του ανθρώπου, όχι ως αφορμή στιγματισμού.

Η Εκκλησία γνωρίζει ότι ο άνθρωπος είναι βαθιά τραυματισμένος από τα πάθη, την περιρρέουσα κουλτούρα, τις οικογενειακές πληγές, τις κοινωνικές πιέσεις και τις προσωπικές αδυναμίες. Γνωρίζει επίσης ότι πολλές φορές η έλξη, η επιθυμία ή η σύγχυση της ταυτότητας δεν είναι ελεύθερη επιλογή, αλλά αποτέλεσμα περίπλοκων ψυχοσωματικών και υπαρξιακών παραγόντων. Γι᾽ αυτό η Εκκλησία προσεγγίζει πάντα το θέμα με συμπόνια και όχι με απλουστεύσεις.

Η θεραπευτική της Εκκλησίας στάση είναι σαφής:

* στέκεται δίπλα στον πληγωμένο,

* αγκαλιάζει τον άνθρωπο που παλεύει,

* δεν απορρίπτει εκείνον που πέφτει,

* χαίρεται με εκείνον που σηκώνεται,

* ενθαρρύνει εκείνον που μετανοεί

* δεν απελπίζει ποτέ τον άνθρωπο,

γιατί ο Θεός δεν απελπίζει ποτέ.

Ο μετανοημένος άνθρωπος, είτε αγωνίζεται με το αμάρτημα της ομοφυλοφιλίας είτε με οποιοδήποτε άλλο πάθος, παραμένει απολύτως δεκτός, «συμπαθής» κατά τη βιβλική έννοια, μέσα στο Σώμα της Εκκλησίας. Η πτώση δεν ακυρώνει την αξία. Ο αγώνας δεν ακυρώνει την αγιότητα. Η μετάνοια δεν είναι στίγμα, αλλά αναγέννηση.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν μιλά με όρους κοινωνικής «αποδοχής» ή «απόρριψης». Μιλά με όρους σωτηρίας. Δεν ενδιαφέρεται να δημιουργήσει ταυτότητες ή παρατάξεις, αλλά να οδηγήσει τον άνθρωπο στην αλήθεια και στη θεραπεία. Σκοπός της δεν είναι να επιβάλλει ηθικά σχήματα, αλλά να αποκαταστήσει την ανθρώπινη ύπαρξη στην ενότητα με τον Θεό.

Ο παρών λόγος επιδιώκει να προσεγγίσει το θέμα μέσα από τρεις μεγάλες θεολογικές προοπτικές: Τη βιβλική θεώρηση, την Πατερική προσέγγιση και τη σύγχρονη ποιμαντική. Στόχος δεν είναι να κριθούν άνθρωποι, αλλά να φωτιστούν δρόμοι θεραπείας. Δεν στοχεύει στη δημιουργία ενός νέου ηθικού κώδικα, αλλά στην παρουσίαση του ορθόδοξου τρόπου, ο οποίος σέβεται την αλήθεια της πίστεως χωρίς να προδίδει την αγάπη του Ευαγγελίου.

Διότι τελικά, το θεμελιώδες ερώτημα δεν είναι: «Τι λέει η Εκκλησία για τους ομοφυλόφιλους;», αλλά: «Πώς σώζεται ο άνθρωπος; Πώς θεραπεύεται; Πώς αγαπιέται από τον Θεό και πώς οδηγείται στην πληρότητα της ύπαρξης;».

 

Βιβλική θεώρηση

 

Η Παλαιά Διαθήκη και η Καινή Διαθήκη

 

Η Παλαιά Διαθήκη.

Η Παλαιά Διαθήκη αποτελεί το πρώτο στάδιο της θείας Οικονομίας, όπου ο Θεός αποκαλύπτεται ως Δημιουργός και Παιδαγωγός. Οι αναφορές στην ομοφυλοφιλική πράξη (Λευϊτ. 18, 22· 20, 13) λειτουργούν ως παιδαγωγία και προστασία της ανθρώπινης φύσης. Η Εκκλησία δεν εφαρμόζει τον Μωσαϊκό νόμο κατά γράμμα, αλλά τον διαβάζει τυπολογικά και θεραπευτικά, όπως διδάσκουν οι Πατέρες.

 

Η Καινή Διαθήκη.

Στην Καινή Διαθήκη η διδασκαλία μεταμορφώνεται. Ο απόστολος Παύλος αναφέρεται σε παρά φύσιν πράξεις (Ρωμ. 1, 26-27), περιγράφοντας την πνευματική τραγωδία της απομάκρυνσης από τον Θεό. Δεν στοχοποιεί πρόσωπα, αλλά καταγράφει την πτώση του ανθρώπου.

Στην Α´ Κορινθ. 6, 9-11 τονίζει ότι πολλοί χριστιανοί είχαν παρελθόν τέτοιων παθών, αλλά θεραπεύτηκαν στην Εκκλησία: «Καί ταῦτά τινες ἦτε· ἀλλ᾽ ἀπελούσασθε…».

Η ταυτότητα του ανθρώπου δεν καθορίζεται από τα πάθη του.

Η Α´ Τιμοθ. 1, 9-11 προσθέτει ότι ορισμένες πράξεις αντιτίθενται στο Ευαγγέλιο, πάντοτε μέσα στην προοπτική της μετάνοιας και της σωτηρίας.

 

Βιβλική σύνθεση.

Η Αγία Γραφή δεν καταδικάζει πρόσωπα, αλλά πράξεις που πληγώνουν το πρόσωπο. Δεν ταυτίζει τον άνθρωπο με την αμαρτία. Τον καλεί σε θεραπεία, σε αλλαγή και σε επιστροφή στο φως της χάριτος.

Ο Χριστός ήλθε «οὐ καλέσαι δικαίους, ἀλλ᾽ ἁμαρτωλούς εἰς μετάνοιαν», και τούτο ισχύει για όλους χωρίς εξαίρεση.

 

Πατερική θεώρηση

 

Οι Πατέρες της Εκκλησίας διδάσκουν ότι το αμάρτημα της ομοφυλοφιλίας δεν μπορεί να απομονωθεί από τη συνολική θεώρηση για τον άνθρωπο, τα πάθη, την αμαρτία και τη θεραπεία της ψυχής. Οι Πατέρες αντιμετωπίζουν το ζήτημα με τρόπο ιατρικό-θεραπευτικό, ως πνευματικοί ιατροί που επιθυμούν την αποκατάσταση του ανθρώπου.

 

Ο Μέγας Βασίλειος.

Ο Μέγας Βασίλειος κατανοεί την ομοφυλοφιλική πράξη ως πάθος που διαστρέφει τον σκοπό του σώματος. Καλεί τον άνθρωπο σε μετάνοια, εγκράτεια και σταδιακή θεραπεία της καρδιάς, χωρίς να απορρίπτει το πρόσωπο.

 

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος.

Ο Χρυσόστομος μιλά με πόνο για την πτώση του ανθρώπου.

Τονίζει: «Οὐ τόν ἁμαρτωλόν μισῶ, ἀλλά τήν ἁμαρτίαν». Δεν απορρίπτει τον αμαρτωλό· απορρίπτει την πληγή που τον καταστρέφει, καλώντας τον σε ανάσταση.

 

Οι άγιοι Γρηγόριος Νύσσης και ο Γρηγόριος Θεολόγος.

Οι δύο Καππαδόκες διδάσκουν ότι ο άνθρωπος παραμένει εικόνα Θεού, ανεξάρτητα από τα πάθη του. «Τόν ἄνθρωπον τίμησον· κατ᾽ εἰκόνα Θεοῦ πεποίηται». Η αμαρτία δεν καταστρέφει την αξία του προσώπου.

 

Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής.

Για τον Μάξιμο, κάθε πάθος είναι λανθασμένη κατεύθυνση της φυσικής επιθυμίας. Η θεραπεία έρχεται όταν ο άνθρωπος επαναπροσανατολιστεί προς τον Θεό, μέσα από κάθαρση, φωτισμό και θέωση.

 

Πατερική σύνθεση.

Οι εκκλησιαστικοί Πατέρες:

* δεν μιλούν ποτέ με μίσος για ανθρώπους,

* βλέπουν τα πάθη ως ασθένειες, όχι ταυτότητες,

* στηρίζουν τον αδύναμο με αγάπη και διάκριση,

* οδηγούν τον άνθρωπο στη θεραπεία μέσω της χάριτος.

Ο άνθρωπος που πέφτει και σηκώνεται είναι ζωντανός. Ο άνθρωπος που αγωνίζεται είναι ευλογημένος. Ο άνθρωπος που μετανοεί δεν απορρίπτεται ποτέ από τον Θεό.

 

Η ποιμαντική στάση της Εκκλησίας

Η ποιμαντική στάση της Ορθόδοξης Εκκλησίας απέναντι στο θέμα της ομοφυλοφιλίας είναι βαθιά ριζωμένη στο ευαγγελικό ήθος της φιλανθρωπίας, της διάκρισης και της θεραπείας. Η Εκκλησία βλέπει τον άνθρωπο με τη ματιά του Χριστού, ο οποίος θεραπεύει την πληγή και ανασταίνει την πεσμένη ύπαρξη.

 

Ο άνθρωπος που παλεύει δεν απορρίπτεται.

Οι Πατέρες τονίζουν ότι ο πνευματικός αγώνας είναι συνεχής και συχνά δύσκολος. Ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος λέει: «Πεσών ἔγειραι· καί πάλιν πεσών, πάλιν ἔγειραι». Η Εκκλησία δεν απαιτεί τελειότητα, αλλά διάθεση θεραπείας.

 

Η Εκκλησία ως θεραπευτήριο.

Η Εκκλησία δεν είναι δικαστήριο, αλλά πνευματικό νοσοκομείο. Η αμαρτία αντιμετωπίζεται ως ασθένεια που χρειάζεται θεραπεία, υπομονή και προσευχή. Η χάρη του Θεού είναι ο τελικός ιατρός.

 

Η εξομολόγηση ως θεραπεία.                             

Στο μυστήριο της εξομολόγησης, ο άνθρωπος συναντά την πατρική αγάπη του Θεού. Ο πνευματικός πατέρας είναι ιατρός, συνοδοιπόρος και μεσίτης της χάριτος.

 

Η Εκκλησία και οι άνθρωποι με ομοφυλοφιλικές τάσεις.

Η Εκκλησία δεν απορρίπτει κανέναν. Αναγνωρίζει τις πληγές και τις δυσκολίες κάθε ανθρώπου και τον καλεί στον δρόμο της θεραπείας με αγάπη, κατανόηση και συμπόνια.

 

Αλήθεια «ἐν ἀγάπῃ».

Η Εκκλησία ενώνει την αλήθεια του Ευαγγελίου με την αγάπη του Χριστού. Η αλήθεια θεραπεύει και η αγάπη αγκαλιάζει. Ο άνθρωπος δεν μένει ποτέ μόνος στον αγώνα του.

 

Η μετάνοια ως πορεία θεραπείας

Η μετάνοια αποτελεί την καρδιά της πνευματικής ζωής και τον θεμέλιο λίθο της Ορθόδοξης θεραπευτικής. Δεν είναι μια στιγμή λύπης, αλλά μία ολόκληρη πορεία επιστροφής και μεταμορφώσεως του ανθρώπου.

 

Η μετάνοια ως κίνηση της καρδιάς.

Η μετάνοια δεν είναι απλώς αλλαγή συμπεριφοράς, αλλά αλλαγή καρδιάς και τρόπου ζωής. Γεννιέται από τη βαθιά αίσθηση της αγάπης του Θεού.

 

Η μετάνοια ως θεραπεία των παθών.

Κατά τον άγιο Μάξιμο, τα πάθη είναι λανθασμένη κατεύθυνση της φυσικής επιθυμίας. Η μετάνοια αποτελεί θεραπεία και επαναφορά της ψυχής στην υγεία της.

 

Ο άνθρωπος που πέφτει και σηκώνεται.

Ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος διδάσκει: «Εάν πέσεις χίλιες φορές, χίλιες φορές να αναστηθείς». Ο αγωνιζόμενος άνθρωπος είναι ευλογημένος.

 

Η μετάνοια ως σχέση.

Η μετάνοια δεν είναι πράξη ντροπής, αλλά σχέση με τον Θεό, ανανέωση της πίστεως και της ελπίδας.

 

Το μυστήριο της Εξομολογήσεως.

Η εξομολόγηση είναι μυστήριο θεραπείας. Ο πνευματικός πατέρας δεν είναι δικαστής, αλλά ιατρός και συνοδοιπόρος.

*

Η μετάνοια αποτελεί την καρδιά της πνευματικής ζωής και τον θεμέλιο λίθο της Ορθόδοξης θεραπευτικής. Δεν είναι μια στιγμή λύπης, αλλά μία ολόκληρη πορεία επιστροφής, μία δυναμική κίνηση της ψυχής προς τον Θεό, μία υπαρξιακή μεταμόρφωση που αγγίζει ολόκληρο τον άνθρωπο: νου, καρδιά, θέληση, ζωή.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας τονίζουν ότι η μετάνοια δεν είναι «τιμωρία» ούτε «αυτοκατηγορία», αλλά ανακαίνιση και αναζωογόνηση. Είναι η στιγμή που ο άνθρωπος αναγνωρίζει ότι η ζωή χωρίς τον Θεό δεν οδηγεί πουθενά και ανοίγει και πάλι την καρδιά του στο φως της χάριτος.

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέει χαρακτηριστικά: «Μετάνοια ἐστί φάρμακον· οὐχί κατάκρισις».

Η μετάνοια λοιπόν είναι η θεραπευτική οδός που οδηγεί τον άνθρωπο από το σκοτάδι στο φως, από τη θλίψη στην ειρήνη, από την αμαρτία στη χάρη.

 

Η μετάνοια ως αλλαγή πορείας.

Στην Ορθόδοξη Παράδοση, η μετάνοια δεν είναι απλώς αλλαγή συμπεριφοράς, αλλά μεταβολή καρδίας («μετα-νοώ» = αλλάζω νου). Πρόκειται για:

* αλλαγή τρόπου σκέψης,

* αλλαγή τρόπου ζωής,

* ανακατεύθυνση της επιθυμίας,

* αναγνώριση της αδυναμίας,

* άνοιγμα της καρδιάς στο έλεος του Θεού.

 

Η μετάνοια ως συνεχής πορεία.

Η μετάνοια είναι τρόπος ζωής. Η Εκκλησία προσφέρει στον άνθρωπο χάρη, συγχώρηση και ελπίδα.

Ο δρόμος της μετάνοιας είναι δρόμος ελευθερίας, χαράς, ειρήνης και ελπίδας.

 

Η Εκκλησία δίπλα στον πονεμένο άνθρωπο

Η Εκκλησία, ως Σώμα Χριστού, υπάρχει στον κόσμο για να σταθεί δίπλα στον άνθρωπο που πονά, δίπλα στον κάθε άνθρωπο που αγωνίζεται και αναζητά ελπίδα. Ο πονεμένος άνθρωπος δεν είναι περιθώριο, αλλά κέντρο της φροντίδας της Εκκλησίας.

 

Ο Χριστός ως το μέτρο της ποιμαντικής.

Ο Χριστός αγκάλιαζε κάθε πονεμένο άνθρωπο και θεράπευε τις πληγές του. Η Εκκλησία συνεχίζει το έργο Του, προσφέροντας αγάπη και συμπόνια σε όλους.

 

Η Εκκλησία ως μητέρα και θεραπευτήριο.

Η Εκκλησία λειτουργεί ως μητέρα που δεν εγκαταλείπει το παιδί της. Είναι χώρος συγχωρήσεως, θεραπείας και ανακουφίσεως.

 

Ο πόνος ως τόπος συναντήσεως με τον Θεό.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας διδάσκουν ότι όπου υπάρχει πόνος, εκεί βρίσκεται και ο Θεός. Ο πόνος μπορεί να γίνει δρόμος βαθύτερης σχέσεως με τον Χριστό.

 

Η Εκκλησία και ο άνθρωπος που αγωνίζεται με τα πάθη του.

Ο άνθρωπος που παλεύει με πάθη, αδυναμίες ή ομοφυλοφιλικές τάσεις δεν απορρίπτεται. Παραμένει εικόνα Θεού, πολύτιμη και ιερή.

 

Η Εκκλησία ως συνοδοιπόρος στη ζωή.

Η Εκκλησία πορεύεται μαζί με τον άνθρωπο σε κάθε στάδιο της ζωής του· στη χαρά, στη λύπη, στην ασθένεια και στην πτώση.

 

Το μήνυμα της Εκκλησίας προς κάθε πονεμένο άνθρωπο.

Το μήνυμα είναι σαφές: «Δεν είσαι μόνος». Η Ορθόδοξη Εκκλησία καλεί κάθε άνθρωπο στην ελπίδα, στη θεραπεία και στην αγάπη του Θεού.

 

Επίλογος

 

Η Ορθόδοξη προσέγγιση στο ζήτημα της ομοφυλοφιλίας θεμελιώνεται στην αλήθεια ότι ο άνθρωπος είναι πάντοτε υπέρτερος από τα πάθη του και πάντοτε αγαπητός από τον Θεό. Η Εκκλησία δεν απορρίπτει τον άνθρωπο, αλλά τον καλεί σε ζωή, θεραπεία και ελευθερία.

Η Αγία Γραφή δείχνει ότι οι πράξεις που αλλοιώνουν τον προορισμό της ανθρώπινης φύσης πληγώνουν τον άνθρωπο, όμως ο Θεός δεν ταυτίζει το πρόσωπο με την πτώση του. Η θεία χάρη αποτελεί την τελευταία λέξη στη ζωή του ανθρώπου.

Οι Πατέρες διδάσκουν ότι η αμαρτία είναι πληγή και όχι ταυτότητα. Το πάθος είναι ασθένεια και όχι καταδίκη. Ο άνθρωπος που αγωνίζεται είναι ζωντανό μέλος της Εκκλησίας και ήδη βρίσκεται στον δρόμο της σωτηρίας.

Η ποιμαντική της Εκκλησίας είναι θεραπευτική, όχι τιμωρητική. Με πόνο και αγάπη σκύβει πάνω από τον πονεμένο άνθρωπο, γνωρίζοντας ότι κάθε καρδιά αποτελεί μυστήριο.

Η μετάνοια είναι η οδός θεραπείας· όχι βάρος αλλά απελευθέρωση, όχι ντροπή αλλά αναγέννηση. Είναι η επιστροφή στην αληθινή πατρίδα της ψυχής. Ο Θεός δεν κλείνει ποτέ την πόρτα Του, ακόμη κι όταν όλα μοιάζουν σκοτεινά.

Η Εκκλησία καλείται να ενώνει αλήθεια και αγάπη. Η αλήθεια χωρίς αγάπη πληγώνει· η αγάπη χωρίς αλήθεια παραπλανά.

Το μήνυμά της προς κάθε ψυχή είναι: «Δεν είσαι μόνος. Ο Θεός σε αγαπά. Η Εκκλησία είναι το σπίτι σου. Υπάρχει δρόμος θεραπείας και ανάστασης».

Αυτό είναι το αληθινό ήθος της Ορθοδοξίας και το φως του Χριστού.

 

 

Το κενό και η πλήρωσή του (Θεόδωρος Παντούλας)

By: alopsis
18 May 2026 at 20:18

Δεν ξέρουμε ούτε τα ονόματά τους! Την προηγούμενη εβδομάδα δύο δεκαεπτάχρονα κορίτσια πήδησαν στο κενό, μη αντέχοντας την προοπτική μιας μελλοντικής απασχόλησης που δεν θα τους απέφερε πολλά «λεφτά», όπως εξηγεί το σπαραχτικά λιτό σημείωμα που άφησε στους γονείς της η μια εκ των δύο. Τα δύο κορίτσια έφυγαν διακριτικά, σχεδόν αθόρυβα – μόνο δυο γδούποι προστέθηκαν στη φασαρία της πόλης. Τα δύο κορίτσια έφυγαν χωρίς κατηγόριες, χωρίς αιτήματα, χωρίς παράπονα, χωρίς υστερόγραφα. Έφυγαν με μια μόνο διαπίστωση: αυτός ο κόσμος δεν είναι, πλέον, γι’ αυτές.

Οι «ειδικοί» άδραξαν την ευκαιρία κι έκαναν περατζάδες στις οθόνες μας αναπαράγοντας κοινοτοπίες περί «άγχους επίδοσης», «πρόληψης», «έγκαιρης διάγνωσης» και «ενσυναίσθησης». Οι «ανειδίκευτοι», δηλαδή όλος ο υπόλοιπος κόσμος, συνταραγμένος από τις πτώσεις, πένθησε τα δύο κορίτσια, κατά τα ειωθότα του φεϊσμπουκικού ελλαδισμού. Ήτοι, δια βραχέων. Τα εικονικά πένθη, ξέρετε, δεν είναι σύντομα μόνο επειδή χρειάζονται συνεχή ανατροφοδότηση τα μέσα (αντι)κοινωνικής δικτύωσης. Ούτε επειδή γαλουχηθήκαμε με ασυνάρτητες προτροπές να είμαστε, λέει, ο εαυτός μας «γιατί έτσι μας αρέσει». «Η ζωή είναι μικρή» και τα πένθη μας είναι μικρά, γιατί, αφού εξορίσαμε στις παρυφές των οικιστικών ιστών τα νεκροταφεία, αποφασίσαμε πως τη σκηνοθετημένη εικόνα μας δεν τη σκιάζει φοβέρα καμιά. Η ζωή (όπως κι ο κυνισμός) συνεχίζεται απρόσκοπτα σαν διαφημιστικό μήνυμα που όλοι καλοπερνάνε αυτοθαυμαζόμενοι, κι ας παραμονεύει να μας καταπιεί το κενό ενός τρόπου που μπερδεύει την προκοπή του με το πορτοφόλι του.

Το κενό την περασμένη εβδομάδα ανέλαβε να το πληρώσει το τραγούδι «Ferto» – αυτό ήταν η ηχητική επένδυση της ήσυχης πτώσης των δύο κοριτσιών. Δεν έχω τίποτε με τον, μάλλον συμπαθή, ερμηνευτή του. Ο Ακύλας είναι ένας νέος άνθρωπος που μελούργησε το κενό μας μετέχοντας σε έναν τηλεοπτικό διαγωνισμό που η παρδαλότητα και το νιου σπικ λογίζονται, περίπου, για προαπαιτούμενα επιτυχίας. Διάβασα με έκπληξη τους μιξοβάρβαρους στίχους του τραγουδιού. Εδώ το χάσκον κενό αιτείται ή, ακριβέστερα, προστάζει να έχει μοιράδι στην εικονικότητα και στον καταναλωτισμό, που άλλους τους τρομάζει κι άλλους τους δελεάζει. Κι η προσταγή του από αξίωση ελαφρότητος γίνεται εθνικό ζητούμενο. Ferto. Εμείς άκοπα θα το περιμένουμε με το τηλεχειριστήριο ανά χείρας. Όμως τι ακριβώς θα φέρει το πατίνι με το λούτρινο καρτούν; Και όλα τα νεοπλουτικά ζητούμενα να φέρει, εμείς πάλι στη ζήτα θα σταλίζουμε.

Διόλου απίθανο και να σφάλλω. Οι επαΐοντες της στιχουργικής σε όλα αυτά που λαχταρά ο παρτσακλής αμφίεσης ερμηνευτής διακρίνουν μια καταγγελία του κενού, της ματαιοδοξίας και της πλεονεξίας που εγώ, άμοιρος της εμβρίθειας και της φαντασίας τους, δεν βλέπω. Διότι, άλλο είναι οι περφόμερ κι άλλο οι δολιοφθορείς. Μην ξεχάσουμε, δηλαδή, κι αυτά που ξέραμε: τα σύμβολα του στρουμφοχωριού δεν τα αποκαθηλώνεις άδοντας τον ύμνο τους.

Στη μακρά Μεταπολίτευση ο κόσμος ξεπόναγε τραγουδώντας λ.χ. τους ιθαγενείς στίχους του Κ.Χ. Μύρη. Σήμερα ο κόσμος κλείνει τα κενά ψωνίζοντας και βασανίζεται όταν δεν έχει μπλοκ επιταγών. Η σύγκριση συνθλίβει, εντούτοις το Ferto δεν είναι αντιπροσωπευτικό της ελληνικής κοινωνίας, αν και λόγω κοπώσεως η ελληνική κοινωνία καταπίνει, νομίζω, αμάσητο ό,τι σύντριμμα της σερβίρουν. Αποχαιρετά τα δεκαεφτάχρονα με φατσούλες «λύπης» και δεξιώνεται την ποταπότητα με λικνισμούς ορθοπολιτικής «συμπερίληψης».

Σταματώ εδώ και σηκώνω ψηλά τα χέρια. Δεν ξέρω τον τρόπο που μαλακώνουν οι άνθρωποι, που χαμηλώνουν τα βλέμματα, που οι κραυγές γίνονται ψίθυροι. Δεν ξέρω πώς η κατάκριση γίνεται χάδι. Ξέρω όμως πως όταν τα δεκαεπτάχρονα πηδούν στο κενό, η πτώση τους είναι μια σέλφι που το σβήσιμό της από τη «συλλογή» μας δεν μας καθιστά λιγότερο μετόχους αυτής της αδικοπραξίας, με όσο θόρυβο κι αν την καλύψουμε.

Και ελπίζω, ναι ελπίζω, πως ό,τι δεν χώρεσε στα σούρτα φέρτα μας να βρει τη θέση του στις προσευχές κάποιων καλών ανθρώπων που, ασχέτως της ηλικίας τους, δεν πάτησαν τη μπανανόφλουδα της ενηλικίωσης. Τόσο καλών μάλιστα που δεν ξέρουμε ούτε τα ονόματά τους.

 

 

(Πηγή: frear.gr)

❌
❌